Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Ο πόλεμος, παιδί της αμαρτωλής υπεροψίας της ρωσικής ηγεσίας


Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
| ΛΟΥΚΑΣ ΒΕΛΙΔΑΚΗΣ, 25.2.2026

Η Ουκρανία μπαίνει στον πέμπτο χρόνο μιας εισβολής που έχει μεταβάλει όχι μόνο τα γεωπολιτικά δεδομένα της Ευρώπης, αλλά και την ίδια την εσωτερική συνοχή της ουκρανικής κοινωνίας. O μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Επιφάνιος τοποθετεί τον ρόλο της Εκκλησίας στο επίκεντρο της πνευματικής αντοχής του λαού, μιλώντας για διακονία που αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη διάσταση σε καιρούς πολέμου, για αμυντικό αγώνα επιβίωσης και για μια βαθιά ρήξη με το Πατριαρχείο Μόσχας.

Ποιον ρόλο διαδραματίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας κατά τη διάρκεια του πολέμου, και πώς στηρίζει τον ουκρανικό λαό σε αυτή τη δύσκολη περίοδο;

Σε καιρούς τόσο σκληρών και σοβαρών αναταράξεων, όπως αυτή του πολέμου, η διακονία της Εκκλησίας αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη διάσταση, η οποία σε ειρηνικούς καιρούς δεν γίνεται αντιληπτή από όλους. Πολλοί άνθρωποι σήμερα βιώνουν καθημερινά θλίψη, τον πόνο της απώλειας αγαπημένων προσώπων, οδύνη και φόβο. Χρειάζονται υποστήριξη, παρηγοριά και πνευματική ίαση που προσφέρεται από την Εκκλησία. Επίσης, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στον τομέα της πνευματικής διακονίας προς τις Δυνάμεις Άμυνας της Ουκρανίας. Εκατοντάδες ιερείς μας διακονούν μεταξύ των Ουκρανών μαχητών, ενθαρρύνοντάς τους να υπερασπιστούν την Πατρίδα απέναντι στον ρωσικό εισβολέα. Μια ξεχωριστή δραστηριότητα είναι επίσης η μεταφορά τραυματισμένων στρατιωτών, στην οποία δραστήρια συμμετέχει η ομάδα αποφοίτων της Ορθόδοξης Θεολογικής Ακαδημίας του Κιέβου. Σημαντική είναι και η κοινωνική διακονία της Εκκλησίας μας, που υλοποιείται τόσο μέσω του αντίστοιχου Συνοδικού τμήματος όσο και με δυνάμεις των επαρχιών, των κοινοτήτων και των μοναστηριών. Σχεδόν όλοι αυτοί συμμετέχουν με διάφορους τρόπους σε κοινωνικές και φιλανθρωπικές δραστηριότητες, μέσω ορθοδόξων κέντρων υποστήριξης, δομών βοηθείας και καταφυγίων για γυναίκες που έχουν υποστεί βία, καθώς και άλλων ανάλογων πρωτοβουλιών. Αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο κοινωνικο-φιλανθρωπικό μας κέντρο βρίσκεται στην πόλη Ντνίπρο. Τα τελευταία τρία και πλέον έτη προσφέρθηκε εκεί βοήθεια σε σχεδόν δύο εκατομμύρια εκτοπισμένους.

Πόλεμος γεννά σοβαρά ηθικά διλήμματα για τους πιστούς. Πώς ανταποκρίνεται η Εκκλησία σας σε αυτές τις προκλήσεις και ποια είναι η θέση της απέναντι στον πόλεμο;

