Του
Κωνσταντίνου Φ. Μπατσιόλα, Υπ. Διδάκτορος Εκκλησιαστικής Ιστορίας
Ομιλία κατά την προ-πασχάλια βραδιά του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου και Τέχνης ΑΛΗΘΩΣ
Κατά τη Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα οι Χριστιανοί βιώνουμε το Θείο δράμα που κορυφώνεται με το Πάθος, την Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού. Και εδώ ακριβώς είναι το μείζον : Η νίκη της ζωής δια του Σταυρού του Χριστού επί του θανάτου. Η ανάσταση του Χριστού που μας προσφέρει την προοπτική της αιώνιας ζωής.
Ο άνθρωπος γεννιέται με μία μόνη
βεβαιότητα, τη βεβαιότητα του θανάτου. Καθώς ο θάνατος αποτελεί ένα
ανεξερεύνητο μυστήριο, για τον λόγο αυτό μέσα στους αιώνες οι άνθρωποι
ανέπτυξαν ποικίλες διδασκαλίες, θρησκευτικές ή φιλοσοφικές προκειμένου να
ερμηνεύσουν τον θάνατο, να τον αιτιολογήσουν και, κυρίως, να κατασιγάσουν τον
πόνο και τη λύπη που αυτός προκαλεί. Έτσι και ο Χριστιανισμός ανέπτυξε τη δική
του διδασκαλία περί θανάτου. Μάλιστα, σε μεγάλο βαθμό ότι η χριστιανική
διδασκαλία οικοδομήθηκε γύρω από τον θάνατο : τον θάνατο του Χριστού και την
ανάστασή Του. Η ενανθρώπηση, η ζωή, το έργο, το πάθος, ο σταυρός και η ανάσταση
του Χριστού έλαβαν χώρα προκειμένου ο άνθρωπος να αποκαταστήσει τη διαρραγείσα
σχέση του με τον Θεό. Για τον χριστιανό δεν υπάρχει μόνος του ο
θάνατος. Αντίθετα, ο θάνατος είναι άμεσα συνυφασμένος με την ανάσταση.
Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με τη χριστιανική
διδασκαλία ο άνθρωπος θεωρείται ως μια ενότητα, μια ολότητα : ψυχή και σώμα. Το
ανθρώπινο σώμα ως δημιούργημα του Θεού δεν θεωρείται από μόνο του κακό και
αμαρτωλό∙ το σαρκικό φρόνημα είναι αυτό που οδηγεί στην αμαρτία. Το
ανθρώπινο σώμα είναι «ναός του Αγίου Πνεύματος, είναι η ζωντανή Εκκλησία, μέσα
στην οποία καλείται να λατρεύει τον Θεό. Και ο άνθρωπος θα
αναστηθεί ως ολότητα, ως σώμα και ως ψυχή∙ για την ακρίβεια είναι το ανθρώπινο
σώμα που θα αναζωοποιηθεί σε μια κατάσταση δόξας κοντά στον Θεό. Θάνατος,
για τον χριστιανό, σημαίνει τη διάσπαση της ψυχοσωματικής ενότητας του
ανθρώπου, την έξοδο της ψυχής από το σώμα και την καταστροφή του «κατ’ εικόνα»
Θεού πλασμένου ανθρώπου, διάλυση της κοινωνίας του με τον συνάνθρωπο και τον
Θεό, τραγική διάσπαση του όλου ανθρώπου.
Ο άνθρωπος, ως δημιούργημα του Θεού,
αρχικά τοποθετήθηκε στη μεθόριο της θνητότητας και της αθανασίας, δεν ήταν εκ
φύσεως ούτε θνητός ούτε αθάνατος. Όμως με το Προπατορικό αμάρτημα ο ίδιος
επέλεξε τη θνητότητα και την απομάκρυνσή του από τον Θεό.
Σύμφωνα με τη διήγηση της Γενέσεως ο άνθρωπος αποτελεί
μέρος της Κτίσης που ο Θεός δημιούργησε. Ο Αδάμ, ο πρώτος άνθρωπος, μαζί με την
Εύα αρχικά ζούσαν κοντά στον Θεό, μέσα στον Παράδεισο. Όμως, οι πρωτόπλαστοι,
έχοντας το αυτεξούσιο ως κατ’ εικόνα δημιουργήματα του Θεού, επέλεξαν να
γευτούν τον «απαγορευμένο καρπό» παραβαίνοντας την εντολή Του. Άμεση επίπτωση
ήταν η Πτώση : η έξωσή των πρωτόπλαστων από τον παράδεισο με συνέπειες την
αμαρτία, τη φθορά και τον θάνατο. Έτσι ακριβώς νοηματοδοτείται και η αμαρτία :
είναι η απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό, η διάρρηξη της σχέσης ανθρώπου
και Θεού και άμεση επίπτωσή της είναι ο θάνατος∙ η αμαρτία δεν
έγκειται απλώς στην κατάλυση ηθικών εντολών, αλλά στην αποστασία από την πηγή
της ζωής, τον Θεό. Η αμαρτία είναι μια πολυδιάστατη διάσπαση : διάσπαση από τον Θεό, διάσπαση της ενότητας
των ανθρώπων, διάσπαση της ψυχής, διάσπαση του συνδέσμου που έχει ο άνθρωπος με
τη φύση, διάσπαση της ίδιας της φύσης μέρος της οποίας είναι και ο άνθρωπος.
