Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

«Πρῶτα ἡ ὑγεία»

 
Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἡ σωματική ὑγεία εἶναι ἕνα μεγάλο ἀγαθό, χωρίς νά παραθεωρεῖται ὅτι πολλές φορές καί ἀσθενεῖς κατά τό σῶμα ἐπιτελοῦν σπουδαῖο ρόλο στήν ἀνθρωπότητα, γιατί ἔχουν ἔμπνευση σέ ἄλλα ζητήματα. Πάντως, σέ ἐπέτειο, εἴτε γενική εἴτε ἀτομική, εὐχόμαστε «χρόνια πολλά», «καί τοῦ χρόνου» χωρίς νά ὑποπτευόμαστε ὅτι κάτω ἀπό αὐτήν τήν εὐχή κρύβεται τό πρόβλημα τῆς θνητότητάς μας, ὅτι πιθανόν τοῦ χρόνου κατά τήν ἑόρτια αὐτή ἡμέρα νά μήν ζοῦμε, γιατί ὁ θάνατος ἐνεδρεύει παντοῦ. Ἔτσι, συνήθως εὐχόμαστε νά ἔχουμε χρόνια πολλά καί ἀπαντοῦμε «πρῶτα ἡ ὑγεία», χωρίς νά ὑποπτευόμαστε ὅτι ὑπάρχουν καί ἄλλα δεδομένα πού προσδιορίζουν τήν καλή ζωή μας. Πῶς πρέπει νά ἐννοοῦμε τό «πρῶτα ἡ ὑγεία»;

1. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικό ὄν

Κατά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, καί τό σῶμα αὐξάνεται μαζί μέ τήν ψυχή, ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς σύλληψής μας στήν μήτρα τῆς μητέρας μας. Ἡ ψυχή ἔχει πολλές δυνάμεις, ἤτοι νοερά, λογική, αὐξητική, θρεπτική, κινητική κ.ἄ. Δέν ὑπάρχει σῶμα χωρίς ψυχή, γι’ αὐτό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικό ὄν. Αὐτό δέν εἶναι μόνο διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῆς φιλοσοφίας, ὅπως τῶν Προσωκρατικῶν φιλοσόφων, κυρίως τῆς μεταφυσικῆς φιλοσοφίας (Πλάτων-Ἀριστοτέλης), μέ τήν διαφορά ὅτι ὁ καθένας ἐκλαμβάνει τήν ψυχή καί τό σῶμα διαφορετικά ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὅμως, πέρα ἀπό τήν ψυχή καί τό σῶμα ὑπάρχει στόν ἄνθρωπο καί ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, αὐτό πού ὀνομάζουμε πνεῦμα. Ἔτσι, κατά τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὁ ἄνθρωπος εἶναι σαρκικός, ψυχικός καί πνευματικός (Α΄Κορ. 2, 14 - 3, 1-14) δηλαδή ἔχει σῶμα, ψυχή καί Πνεῦμα, καί αὐτό συνιστᾶ τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό πού ὀνομάζουμε ὑγεία. Ἔτσι, ἡ ὑγεία εἶναι σωματική, ὅταν λειτουργοῦν σωστά τά ὄργανα τοῦ σώματος, εἶναι ψυχική, ὅταν ἡ ψυχή μέ τίς δυνάμεις της λειτουργοῦν κατά φύσιν καί ὑπέρ φύσιν, καί ἡ πνευματική, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐμπνέεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἔρχεται στόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό Πατέρα, διά τοῦ Υἱοῦ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Αὐτός εἶναι ὁ ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος, κατά τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων.