Η Ουκρανία από καιρό υφίσταται τη μεγαλύτερη στρατιωτική επίθεση στην Ευρώπη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γι’ αυτό, ανάμεσα στους πιστούς μας δεν συναντώ, σε γενικές γραμμές, ένα ηθικό δίλημμα. Δεν είμαστε επιδρομείς ούτε επιδιώκουμε να καταλάβουμε ξένες εδαφικές εκτάσεις. Είμαστε αναγκασμένοι να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας απέναντι σε αδικαιολόγητη επίθεση, για να επιβιώσουμε, να διαφυλάξουμε την ουκρανική μας ταυτότητα και να εξασφαλίσουμε μέλλον για τις επερχόμενες γενιές των Ουκρανών. Απλούστατα, δεν έχουμε άλλη επιλογή — ούτε υπάρχει «άλλη Ουκρανία» στην οποία θα μπορούσαμε να υποχωρήσουμε. Εάν η Ρωσία σταματήσει την επίθεση και επαναφέρει τα στρατεύματά της εντός του διεθνώς αναγνωρισμένου εδάφους της, ο πόλεμος θα τερματιστεί. Εάν όμως απλώς παραδοθούμε, τότε θα τερματιστεί η ίδια η Ουκρανία και θα εξαφανιστούμε κι εμείς. Θα εξολοθρευτούμε χωρίς οίκτο, όπως το καθεστώς του Κρεμλίνου προσπάθησε να πράξει κατά τις εποχές των λιμών και του μεγάλου ερυθρού τρόμου τον 20ό αιώνα. Αν κάποιος εξακολουθεί να αμφιβάλλει γι’ αυτό, ας κοιτάξει τις πράξεις κρατικής τρομοκρατίας και γενοκτονίας που διαπράττει αυτή τη στιγμή η Ρωσία. Με σχεδιασμένη πρόθεση χτυπούν με πυραύλους την πολιτική ενεργειακή υποδομή σε θερμοκρασίες είκοσι βαθμών υπό το μηδέν, ώστε οι απλοί κάτοικοι πόλεων και χωρίων να παγώσουν. Ποια στρατιωτική σκοπιμότητα μπορεί να δικαιολογήσει κάτι τέτοιο; Πρόκειται αποκλειστικά για τρόμο εναντίον άμαχου πληθυσμού.

Ως εκ τούτου, παρατηρώ στους πιστούς μας όχι ηθική σύγχυση, αλλά μάλλον έντονη αποστροφή προς την ηθική ασχήμια και την υποκρισία της Ρωσίας, η οποία στα λόγια αυτοπαρουσιαζόταν ως «ειδική θεματοφύλακας της Ορθοδοξίας και των πνευματικών αξιών», ενώ στην πράξη, με δαιμονική μανία, καθημερινά χύνει αθώο αίμα στην ομόθρησκη γείτονα, καταπατώντας όχι μόνο τα ευαγγελικά και χριστιανικά ιδανικά, αλλά και τις στοιχειώδεις ανθρωπιστικές αξίες. Επιπλέον, δικαιολογεί τις πράξεις της με εμφανώς ψευδείς αιτιάσεις που μοιάζουν με χλευασμό της κοινής λογικής. Είναι προφανές ότι το οξύτερο ηθικό δίλημμα θα όφειλε να το έχει ο ρωσικός λαός — ιδίως όσοι κατέχουν πνευματικά αξιώματα. Ο Χριστός αποκαλεί μακάριους τους ειρηνοποιούς, και όμως από άμβωνες εξαίρονται φωνές αυτών περί «ιερού πολέμου». Είναι απερίγραπτα τραγικό ότι εκείνοι που εκλήθησαν να προάγουν την ειρήνη ανάβουν το μένος του πολέμου. Αυτό δείχνει ότι η «πνευματική τους όραση» είναι εντελώς σκοτισμένη και διεστραμμένη.