Έτσι, η αποστασία του ανθρώπου από τον Θεό δεν αποξενώνει μόνο τον άνθρωπο από
Αυτόν, αλλά και όλη τη Δημιουργία, όλη την κτίση. Ο Ματσούκας υπογραμμίζει ότι «η πατερική
θεολογία είδε το προπατορικό αμάρτημα ως αρρώστια και δεν έκανε λόγο για καμιά
κληρονομική ενοχή παρά μονάχα για κληρονόμηση της φθοράς και του θανάτου».
Όμως, ο Θεός με την απροσμέτρητη αγάπη για τον άνθρωπο «έθεσε σε εφαρμογή» το Σχέδιο της Θείας Οικονομίας, το σχέδιο δηλαδή για τη σωτηρία του ανθρώπου από την αμαρτία, την φθορά και τον θάνατο προκειμένου να επανασυνδεθεί ο άνθρωπος μαζί Του («οὕτως γάρ ἠγάπησεν ὀ θεός τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱόν τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον», Ιω 3, 16). Μέσα στο Σχέδιο της Θείας Οικονομίας περιλαμβάνεται και η ενανθρώπιση του Λόγου του Θεού, η σάρκωσή Του. Ο Χριστός, ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ήρθε στον κόσμο μια δεδομένη ιστορική στιγμή προκειμένου με τη θυσία Του, τον Σταυρό και την Ανάστασή Του, να προσφέρει στον άνθρωπο τη λύτρωσή του από την αμαρτία, την απελευθέρωσή του από τα δεσμά της φθοράς και την αποτίναξη της σκλαβιάς του θανάτου. Διά του Σταυρού ο άνθρωπος επιστρέφει στον Θεό και ενώνεται μαζί Του. Ενδύεται το Φως και αποκτά την Ζωή. Αποβάλλει το ένδυμα της φθοράς και της θνητότητας και ενδύεται το ένδυμα της αφθαρσίας και της αθανασίας. Σωτηρία δεν είναι η απαλλαγή της ψυχής από το σώμα, αντίθετα, σωτηρία σημαίνει μεταμόρφωση όλης της ανθρώπινης φύσης∙ αναγέννηση και μεταμόρφωση του όλου ανθρώπου (σώματος και ψυχής)∙ είναι η πορεία του ανθρώπου προς το «καθ’ ομοίωσιν».
Ο θάνατος στη χριστιανική διδασκαλία αποτελεί
αναπόσπαστο μέρος της εσχατολογίας. Η ενσάρκωση του Λόγου, ο σταυρικός θάνατος
και η ανάσταση Του θα οδηγήσουν την ανθρωπότητα στην Γενική Ανάσταση των νεκρών
κατά τις έσχατες μέρες, κατά την τελική κρίση και Δευτέρα Παρουσία. Βέβαια,
ακράδαντη πίστη και εμπειρία της Εκκλησίας είναι ότι ζούμε ήδη τα έσχατα μέσα
στην Εκκλησία με την εν Χριστώ ζωή. Και αυτή είναι η διττή διάσταση της
Εκκλησίας: μια τωρινή και μία μελλοντική-εσχατολογική. Ο Χριστός είναι ο έσχατος
Αδάμ γιατί είναι ο «Καινός Άνθρωπος» και αυτό ήδη το βιώνουν οι εν Χριστώ
πιστοί, οι οποίοι βέβαια προσδοκούν και την τελική ανάσταση κατά τους έσχατους
καιρούς.