2. Ἡ θνητότητα καί φθαρτότητα στόν ἄνθρωπο

Καί ἐνῶ ἔτσι λειτουργοῦσε ὁ δημιουργημένος ἀπό τόν Θεό ἄνθρωπος, ἡ πτώση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας ἀνέτρεψε τήν φυσική κίνηση τῶν ψυχοσωματικῶν δυνάμενων τοῦ ἀνθρώπου. Μέ τήν πτώση, ὡς ἀνυπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἰσῆλθε ὁ θάνατος μέσα στήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Πρῶτα ἦλθε ὁ πνευματικός θάνατος, ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, ἡ ἀμαύρωση τοῦ κατ’ εἰκόνα, καί ὕστερα ἦλθε ὁ σωματικός θάνατος. Μέσα στά κύτταρα τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχουν, ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς συλλήψεώς του τά γονίδια τῶν ἀσθενειῶν καί τῆς γηράνσεως, πού σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος γεννιέται μέ δυνατότητα νά ἀρρωστήση σωματικά καί κάποια ὥρα νά πεθάνη. Ὅμως, παράλληλα ὁ ἄνθρωπος ἔχει καί τό κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση πού συνιστᾶ τήν πνευματική ὁρμή τοῦ ἀνθρώπου γιά τόν Θεό, πού ἐκφράζει τήν ψυχική καί πνευματική ὑγεία του. Γι’ αὐτό ὑπάρχουν ἀσθενεῖς πού ἔχουν πνευματική ὑγεία, καί ὑπάρχουν ὑγιεῖς πού ἔχουν πνευματική ἀσθένεια, ὅταν δέν πορεύονται κατά Θεό.

3. Ἀλληλεπιδράσεις σωματικῶν καί ψυχικῶν ἐνεργειῶν

Τά ὅσα εἴπαμε μέχρι τώρα, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικό ὄν καί ἔχει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, δείχνουν ὅτι ὑπάρχει ἀλληλεξάρτηση μεταξύ ψυχικῶν καί σωματικῶν ἐνεργειῶν. Ἡ καλή ψυχική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἐπηρεάζει θετικά καί τήν σωματική εὐεξία, ἀκόμη καί ἄν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενής κατά τό σῶμα• καί ἡ κακή ψυχική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἐπηρεάζει καί τήν σωματική του ὑγεία. Μελετώντας τήν ψυχοσωματική ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου παρατηροῦμε ὅτι ὑπάρχει ἀλληλεξάρτηση μεταξύ ἀσθενειῶν, σωματικῆς καί ψυχικῆς ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ σωματική ἀσθένεια καί ἡ ὑγεία ἐπηρεάζει τήν ψυχική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί ἀντιστρόφως. Τό ἴδιο συμβαίνει μέ τήν σωματική καί ψυχική ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό «ὅλον». Ὅταν κάνουμε λόγο γιά πνευματική-ψυχική ὑγεία ἐννοοῦμε τό νά λειτουργῆ σωστά ἡ νεοερά ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή ὁ νοῦς πού εἶναι γεμάτος ἀπό λογισμούς νά ἐλευθερωθῆ ἀπό αὐτούς, ἀφοῦ οἱ λογισμοί πρέπει νά παραμένουν στήν λογική. Μέ αὐτό ἀσχολοῦνται οἱ καλοί πνευματικοί πατέρες. Ἔπειτα, ἡ ψυχολογική ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ψυχολογική ἰσορροπία στήν λογική, τό συναίσθημα, τίς ἐπιθυμίες, τό θυμικό μέρος τῆς ψυχῆς καί φυσικά ἡ ἐναρμόνιση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό περιβάλλον, στό ὁποῖο ζῆ και πολιτεύεται, καί μέ αὐτό ἀσχολοῦνται οἱ εἰδικοί ἐπιστήμονες.