Η δική μας θέση είναι απλή. Δεν επιζητήσαμε και δεν επιδιώκουμε τον πόλεμο με κανέναν· έχουμε αρκετά εσωτερικά ζητήματα που καλούνται να επιλυθούν. Δεν είμαστε παράφρονες· πάντα κατανοούσαμε ότι η Ρωσία είναι πολύ μεγαλύτερη και υπερτερεί σαφώς σε στρατιωτικές δυνατότητες. Το γεγονός ότι ο ουκρανικός λαός αγαπά την ειρήνη έχει απτό τεκμήριο — την άρνησή μας στο οπλοστάσιο των πυρηνικών όπλων. Υπήρξαμε ο μόνος λαός στον κόσμο που διέθετε τόσα πυρηνικά και τα απαρνηθήκαμε. Γιατί λοιπόν συνεχίζεται αυτός ο πόλεμος; Εξαιτίας της τεράστιας αμαρτωλής υπεροψίας της ρωσικής ηγεσίας. Αρχικώς, σε βάσει αυτής της υπεροψίας και της πνευματικής αυταπάτης περί της δικής τους εξαιρετικότητας, πίστεψαν ότι θα καταλάβουν την Ουκρανία μέσα σε λίγες μέρες ή, το πολύ, σε εβδομάδες. Όταν αυτό απέτυχε, ακόμη και μπροστά σε τεράστιες απώλειες, η υπεροψία αυτή δεν τους επιτρέπει να διακόψουν την επίθεση. Έτσι, αυτή τη δαιμονική υπεροψία, σαν Μολώχ, η ρωσική αυτοκρατορία του κακού υπό την ηγεσία του Πούτιν συνεχίζει να θυσιάζει όλο και νέες, αιματοβαμμένες ζωές. Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος έλεγε ότι ο αμαρτωλός μοιάζει με τον σκύλο που γλείφει το πριόνι και, μεθυσμένος από το ίδιο του το αίμα, δεν αντιλαμβάνεται πως πληγώνει τον εαυτό του. Γνωρίζουμε επίσης από την Αγία Γραφή ότι ο Θεός αντιτάσσεται στους υπερηφάνους· γι’ αυτό πράττουμε ό,τι εξαρτάται από εμάς και με ταπείνωση ελπίζουμε στη συνέχιση της βοήθειάς Του στον δίκαιο αμυντικό μας αγώνα.

Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του πολέμου. Πώς κρίνετε αυτή τη θέση και ποιο μέλλον διαβλέπετε για τις σχέσεις της Εκκληρίας σας με το Πατριαρχείο της Μόσχας;

Μια τέτοια στάση, καθώς και η δημιουργία και προώθηση της φονικής και αιρετικής ιδεολογίας του λεγόμενου «ρωσικού κόσμου», αποτελεί ίσως μια από τις σκοτεινότερες σελίδες στην ιστορία τους — μια σελίδα για την οποία εκείνοι ή οι διάδοχοί τους θα μετανιώσουν αναπόφευκτα. Δεν πρόκειται απλώς για προσωπική αμαρτία· πρόκειται για φοβερό έγκλημα και πραγματική πνευματική καταδίκη. Διότι δεν πρόκειται απλώς για διοικητικά ή εκκλησιοπολιτικά ζητήματα, αλλά για τον θάνατο και τα βάσανα εκατοντάδων χιλιάδων αθώων ανθρώπων, παιδιών, η μεγάλη πλειονότητα των οποίων είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Δεν γνωρίζω αν η θέση αυτή εδράζεται στον φόβο προς την κρατική εξουσία, στην ένωσή τους με αυτήν, στην επιδίωξη ωφελημάτων ή σε όλα μαζί. Ό,τι όμως κι αν συμβαίνει, αυτό ασφαλώς αντιβαίνει εντελώς στα διδάγματα της Αγίας Χριστιανικής Εκκλησίας. Προς το παρόν είναι δύσκολο να μιλάμε για μελλοντικές σχέσεις· η πληγή αυτή παραμένει υπέρμετρα ανοικτή και επώδυνη. Πρώτα πρέπει να επέλθει αλλαγή στην ηγεσία και τη στάση της Ρωσίας και της Ρωσικής Εκκλησίας και να υπάρξει γνήσια και ενεργή μετάνοια από την πλευρά τους. Οι σημερινοί κρατικοί και εκκλησιαστικοί ηγέτες της Ρωσίας είναι εγκληματίες κατά τον Θεϊκό και τον ανθρώπινο νόμο. Και εάν ο ανθρώπινος νόμος δεν τους αποδώσει ευθύνη για το χύσιμο αθώου αίματος, την καταστροφή και τα υπόλοιπα εγκλήματα, τότε ο Θεός, ως ο αληθινός Κριτής, θα τους δικάσει και θα τους επιβάλει την οικεία δίκαιη αποκατάσταση.

