Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

«Το ψωμί είναι στο τραπέζι … Δώσε του Χριστού να πιει»

Του Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα 

Η παραβολή της Τελικής Κρίσεως, όπως παραδίδεται στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (25, 31-46), αποτελεί κορυφαίο εσχατολογικό κείμενο της Καινής Διαθήκης, στο οποίο ορίζεται με σαφήνεια το κριτήριο της σωτηρίας και της καταδίκης.

Ο Χριστός παρουσιάζεται ως ο Υιός του Ανθρώπου, ο οποίος θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», για να κρίνει όλα τα έθνη. Το κριτήριο της κρίσεως δεν είναι ούτε η εξωτερική ευσέβεια, ούτε η γνώση, ούτε η κοινωνική θέση, αλλά η αγάπη που εκφράστηκε έμπρακτα προς τον συνάνθρωπο.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περικοπής είναι ότι η κρίση δεν βασίζεται σε δογματικές ομολογίες ή σε τελετουργικές πράξεις καθαυτές, αλλά στην έμπρακτη σχέση αγάπης προς τον «ἐλάχιστον ἀδελφόν».

Η περικοπή εντάσσεται στον εσχατολογικό λόγο του Χριστού και παρουσιάζει τον Υιό του Ανθρώπου ως παγκόσμιο κριτή. Η εικόνα του διαχωρισμού «ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων» (Ματθ. 25, 32) έχει βαθιά συμβολική σημασία.

Το κριτήριο του διαχωρισμού δεν είναι η γνώση ή η καταγωγή, αλλά η έμπρακτη αγάπη: «ἐπείνασα καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με» (Ματθ. 25, 35).

Το κεντρικό θεολογικό σημείο του χωρίου βρίσκεται στην ταύτιση του Χριστού με τον πάσχοντα άνθρωπο: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40).

Η φράση αυτή συνιστά θεμελιώδη έκφραση της χριστολογικής ανθρωπολογίας. Ο Χριστός δεν ταυτίζεται μεταφορικά με τον άνθρωπο, αλλά αποκαλύπτει μια οντολογική σχέση που εδράζεται στο γεγονός της ενανθρωπήσεως. Η ανθρώπινη φύση έχει προσληφθεί από τον Λόγο, και ως εκ τούτου, κάθε άνθρωπος φέρει τη δυνατότητα της σχέσης με τον Θεό.

Το ευαγγελικό αυτό μήνυμα βρίσκει μια βαθιά και συγκλονιστική ποιητική αντήχηση στο ποίημα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Το ψωμί είναι στο τραπέζι», από τον δίσκο «Η γειτονιά των αγγέλων» (1964), σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.

Το ποίημα αυτό, με την απλότητά του, αποκαλύπτει μια μεγάλη θεολογική αλήθεια, ότι ο Χριστός ταυτίζεται με τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον ξένο, ακόμη και με τον ληστή: 

«Το ψωμί είναι στο τραπέζι.
Το νερό είναι στο σταμνί.
Το σταμνί στο σκαλοπάτι.
Δώσε του ληστή να πιει.
 

Το ψωμί είναι στο τραπέζι.
Το νερό είναι στο σταμνί.
Το σταμνί στο σκαλοπάτι.
Δώσε του Χριστού να πιει.
 

Δώσε μάνα του διαβάτη.
Του Χριστού και του ληστή.
Δώσε μάνα να χορτάσει.
Δωσ' του αγάπη μου να πιει.»

Το ποίημα αναδεικνύει την ταύτιση του Χριστού με τον πάσχοντα άνθρωπο, αποτυπώνοντας με υπαρξιακή ένταση την Πατερική αντίληψη περί της παρουσίας του Θεού στον «ἕτερον».

Αυτό ακριβώς είναι το μυστήριο της Θείας συγκαταβάσεως. Ο Χριστός δεν αποκαλύπτεται μόνο στην δόξα Του, αλλά και στην ταπείνωση του πάσχοντος ανθρώπου.

Ο ληστής, ο ξένος, ο διαβάτης, είναι εικόνες του Χριστού. Η αγάπη προς αυτούς γίνεται αγάπη προς τον ίδιο τον Θεό.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας προσέγγισαν την περικοπή, όχι μόνο ως ηθική διδασκαλία, αλλά ως αποκάλυψη της ίδιας της φύσεως της σωτηρίας.

Στην Ομιλία του στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει: «Οὐ γὰρ εἶπεν, ἐλεήσατε πτωχόν, ἀλλὰ, ἐλεήσατέ με· τοσοῦτον ἑαυτὸν ἐκεῖνοις συνήνωσε» (PG 58, 508).

Η διατύπωση αυτή αποκαλύπτει ότι η φιλανθρωπία δεν είναι εξωτερική πράξη ηθικής, αλλά μυστική κοινωνία με τον Χριστό.

Σε άλλη ομιλία του, τονίζει ότι η τιμή προς τον Χριστό δεν μπορεί να περιορίζεται στη λατρεία: «Μὴ τίμα αὐτὸν ἐνταῦθα ἐν τῷ ναῷ μετὰ μεταξωτῶν, ἔξωθεν δὲ αὐτὸν παραβλέπῃς ἀπολλύμενον» (PG 50, 508).

Η διδασκαλία αυτή συνδέει άμεσα την λειτουργική ζωή με την κοινωνική ευθύνη και αποκαλύπτει ότι η Θεία Λειτουργία συνεχίζεται και έξω από τον ναό, στην λειτουργία μετά την Θεία Λειτουργία, μέσα στην ζωή, μέσα στην σχέση με τον πάσχοντα αδελφό.