Και η ανάσταση του Χριστού είναι αυτή που καταλύει το
κράτος του θανάτου, καταλύει την αμαρτία, την φθορά και τον θάνατο δίνοντας
στον άνθρωπο τη δυνατότητα της «έσχατης» λύτρωσης με την προοπτική της αιώνιας
ζωής- η ίδια η ανάσταση του Χριστού μεταβάλλει άρδην και τον τρόπο που
αντικρίζει ο άνθρωπος τον θάνατο. Και η μέλλουσα Γενική Ανάσταση γίνεται
κατανοητή σαν μια ολοκληρωτική ανακαίνιση και αναζωοποίηση όλης της κτίσης. Οι πιστοί
μέσα στην Εκκλησία βιώνουν την προσδοκία της βασιλείας του Θεού αφενός με την
αναμονή της Τελικής Κρίσης/Δευτέρας Παρουσίας που θα σημάνει τη γενική ανάσταση
των νεκρών και το τέλος της ιστορίας και αφετέρου με την εμπειρία της εν Χριστώ
ζωής στον παρόντα ιστορικό χρόνο.
Η Καινή Διαθήκη είναι το «βιβλίο της σωτηρίας» : η
ενανθρώπηση του Χριστού προκειμένου να ανακαινίσει την κτίση και τον άνθρωπο
και να τους οδηγήσει στη λύτρωση. Κεντρικό γεγονός της σωτηριώδους αποστολής
του Χριστού ήταν ο θάνατος Του στον Σταυρό. Ο σταυρικός θάνατος του Χριστού
αποτελεί το «κατεξοχήν έργο της αποκάλυψης» του Θεού που προσφέρει στον άνθρωπο
τη δυνατότητα για κοινωνία με τον Θεό.
Ο θάνατος του Χριστού σήμαινε και την
τριήμερη κάθοδό Του στον Άδη, την «εισβολή» Του στο «βασίλειο» της φθοράς και
του θανάτου. Όμως, έτσι ο Χριστός νίκησε τον ίδιο τον θάνατο καθώς η ίδια η ζωή
βρέθηκε μέσα στο «βασίλειο του θανάτου». Παράλληλα, η κάθοδος του Χριστού στον
Άδη σηματοδότησε και το κήρυγμα του Ευαγγελίου σε όλες τις ψυχές οι οποίες
βρίσκονταν μέχρι τότε εξανδραποδισμένες εκεί∙ με άλλα λόγια έδωσε τη δυνατότητα
και σ’ αυτές τις ψυχές να αποτινάξουν τα δεσμά του θανάτου.
Στα Ευαγγέλια
συναντάμε συχνά πυκνά τον Χριστό να θαυματουργεί. Όμως, ξεχωριστή σημασία έχουν
τα θαύματα του Χριστού κατά τα οποία προβαίνει σε αναστάσεις νεκρών. Εκεί ο
Χριστός προβάλλεται ως Κύριος της ζωής και του θανάτου, όχι συμβολικά αλλά
κυριολεκτικά. Ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή της αναστάσεως του
Λαζάρου. Ο Ιησούς ενημερώνει τους μαθητές ότι θα μεταβούν στην οικία του Λαζάρου για
να τον αναστήσει, όταν Αυτός πληροφορείται τον θάνατο του προσφιλούς Του
προσώπου. Και όταν φτάνει εκεί ο Ιησούς ο Λάζαρος ήταν ήδη νεκρός τέσσερις
ημέρες. Πριν προβεί στην ανάσταση λέει στη Μάρθα : «ἐγώ εἰμί ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ
ζωή. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται∙ καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς
ἐμέ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰώνα» (Ιω 11, 24-26). Η αποφθεγματική αυτή φράση του
Χριστού δεν έχει μόνο συμβολικό ή θεολογικό περιεχόμενο, αλλά και κυριολεκτικό.
Ύστερα από λίγο ο Ιησούς στέκεται μπροστά από τον σπηλαιώδη τάφο του Λαζάρου
και αναφωνεί «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω∙ καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας
καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδεδέτο» (Ιω, 11, 44).
Στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ο Θεός και
ο Λόγος Του ταυτίζονται με το φως και τη ζωή – αντιστρόφως η απομάκρυνση από
τον Θεό ταυτίζονται με το σκοτάδι και τον θάνατο. Ήδη από τον πρόλογο του
Ευαγγελίου ο Ιωάννης το δηλώνει ρητά : «ἐν αὐτῷ ἡ ζωή ἦν, καὶ ἡ ζωή τὸ φῶς τῶν
ἀνθρώπων. Καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτό οὐ κατέλαβεν…Ἦν τὸ
φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ιω 1, 4-5
και 9) και σε άλλο σημείο : «ἐγώ εἰμί τὸ φῶς τοῦ κόσμου∙ ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ
περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς (Ιω, 8, 12). Στον Ιωάννη τα
έσχατα δεν αποτελούν τόσο κάτι που αναφέρεται στο μέλλον αλλά αναφέρονται κυρίως στο παρόν. Τώρα είναι
που ο άνθρωπος με τον Χριστό αποτινάσσει τα δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου
και εισέρχεται στη ζωή και στο φως.