Από την ανακήρυξη της αυτοκεφαλίας μέχρι σήμερα, πώς έχει μεταβληθεί η Εκκλησία σας και πώς θα χαρακτηρίζατε τις σημερινές σχέσεις σας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο;

Κατά το διάστημα αυτό η Εκκλησία μας έχει αναπτυχθεί αισθητά· έχουν ενωθεί μαζί μας περίπου δύο χιλιάδες ενορίες, που προηγουμένως υπάγονταν στη δικαιοδοσία του ρωσικού πατριαρχείου. Έχει αναπτυχθεί, εδραιωθεί και καταστεί περισσότερο δοκιμασμένη και ανθεκτική. Κανένα από αυτά τα χρόνια δεν υπήρξε εύκολο ή απλό· κάθε έτος έφερε τις δικές του δυσκολίες και προκλήσεις — τις προσπάθειες διάσπασης της ενότητάς μας, την πανδημία, την ολοκληρωτική εισβολή του ρωσικού επιδρομέα. Σε κανένα από αυτά τα επτά έτη η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας δεν έζησε σε συνθήκες πλήρους ειρήνης, αλλά διαρκώς αγωνιζόταν και συνεχίζει αυτόν τον αγώνα μέχρι σήμερα. Και καθημερινά ευχαριστούμε τον Θεό, διότι καθ’ όλον αυτό το διάστημα ήταν και παραμένει βοηθός και στήριγμά μας.

Είμαστε επίσης βαθύτατα ευγνώμονες προσωπικά προς την Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, για την – χωρίς υπερβολή – καθοριστική για εμάς απόφαση της χορηγήσεως του Τόμου αυτοκεφαλίας, καθώς και για τη γνήσια στοργή της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, την οποία αισθανόμαστε αδιαλείπτως. Οι σχέσεις μας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη είναι, ασφαλώς, ιδιαίτερα θερμές και αγαθές· και πρόσφατα, κατά την επίσκεψή μας στο Άγιον Φανάρι με την ευκαιρία της εορτής των Θεοφανείων και της επετείου των επτά ετών από τη χορήγηση του Τόμου, το αισθανθήκαμε βαθιά και το μαρτυρήσαμε εμπράκτως. Η μορφή του Πατριάρχου έχει ήδη καταγραφεί ανεξίτηλα στην ιστορία της Εκκλησίας και του Κράτους μας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο μας προκάλεσε βαθύτατη λύπη να παρακολουθούμε τις ποταπές και ψευδείς επιθέσεις, τις οποίες τόλμησε να εκτοξεύσει η ρωσική υπηρεσία πληροφοριών κατά της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος. Αναμφιβόλως, τίποτε τέτοιο δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενες συνεννοήσεις με τη Ρωσική Εκκλησία. Αυτό αποδεικνύει για μια ακόμη φορά ότι το ρωσικό πατριαρχείο δεν λειτουργεί ως θρησκευτικό κέντρο, αλλά ως τμήμα του καθεστώτος του Κρεμλίνου για τον έλεγχο της θρησκευτικής ζωής. Ωστόσο, η αντίδραση αυτή της Ρωσίας φανερώνει ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης πορεύεται στην οδό της αληθείας του Χριστού.

Πώς προχωρεί η διαδικασία της διεθνούς αναγνωρίσεως της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας από τις λοιπές Τοπικές Εκκλησίες και πόσο σημαντική είναι για εσάς αυτή η αναγνώριση εκ μέρους ολόκληρου του ορθόδοξου κόσμου;