Ἀκόμη, ἡ νευροβιολογική ὑγεία εἶναι ἡ καλή λειτουργία τοῦ νευροβιολογικοῦ συστήματος τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, μέ τό ὁποῖο ἀσχολοῦνται οἱ νευροψυχίατροι, ἀνάλογα μέ τήν κατάσταση κάθε ὀργανισμοῦ, καί σέ αὐτό βοηθᾶ ἡ πνευματική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπίσης, ἡ σωματική ὑγεία εἶναι ἡ ὀρθή λειτουργία τῶν σωματικῶν ὀργάνων τοῦ ἀνθρώπου καί, ὅταν παρατηροῦνται δυσαρμονίες μεταξύ τους, πρέπει νά γίνεται ἀποκατάσταση αὐτῆς τῆς ἰσορροπίας, πράγμα πού γίνεται ἀπό τούς ἰατρούς ἐπιστήμονες, πού χρησιμοποιοῦν τά κατάλληλα φάρμακα γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν ὀργάνων, ὅταν διασαλεύονται οἱ ἰσορροπίες τοῦ σωματικοῦ ὀργανισμοῦ. Αὐτό συμβαίνει μέ τούς διαφόρους βαθμούς ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί καί τούς διαφόρους βαθμούς ἀσθένειας τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ περισσότερες ἀσθένειες εἶναι σωματικές, ὅταν δηλαδή ἀσθενοῦν διάφορα μέλη καί ὄργανα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Αὐτές οἱ ἀσθένειες εἶναι δυνατόν νά ἐπηρεάσουν τό ψυχολογικό καί τό πνευματικό ἐπίπεδο τοῦ ἀνθρώπου, μέ ἀποτέλεσμα ὁ ἄνθρωπος νά χάνη τήν πίστη του στόν Θεό, νά ἀπογοητεύεται καί νά καταστρέφη τήν σχέση του μέ τούς ἀνθρώπους. Ἄλλοι ἄνθρωποι πού πιστεύουν στόν Θεό ἀντιμετωπίζουν μέ θετικό τρόπο ὅλες αὐτές τίς σωματικές ἀσθένειες.

4. «Ἰατρική ἐν Πνεύματι ἐπιστήμη»

Ἡ Ἐκκλησία, κατά τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως φαίνεται στήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη, εἶναι πνευματικό θεραπευτήριο, ἀλλά τό ἴδιο τονίζεται σέ ὅλη τήν παράδοσή της. Ἡ Ἐκκλησία θεραπεύει πρωτίστως τίς πνευματικές ἀσθένειες καί αὐτό ἔχει ἐπίδραση στόν ὅλο ὀργανισμό τοῦ ἀνθρώπου. Κατά τόν 102ο κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὅλο τό Κανονικό Δίκαιο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θεραπευτικό. Ἡ ἁμαρτία καλεῖται «νόσος» πού εἶναι «ποικίλη καί πολυειδής», εἶναι «ἀρρώστημα», εἶναι «ψυχῆς ἕλκος», «νόσος». Οἱ Κληρικοί εἶναι «θεραπευτές» πού προσάγουν «κατάλληλον τήν θεραπείαν τῷ ἀρρωστήματι». Ὁ σκοπός τῆς θεραπείας εἶναι νά ἐπουλώση «τό ἕλκος» καί νά σταματήση «τό πάθος», καί ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά οἰκονομεῖται «σοφῶς πρός τήν ἄνω λαμπροφορίαν». Πρέπει νά ἀκολουθῆται ἡ ὀρθή ἐξέταση καί διάγνωση «τοῦ ἁμαρτήματος». Καί, φυσικά, ὁ καλός πνευματικός ἰατρός πρέπει νά ἐπιδεικνύη «τήν ἰατρικήν ἐν πνεύματι ἐπιστήμην», νά προσάγη στό ἀρρώστημα τήν «κατάλληλον θεραπείαν», καί οὔτε νά σπρώχνη τόν ἄνθρωπο στόν γκρεμό τῆς ἀπογνώσεως, οὔτε νά τόν ἀφήνη ἀχαλίνωτον στήν ἀσθένειά του. Φροντίδα του εἶναι νά ἐπουλώνη τά ψυχικά τραύματα, εἴτε μέ τά σκληρότερα καί πιό πικρά φάρμακα εἴτε μέ τά πιό ἁπλά καί μαλακά, ἀνάλογα μέ τούς καρπούς τῆς μετανοίας τοῦ καθενός. Ἔτσι πρέπει νά θεωροῦμε τήν Ἐκκλησία ὄχι ἁπλῶς ὡς μιά θρησκεία, ὅπως τίς ἄλλες θρησκεῖες πού ἀσχολοῦνται μέ τήν δεισιδαιμονία, τήν μαγεία καί τόν μυστικισμό, ἀλλά ὡς πνευματικό Ἰατρεῖο καί Θεραπευτήριο-Νοσοκομεῖο. Καί ὅπως, ὅταν ἐπισκεπτόμαστε ἕνα Νοσοκομεῖο, τό κάνουμε γιά τήν θεραπεία τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν, ἔτσι ὅταν συμμετέχουμε στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τό κάνουμε γιά τήν πνευματική-ψυχική θεραπεία, τό ὁποῖο τίς περισσότερες φορές ἔχει συνέπειες στόν σωματικό ὀργανισμό τοῦ ἀνθρώπου.