Ο Μέγας Βασίλειος, στην ομιλία του «Πρὸς τοὺς πλουτοῦντας», αναπτύσσει μια ριζοσπαστική θεολογία της ιδιοκτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης: «Τοῦ πεινῶντος ἐστὶν ὁ ἄρτος ὃν σὺ κατέχεις» (PG 31, 276).

Η θέση αυτή ανατρέπει την ατομοκεντρική αντίληψη της ιδιοκτησίας και θεμελιώνει μια θεολογία της κοινωνικής ευθύνης. Η άρνηση της προσφοράς δεν είναι απλώς έλλειψη αρετής, αλλά μορφή αδικίας.

Δεν πρόκειται απλώς για μια προτροπή φιλανθρωπίας, αλλά για μια αποκάλυψη της δικαιοσύνης του Θεού. Αυτό που θεωρούμε δικό μας, στην πραγματικότητα μας έχει δοθεί για να το μοιραστούμε.

Στον Λόγο ΙΔ΄ (Περὶ φιλοπτωχίας), ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος παρουσιάζει την φιλανθρωπία ως μίμηση του Θεού: «Γίνου θεὸς τῷ δυστυχοῦντι, μιμούμενος τὴν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν» (PG 35, 892).

Η σωτηρία, συνεπώς, δεν είναι ατομικό γεγονός, αλλά γεγονός κοινωνίας. Όταν προσφέρουμε στον συνάνθρωπο, συμμετέχουμε στο ίδιο το έργο του Θεού.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στα «Κεφάλαια περί αγάπης», υποστηρίζει ότι η αγάπη αποτελεί την φυσική κατάσταση του ανθρώπου: «Ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφόν, τὸν Θεὸν ἀγαπᾶν οὐ δύναται» (PG 90, 965).

Η αποκατάσταση του ανθρώπου συνίσταται στην αποκατάσταση της αγάπης προς τον άλλον. Η άρνηση της αγάπης οδηγεί στον υπαρξιακό κατακερματισμό, ενώ η αγάπη οδηγεί στην θέωση.

Το ποίημα του Καμπανέλλη εκφράζει την Πατερική θεολογία με τρόπο λιτό και συγκλονιστικό, παρουσιάζει δε την προσφορά ψωμιού και νερού ως υπαρξιακή πράξη αγάπης: «Το ψωμί είναι στο τραπέζι. … Δώσε του Χριστού να πιει. … Δώσε του ληστή να πιει».

Επίσης, η μορφή του «διαβάτη» αποτελεί εσχατολογικό σύμβολο. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε κατάσταση πορείας και η ανταπόκριση ή η άρνηση της φιλοξενίας καθορίζει την υπαρξιακή και σωτηριολογική του προοπτική.

Η επαναλαμβανόμενη εικόνα του ψωμιού και του νερού έχει σαφή ευχαριστιακή διάσταση. Το ψωμί και το νερό δεν είναι απλώς υλικά αγαθά, αλλά σύμβολα ζωής και κοινωνίας. Η προσφορά τους αποτελεί πράξη κοινωνίας.

Η μορφή της μάνας στο ποίημα είναι, επίσης, βαθιά συμβολική. Είναι εκείνη που προσφέρει τροφή, νερό, αγάπη. Είναι εκείνη που δεν κάνει διάκριση μεταξύ Χριστού και ληστή.

Στην παραβολή της Τελικής Κρίσεως, οι δίκαιοι δεν γνωρίζουν ότι, δια της φιλανθρωπίας, υπηρετούν τον ίδιο τον Χριστό, γι᾽ αυτό και ερωτούν: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο;». Η αγάπη τους είναι αυθόρμητη, χωρίς ιδιοτέλεια. Δεν αγαπούν γι᾽ ανταμοιβή, αλλά επειδή η καρδιά τους έχει μεταμορφωθεί.

Το ίδιο πνεύμα εκφράζει και το ποίημα. Δεν λέει: «Δώσε για να σωθείς». Λέει απλώς: «Δώσε». Δώσε, γιατί ο άλλος διψά. Δώσε, γιατί ο άλλος πεινά. Δώσε, γιατί ο άλλος είναι κι αυτός άνθρωπος, τουτέστιν ο συνάνθρωπος!

Η περικοπή της Τελικής Κρίσεως, η Πατερική της ερμηνεία και το ποίημα του Καμπανέλλη συγκλίνουν στην ίδια θεολογική ανθρωπολογία. Ο άνθρωπος συναντά τον Θεό μέσα από τον συνάνθρωπο!

Το ψωμί στο τραπέζι και το νερό στο σταμνί αποτελούν σύμβολα της δυνατότητας κοινωνίας. Η σωτηρία δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά πραγματοποιείται μέσα από την έμπρακτη αγάπη.

Η εσχατολογική Κρίση αποκαλύπτει, όχι απλώς τις πράξεις του ανθρώπου, αλλά την ποιότητα της σχέσης του με τον Θεό, η οποία πραγματώνεται στην σχέση με τον «ἐλάχιστον ἀδελφόν».

Έτσι, η θεολογία των Πατέρων και η ποίηση της νεότερης ελληνικής παράδοσης συναντώνται στην ίδια θεμελιώδη αλήθεια, ότι η αγάπη αποτελεί το οντολογικό και εσχατολογικό κριτήριο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Χριστός περνά καθημερινά μπροστά μας, με την μορφή του φτωχού, του ξένου, του πονεμένου, ακόμη και του «ληστή». Το ερώτημα είναι απλό και συγκλονιστικό: Θα δώσουμε; Θα μοιραστούμε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.