Χάρη στη χορήγηση προς εμάς, από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, του Τόμου της Αυτοκεφαλίας, καθώς και στην αναγνώρισή μας εκ μέρους του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, της Εκκλησίας της Κύπρου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετέχουμε ήδη της ευχαριστιακής κοινωνίας. Ακόμη και εκείνοι που δεν έχουν ακόμη προχωρήσει σε πλήρη αναγνώριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, παραμένουν ενωμένοι με όσους μας έχουν αναγνωρίσει· και αυτό αποτελεί ουσιώδη κανονικό παράγοντα. Μόνον η Εκκλησία της Ρωσίας διέκοψε την κοινωνία με τις Εκκλησίες που μάς υποστήριξαν — μία και μόνη μεταξύ όλων. Έτσι, ας βρίσκονται μαζί μας, έστω και έμμεσα, όλοι όσοι μετέχουν στην ενότητα, εκτός από την υπηρέτρια του καθεστώτος του Κρεμλίνου – την Μόσχας Πατριαρχία, η οποία, για να εξυπηρετήσει τα ρωσικά γεωπολιτικά συμφέροντα, τόλμησε να αμφισβητήσει τις βάσεις της εκκλησιαστικής συνείδησης, αρνούμενη ακόμη και την ευχαριστιακή κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις άλλες Εκκλησίες που μας έχουν αναγνωρίσει.

Και αν και το Πατριαρχείο Μόσχας καταβάλλει κάθε προσπάθεια να επιβραδύνει τη διαδικασία της αναγνωρίσεώς μας, εμείς διατηρούμε ορισμένες επαφές με άλλες Τοπικές Εκκλησίες και εργαζόμαστε σταθερά προς αυτήν την κατεύθυνση. Είμαι πεπεισμένος ότι πρόκειται μόνον περί ζητήματος χρόνου· όταν η Μόσχα απωλέσει τη σημερινή της επιρροή, η κατάσταση θα αλλάξει, όπως ακριβώς άλλαξε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως. Διότι η στάση της Ρωσικής Εκκλησίας και των συμμάχων της έναντι της Εκκλησίας της Ουκρανίας δεν έχει εκκλησιαστική, αλλά καθαρώς πολιτική αφετηρία.

Η ορθόδοξη κοινότητα στην Ουκρανία παραμένει διηρημένη, ένα μέρος της τελούν υπό την επιρροή του Πατριαρχείου Μόσχας. Βλέπετε προοπτική συμφιλιώσεως και ενώσεως αυτών των δύο μερών στο μέλλον;

Η επίτευξη της πλήρους ενότητος του ουκρανικού ορθοδοξίας αποτελεί σπουδαία πρόκληση που τίθεται ενώπιόν μας σήμερα. Η μεγάλη πλειονότητα των ορθοδόξων στην Ουκρανία αποδέχθηκε τους καρπούς της Ενωτικής Συνόδου και ακολούθησε τον Τόμο της Αυτοκεφαλίας· δυστυχώς όμως δεν έχουν ακόμη όλοι πραγματοποιήσει αυτό το βήμα.

Ορισμένοι, αν και μειοψηφία, συνειδητά εξακολουθούν να υπηρετούν το λεγόμενο «ρωσικόν κόσμον». Άλλοι πάλι φαίνεται πως δεν έχουν ακόμη κατανοήσει πλήρως την ελευθερία τους, όπως οι Ισραηλίτες που, αφού εξήλθαν της δουλείας, νοσταλγούσαν την Αίγυπτον· στρέφουν το βλέμμα τους προς τη Μόσχα, αυτόν τον νέο πνευματικό Αίγυπτο και Βαβυλώνα, θεωρώντας εσφαλμένα ότι ο δρόμος της απελευθερώσεως από τον ρωσικό έλεγχο θα τους οδηγήσει στην πνευματική απώλεια.

Παρά ταύτα, παρά τις δυσκολίες και τις δοκιμασίες, η διαδικασία της ενώσεως συνεχίζεται· ενορίες εξακολουθούν να προσχωρούν στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, και παρά τις σποραδικές προκλήσεις που προκαλούν οι αντίπαλοί μας, η πορεία αυτή είναι πλέον αμετάκλητη.

Πολλές φορές αυτά τα έτη απευθύναμε εκκλήσεις προς τους αδελφούς της άλλης δικαιοδοσίας, καλώντας τους σε διάλογο χωρίς προϋποθέσεις. Τέτοιες προσκλήσεις υπήρξαν δεκάδες — τόσο από εμένα προσωπικώς, όσο και από τη Μικρά και Πλήρη Σύνοδο. Εις ουδεμίαν όμως λάβαμε μέχρι τώρα οποιαδήποτε απάντηση. Η επιρροή της Μόσχας εμποδίζει εκ της άλλης πλευράς ακόμη και την απλή δυνατότητα συναντήσεως και ενάρξεως διαλόγου.