5. Τό πνευματικό «βιο-ψυχο-κοινωνικό μοντέλο»

Στήν ἐποχή μας γιά τήν ἀντιμετώπιση πολλῶν πραγμάτων παρατηρεῖται ἡ ἐξειδίκευση πού εἶναι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς ἐπιστήμης. Ὅμως, γιά τήν ὁλοκληρωμένη ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νά ὑπάρχη συνεργασία ὅλων. Οἱ μεμονωμένες προσπάθειες, εἴτε σωματικές εἴτε ψυχολογικές εἴτε νευρολογικές, δέν ἐπαρκοῦν στήν ἀντιμετώπιση τοῦ ἀνθρώπου πού εἶναι ψυχοσωματικό ὄν μέ ἀναζητήσεις τοῦ αἰωνίου Θεοῦ.
Αὐτό τό κατάλαβαν καί οἱ ἴδιοι οἱ ἐπιστήμονες, ὁπότε εἰσήγαγαν τό λεγόμενο «Βιο-ψυχο-κοινωνικό μοντέλο» θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου, βοηθώντας τόν ἄνθρωπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν ἀρκεῖ ἀπό μόνη της ἡ ψυχολογία, οὔτε ἡ βιολογία, ἀλλ’ οὔτε καί οἱ δύο μαζί, ἄν δέν βοηθᾶ καί τό περιβάλλον στό ὁποῖο ζῆ ὁ ἄνθρωπος μέ τήν ὅλη παράδοσή του καί ἄν ὁ ἴδιος δέν ἀντιμετωπίζη τά ἐσωτερικά-ὑπαρξιακά του ἐρωτήματα. Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά δοῦμε καί τήν βοήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πού μέ τήν θεολογία της, τά Μυστήρια καί τήν κοινοτική ζωή ἀποτελεῖ μιά πνευματική θεραπευτική κοινότητα καί μπορεῖ νά βοηθήση τόν ἄνθρωπο νά ἀντιμετωπίση τά προβλήματά του. Στήν ἐποχή μας οἱ ἀποκλεισμοί καί οἱ αὐτονομήσεις δέν βοηθοῦν.

Ἡ σύγχρονη διαγνωστική καί θεραπευτική πρακτική τῆς Ψυχιατρικῆς δομεῖται πάνω στήν λεγόμενη «βιο-ψυχο-κοινωνική» προσέγγιση τῆς ψυχιατρικῆς πάθησης. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ σύγχρονη ψυχιατρική γιά τά αἴτια τῆς παθογένειας καί τήν θεραπεία της λαμβάνει ὑπ’ ὄψη της ὄχι μόνον τούς βιολογικούς παράγοντες πού συνδέονται μέ τήν κληρονομικότητα, τά νευροενδοκρινολογικά δεδομένα καί τήν βιοχημεία τοῦ νευρικοῦ συστήματος, ἀλλά καί τούς ψυχολογικούς καί κοινωνικούς παράγοντες• ἔτσι, τό σύγχρονο λεγόμενο «βιο-ψυχο-κοινωνικό μοντέλο» καί ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ ἀνθρώπου ὡς μιᾶς ψυχοσωματικῆς ἑνότητας δημιουργοῦν τίς προϋποθέσεις γιά τήν καλή συνεργασία μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ψυχιατρικῆς.