Η πορεία του Χριστού προς το Πάθος,
τον Σταυρό και την Ανάσταση, προφανώς, και αποτελούν το κύριο έργο της
ενανθρώπισης του Λόγου του Θεού, το έργο με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να
νικήσει τη φθορά της αμαρτίας που επιφέρει τον θάνατο και να κερδίσει την
αιώνια ζωή. Είναι εύλογο πως στα ευαγγέλια οι αφηγήσεις αυτές κατέχουν
σημαντικό ρόλο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τα γεγονότα του «πάθους του Ιησού»
στις ευαγγελικές αφηγήσεις συνδέονται άμεσα με την Παλαιά Διαθήκη, καθώς οι
ευαγγελιστές δεν καταγράφουν απλώς την ιστορία του πάθους, αλλά θεολογούν
συνδέοντας την Παλαιά Διαθήκη με τον Χριστό μέσα στο πλαίσιο της Θείας
Οικονομίας για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Ο Απόστολος Παύλος στις επιστολές του θεολογεί και για
το ζήτημα του θανάτου. Για τον Παύλο ο θάνατος του ανθρώπου είναι συνέπεια της
αμαρτίας και μπορεί να λυτρωθεί απ’ αυτόν μόνο αν απαντήσει καταφατικά στο
σωτήριο κάλεσμα του Χριστού. Για τον Παύλο ο σταυρικός θάνατος και η ανάσταση
του Ιησού είναι η οδός της λύτρωσης για την αμαρτία και τον θάνατο του ίδιου
του ανθρώπου. Στις επιστολές του επανέρχεται πολλές φορές στο ζήτημα αυτό.
Το ζήτημα του θανάτου ως συνέπεια της
αμαρτίας και ως φθορά για τον άνθρωπο ο Παύλος το πραγματεύεται διεξοδικά στην
«προς Ρωμαίους» επιστολή του. Στην επιστολή αυτή ο Απόστολος των Εθνών κάνει
λόγο για τον σταυρικό θάνατο του Χριστού χάρη στον οποίο κατέστη δυνατός ο
εξιλασμός των αμαρτιών μέσω της πίστης. Ο Χριστός έτσι έδειξε έμπρακτα την
αγάπη του για τον άνθρωπο και μπορούν να συγχωρεθούν οι αμαρτίες (Ρωμ 3, 25).
Και συνεχίζει ο Παύλος επισημαίνοντας ότι ο σταυρικός θάνατος του Χριστού έγινε
από την απέραντη αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο με σκοπό να τον λυτρώσει από
την αμαρτία και να του προσφέρει τη σωτηρία (Ρωμ. 5, 6-10).
Ο Απόστολος Παύλος συνδέει το ζήτημα
του θανάτου με τον Αδάμ και το Προπατορικό Αμάρτημα καθώς αποτελεί την αιτία
που ο άνθρωπος πεθαίνει. Όμως, ο άνθρωπος με την πίστη του στον Χριστό αποκτά
τη δυνατότητα να ξεπεράσει την αμαρτία του. Η ανθρωπότητα απαλλάσσεται από την
παλιά κατάσταση, όπου κυριαρχούσε ο θάνατος και εισέρχεται σε μια νέα
κατάσταση, αυτήν της ελευθερίας και της συμφιλίωσης με τον Θεό∙ με τη χάρη του
Θεού οδηγείται στη σωτηρία και την αιώνια ζωή μέσω του Χριστού (Ρωμ. 5, 21).
Εμβαθύνοντας ο Παύλος συνδέει το βάπτισμα του ανθρώπου
με τη συμμετοχή στον σταυρικό θάνατο και την ανάσταση του Χριστού προκειμένου
να κερδίσει ο άνθρωπος την αιώνια ζωή (Ρωμ. 6, 1-6). Το δηλώνει ρητά : «τοῦτο
γινώσκοντες, ὅτι ο παλαιός ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη ἵνα καταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς
ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ» (Ρωμ. 6, 6). Ο άνθρωπος με το
βάπτισμα παύει να βρίσκεται υπό την επιρροή της αμαρτίας και εισέρχεται σε μια
καινούργια εντελώς κατάσταση- συμμετέχει στην καινή κτίση που φανέρωσε ο
Χριστός. Έτσι, γίνεται πολίτης της βασιλείας του Θεού και κοινωνός της
αφθαρσίας και της αθανασίας. Η ανάσταση του Χριστού δεν νίκησε απλώς την
αμαρτία, νίκησε τον ίδιο τον θάνατο∙ ο Χριστός με την ανάστασή του
εξανδραπόδισε τον θάνατο και έτσι ο άνθρωπος μπορεί να αποτινάξει τα δεσμά του
θανάτου ζώντας πλέον κοντά στον Θεό (Ρωμ. 6, 7-11). Στην απόληξη της περικοπής
ο Παύλος επαναδιατυπώνει τη σχέση αμαρτίας και θανάτου : «τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς
ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεού ζωή αἰώνιος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ
ἡμῶν. (Ρωμ. 6, 23).