Ωστόσο, δεν χάνουμε ούτε την επιθυμία της ενότητος ούτε την πίστη ότι, εν καιρώ, αυτή θα επιτευχθεί. Διό και ο φετινός μήνας η Σύνοδός μας συγκρότησε ειδική επιτροπή, αποτελούμενη από τρεις ιεράρχες και τρεις ιερείς, με εξουσιοδότηση να διεξαγάγουν τον διάλογο. Επανεκαλέσαμε, λοιπόν, και πάλιν στην έναρξή του. Πράττουμε ό,τι εξαρτάται από εμάς και προσευχόμαστε στον Θεό να αλλάξει την καρδιά εκείνων που έως τώρα αποστρέφονται από εμάς.

Λόγω του πολέμου στην Ουκρανία διεξάγεται σήμερα διάλογος σχετικά με την απαγόρευση της δραστηριότητος των Εκκλησιών που διατηρούν δεσμούς με τη Ρωσία. Ποια είναι η γνώμη σας περί των ενδεχομένων αυτών μέτρων;

Ήδη με νόμο στην πατρίδα μας απαγορεύεται εις τα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα να υπάγονται διοικητικώς σε κέντρα τα οποία ευρίσκονται σε κράτος επιτιθέμενο. Ο νόμος αυτός, τον οποίον υποστηρίξαμε από κοινού με το Πανουκρανικό Συμβούλιο Εκκλησιών και Θρησκευτικών Οργανισμών, προβλέπει δημοκρατικές διαδικασίες και δεν αφορά θέματα πίστεως· αποσκοπεί στην προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, του ουκρανικού θρησκευτικού χώρου και της εθνικής μας ασφαλείας από την εκμετάλλευση εκ μέρους του ρωσικού κράτους των εκκλησιαστικών θεσμών ως εργαλείων υβριδικού πολέμου. Συνεπώς, δεν πρόκειται περί απαγορεύσεως της εκκλησιαστικής ζωής, αλλά περί απαγορεύσεως διοικητικής και νομικής εξαρτήσεως από κέντρα —μεταξύ αυτών και το Πατριαρχείο Μόσχας— τα οποία υπακούουν πλήρως εις την ρωσικήν εξουσίαν.

Τον νόμο αυτόν υποστηρίζει και η ουκρανική κοινωνία· σύμφωνα με τα στοιχεία κοινωνιολογικών ερευνών, ογδόντα τοις εκατό των ερωτηθέντων τάσσονται υπέρ της εφαρμογής του.

Ποιες προκλήσεις θεωρείτε σημαντικότερες στην πορεία της Ουκρανίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και ποιον ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η Εκκλησία στην υπέρβασή τους; Ποια είναι η στάση της Εκκλησίας έναντι των θεμάτων ΛΟΑΤΚ+ και άλλων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων που ανακύπτουν επί του δρόμου αυτού;

Αναμφιβόλως υπάρχουν ακόμη ζητήματα επί των οποίων η Πολιτεία μας οφείλει να εργασθεί, όπως η εκρίζωση των φαινομένων διαφθοράς, αν και σήμερα διαπιστώνεται σαφής πρόοδος προς την κατεύθυνση αυτή. Ταυτοχρόνως, δεν οφείλουμε να υιοθετούμε άκριτα και αδιακρίτως καθετί που απαντάται εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως· άλλωστε, το ίδιο το σύνθημά της —«Ενότητα εν τη ποικιλομορφία»— διαβεβαιώνει το δικαίωμα εκάστου λαού εις την ιδίαν του ταυτότητα.