Στήν ἀντιμετώπιση τῶν ψυχιατρικῶν καί ψυχολογικῶν παθήσεων ἐντοπίζεται ἡ ἀνάγκη τῆς πρόληψης, πού διαιρεῖται σέ τρεῖς βαθμίδες, ἤτοι τήν πρωτογενῆ, πού ἀναφέρεται στίς παρεμβάσεις ἐκεῖνες πού «εἶναι δυνατόν νά βοηθήσουν στήν ἐξάλειψη ἤ στήν οὐσιαστική τροποποίηση τῶν συνθηκῶν ἤ παραγόντων, τῶν ὁποίων ἡ παρουσία σχετίζεται αἰτιοπαθογενετικά μέ τήν ἐκδήλωση ψυχοπαθολογίας»• τήν δευτερογενῆ πρόληψη, πού «ἀναφέρεται στή δυνατότητα πρώιμης ἀναγνώρισης καί ἄμεσης θεραπευτικῆς ἀντιμετώπισης τῆς ψυχικῆς νόσου»• καί στήν τριτογενῆ πρόληψη πού «ἀναφέρεται κυρίως στήν ψυχοκοινωνική ἀποκατάσταση («Rehabilitation») καί τήν κοινωνική ἐπανένταξη τῶν χρονίως ψυχικά πασχόντων». Ἡ συνεργασία τῆς Ψυχιατρικῆς μέ τήν Ἐκκλησία σέ ὅλα τά ἐπίπεδα πρόληψης εἶναι ἀπαραίτητη καί βοηθητική, ὅπως «ἐπιβεβαιώνεται ἀπό πολλές ἐρευνητικές καταγραφές».

Μέσα σέ αὐτό τό σχῆμα πρέπει νά ἐνταχθῆ καί τό πνευματικό θεραπευτικό ἔργο πού ἔχει ἡ Ἐκκλησία. Ἡ κατά τόπους Ἐκκλησία εἶναι μιά κοινότητα, εἶναι ἡ εὐρύτερη πνευματική μας οἰκογένεια, πού ἔχει πνευματικό πατέρα, πνευματικούς ἀδελφούς καί φίλους, καί εἶναι μιά «λατρεύουσα κοινότητα» πού δοξάζει τόν Θεό ἐν πνεύματι, καί προσφέρει «νόημα ζωῆς καί ὕπαρξης» στόν ἄνθρωπο, διότι μέ τήν ἡσυχαστική παράδοση (ἐντολές τοῦ Χριστοῦ) δίνει στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα νά γνωρίζη γιατί ζῆ, ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς του, ἀπό ποῦ προῆλθε καί ποῦ πηγαίνει.

Ὅλη αὐτή ἡ ζωή πού ἔχει ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά ὁλοκληρωμένη πνευματική ὑγεία, πού βοηθᾶ τόν ἄρρωστο καί τόν ὑγιῆ, τόν πτωχό καί τόν πλούσιο, τόν νέο καί τόν ἡλικιωμένο, τόν κληρικό καί τόν λαϊκό. Ἄν σέ μιά Τοπική Ἐκκλησία δέν μπορεῖ κανείς νά τό βρῆ αὐτό , δέν σημαίνει ὅτι δέν τό διαθέτει ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά ὅτι ἡ συγκεκριμένη κοινότητα δέν μπορεῖ νά ἀνταποκριθῆ σέ αὐτό τό ἔργο, ὅπως γίνεται μέ ὅλα τά Θεραπευτήρια-Νοσοκομεῖα, πού ἄλλα θεραπεύουν καί ἄλλα ὄχι, γιατί ἤ δέν ἔχουν καλούς ἰατρούς ἤ καί δέν ξέρουν τήν μέθοδο τῆς θεραπείας.
Συνεπῶς, ὅταν εὐχόμαστε «πρῶτα ἡ ὑγεία», δέν πρέπει νά ἔχουμε ὑπ’ ὄψη μας μόνο τήν σωματική ὑγεία, ἀλλά τήν καθόλου ὑγεία, ἤτοι τήν σωματική, τήν ψυχολογική, τήν πνευματική, τήν ὑπαρξιακή, τήν θεολογική. Γιατί, γενικά, ὁ ἄνθρωπος εἶναι αἰώνιος καί ἀναζητᾶ τόν Θεό, ὁπότε δέν τόν ἱκανοποιοῦν τά πρόσκαιρα, ἔστω καί ἄν αὐτά εἶναι τέλεια. Εἶναι «Θεοδιψασμένο ὄν» καί ἀναζητᾶ μέ πόθον τόν Θεό τόν ζῶντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.