Ως προς τα ζητήματα της ομοφυλοφιλίας και της λεγομένης «γενετησίας ιδεολογίας», η θέσις της Εκκλησίας είναι σαφής και αμετάβλητη, ερειδομένη επί της Θείας Αποκαλύψεως. Το έτος 2023 επαναβεβαιώσαμε την στάση αυτή δια σχετικής Δηλώσεως της Τοπικής μας Συνόδου. Η Εκκλησία δεν καλεί εις διάκριση ή καταδίωξη προσώπων που αυτοπροσδιορίζονται ως ομοφυλόφιλοι· αντιθέτως, αντιτίθεται ρητώς εις την θεώρηση του τρόπου αυτού ζωής ως φυσικής καταστάσεως ή κοινωνικού αγαθού. Αντιτασσόμαστε στην προπαγάνδα της σοδομίας ως επιλογής κανονικού σεξουαλικού βίου και στην κρατική προώθηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων.

Η Εκκλησία δεν αποδέχεται προσπάθειες αλλοιώσεως της κοινωνικής αντιλήψεως περί αμαρτίας μέσω ιδιαζουσών «γενετικών θεωριών», οι οποίες δικαιολογούν παρά φύσιν σχέσεις και επιδιώκουν τη νομική τους προστασία. Τέτοιες αντιλήψεις απορρίπτουν την αμετάβλητη τάξη των θείων νόμων και προβάλλουν το φύλο ως στοιχείο απλής αυτοπροσδιορίσεως, δήθεν μεταβλητό κατά το δοκούν. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα είδος «κιβωτού της Πανδώρας», το οποίο οδηγεί εις τον παραλογισμό· διότι, εάν κάποιος δύναται να απαιτήσει να αναγνωρισθεί ως άτομο άλλου φύλου, γιατί, λόγου χάριν, ένας εικοσαετής που «αυτοπροσδιορίζεται» ως εβδομηκοντούτης να μη διεκδικήσει συνταξιοδοτικά προνόμια; Ή γιατί κάποιος που θεωρεί τον εαυτό του ιδιοκτήτη ξένης περιουσίας να μην αξιώνει νομικήν αναγνώρισιν της αυθαίρετης αυτής πεποιθήσεως;

Εξίσου απαράδεκτες θεωρούμε τις προσπάθειες επεκτάσεως της νομοθεσίας περί της λεγομένης «διακρίσεως λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού». Σε πολλά κράτη, η εφαρμογή τέτοιων διατάξεων οδηγεί εις την ποινικοποίηση όσων δημόσια χαρακτηρίζουν την ομοφυλοφιλίαν ως αμαρτίαν. Υπό το πρόσχημα της «προστασίας των δικαιωμάτων» παραβιάζονται στην πραγματικότητα θεμελιώδεις ελευθερίες — η ελευθερία της συνειδήσεως και ο λόγος της αληθείας. Κατ’ ουσίαν, παρόμοια νομοθετήματα παρέχουν εις μειοψηφικές ομάδες μέσα διά να ασκούν διάκριση κατά της πλειοψηφίας και να διώκουν την Εκκλησία για την πιστότητά της εις την βιβλική διδασκαλία. Είναι δε σημαντικό να υπογραμμισθεί ότι ουδείς διεθνής, υποχρεωτικός νομικός κανόνας επιβάλλει εις την Ουκρανία την υιοθέτηση τέτοιων νόμων.

Ποιον ρόλο, κατά τη γνώμη σας, καλείται να διαδραματίσει η Εκκλησία στην πνευματική αναγέννηση της χώρας μετά τον πόλεμο και πώς μπορεί να συμβάλει στην επούλωση των πληγών της κοινωνίας;

Η Εκκλησία καλείται να αποτελεί χώρο ελπίδας και σωτηρίας. Η αποστολή της είναι, μεταξύ άλλων, να βοηθήσει τον άνθρωπο να ξαναβρεί το νόημα της ζωής, να ανακτήσει την εσωτερική του ισορροπία και την πίστη στο καλό. Στο έργο της πνευματικής αναγέννησης της χώρας, η Εκκλησία μπορεί να επιτελέσει πολλαπλές και ουσιώδεις αποστολές.

Πρωτίστως, να προσφέρει πνευματική και ηθική στήριξη. Οι άνθρωποι που έχουν βιώσει βαθύ πόνο, απώλεια αγαπημένων προσώπων, φόβο και καταστροφή, χρειάζονται όχι μόνο υλική βοήθεια, αλλά και λόγο παρηγορητικό, προσευχή, συμπόνια και πνευματική παρουσία. Ο ναός συχνά γίνεται ο τόπος όπου ο άνθρωπος μπορεί να καταθέσει τον πόνο της ψυχής του.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η θεραπεία της μνήμης. Ο πόλεμος αφήνει πληγές όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην ψυχή. Μέσα από τις ιερές ακολουθίες, τα μυστήρια, τα κηρύγματα και τις κοινές προσευχές υπέρ των ζώντων και των κεκοιμημένων, η Εκκλησία βοηθά να βιωθεί ο πόνος με τρόπο λυτρωτικό, ώστε να μην μετατραπεί σε διαρκές και καταστροφικό μίσος.

Εξίσου σημαντική είναι η διαπαιδαγώγηση της νεολαίας και η στήριξη της οικογένειας. Το μέλλον της χώρας θεμελιώνεται όχι μόνο στην οικονομία ή την πολιτική, αλλά και στον τρόπο σκέψης και τις αξίες της νέας γενιάς. Εδώ έχει ιδιαίτερη σημασία το έργο με τα παιδιά, τη νεολαία, τις οικογένειες των στρατιωτικών και, φυσικά, με τους βετεράνους που φέρουν τραυματικές εμπειρίες. Ήδη συγκροτούμε ομάδες κληρικών με ψυχολογική κατάρτιση για αυτό το έργο.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει επίσης η έμπρακτη μαρτυρία της φιλανθρωπίας. Επιδιώκουμε να συνεχίσουμε και να ενισχύσουμε την κοινωνική διακονία, τα φιλανθρωπικά προγράμματα, τον εθελοντισμό, καθώς και τη στήριξη των τραυματιών και των αναγκαστικά εκτοπισμένων. Όλα αυτά δεν αποτελούν απλώς συμπλήρωμα της πνευματικότητας, αλλά ορατή έκφρασή της. Όταν ο λόγος συνοδεύεται από το έργο, αποκτά αληθινή δύναμη και πειθώ.

Πέρα από τις εξωτερικές προκλήσεις, η Εκκλησία σας προωθεί και εσωτερικές αλλαγές, όπως η πρόσφατη μεταρρύθμιση του εκκλησιαστικού ημερολογίου. Ποιο είναι το συμβολικό νόημα αυτών των μεταρρυθμίσεων για την ταυτότητα και τον μελλοντικό προσανατολισμό της Εκκλησίας;

Η μετάβαση στο Νέο Ιουλιανό ημερολόγιο αποτελεί σημείο εσωτερικής ελευθερίας και ωριμότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας. Αποδεικνύει την ετοιμότητά μας να λαμβάνουμε αποφάσεις με ποιμαντικά κριτήρια και όχι να πορευόμαστε απλώς με την αδράνεια του παρελθόντος. Για πολλούς πιστούς, είναι επίσης ένα βήμα προς την ενότητα με τον ευρύτερο χριστιανικό κόσμο, διατηρώντας ταυτόχρονα τη δική μας εκκλησιαστική ταυτότητα.

Τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις μαρτυρούν υπευθυνότητα και δείχνουν ότι η Εκκλησία έχει τη δυνατότητα να ανανεώνει ορισμένες εξωτερικές μορφές, χωρίς να αλλοιώνει το ουσιώδες περιεχόμενο της πίστεως. Αυτή η ισορροπία μεταξύ παραδόσεως και ανανεώσεως καθορίζει την πορεία μας – να παραμένουμε πνευματικό στήριγμα για τον λαό, χωρίς να απομακρυνόμαστε από την πραγματική ζωή και τις ιστορικές εξελίξεις που βιώνει. Η μεταρρύθμιση του εκκλησιαστικού ημερολογίου έγινε δεκτή με ιδιαίτερη αποδοχή από τον κλήρο και το πλήρωμα της Εκκλησίας. Μπορώ να πω ότι σήμερα πλέον πάνω από το 99% των ενοριών μας ακολουθούν το Νέο Ιουλιανό ημερολόγιο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.