Οι Χριστιανοί ενώνονται με τον Χριστό διαμέσου του λυτρωτικού έργου Του και καθοδηγούνται σε μια νέα ζωή διαποτισμένη από το Άγιο Πνεύμα και η αγάπη προς τον πλησίον είναι η κινητήριος δύναμη γι’ αυτή τη νέα ζωή. Ο Χριστός απελευθερώνει τον άνθρωπο «ἀπό τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου» (Ρωμ. 8, 2). Οι αμαρτίες είναι αυτές που επιφέρουν τον θάνατο, ενώ όταν ο άνθρωπος εφαρμόζει τις εντολές του Θεού κατευθύνεται προς τη ζωή (Ρωμ. 8, 6). Βέβαια, ο σωματικός θάνατος παραμένει μια πραγματικότητα για τον άνθρωπο εξαιτίας της αμαρτίας∙ όμως, ο Θεός προσφέρει την προοπτική της αιώνας ζωής και, μάλιστα, τα ίδια «θνητά σώματα» των ανθρώπων μπορούν να «ζωοποιηθούν» («εἰ δὲ Χριστός ἐν ὑμῖν, τὸ μὲν σῶμα νεκρόν δι’ ἁμαρτίαν, τὸ δὲ πνεῦμα ζωή διὰ δικαιοσύνην. Εἰ δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν, ὁ ἐγείρας τὸν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ζωοποιήσει καὶ τὰ θνητά σώματα ὑμῶν διὰ τοῦ ἐνοικοῦντος αὐτοῦ Πνεύματος ἐν ὑμῖν,» Ρωμ. 8, 10). Και τονίζει ότι είναι η αμαρτία που οδηγεί τον άνθρωπο στον θάνατο, ενώ η αποφυγή της με τη χάρη του Θεού στη ζωή (Ρωμ. 8, 13-14). Ακολούθως, ο Απόστολος Παύλος υπογραμμίζει τις διαστάσεις του ελπιδοφόρου μηνύματος του νέου κόσμου που θα έρθει με την ανάσταση. Υποστηρίζει ότι όλη η κτίση λαχταρά την «πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι»(Ρωμ. 8,18) και προσμένει να αποτινάξει τα δεσμά της φθοράς και να απελευθερωθεί (Ρωμ. 8,21-22) – η αναγέννηση του ανθρώπου συνακολουθείται και από την ανακαίνιση της ίδιας της κτίσης καθώς άνθρωπος και κτίση προσδοκούν την κοινή τους σωτηρία Η μελλοντική ανάσταση θα σημάνει και τη λύτρωση του ανθρωπίνου σώματος από τη φθορά -η ανάσταση δηλαδή των ανθρώπων θα αφορά και τα σώματά τους: «τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματος ἡμῶν» (Ρωμ. 8, 23). Με άλλα λόγια ο Παύλος συνυφαίνει τον θάνατο και την ανάσταση με την ελπίδα (Ρωμ. 8, 24-25). Και πιο κάτω ο Παύλος τονίζει εμφατικά : «εἰς τοῦτο γὰρ Χριστός καὶ ἀπέθανε καὶ ἀνέστη καὶ ἔζησεν, ἵνα καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων κυριεύσῃ» (Ρωμ. 14, 9).
Το θέμα του θανάτου και της ανάστασης
αποτελεί βασικό θέμα της «Α΄ προς Κορινθίους» επιστολής του Παύλου. Ο απόστολος
από την αρχή τονίζει ότι ο θάνατος του Χριστού στον Σταυρό είναι αυτός που
μπορεί να εξασφαλίσει τη σωτηρία των ανθρώπων (Κορ Α΄, 1, 17-18) και ότι η
θυσία του Χριστού έγινε για χάρη των ανθρώπων (Κορ. Α΄, 5,7). Δεν παραλείπει να
επισημάνει ότι το ανθρώπινο σώμα είναι ο ναός του Αγίου Πνεύματος και, κυρίως,
ότι θα αναστηθεί και αυτό, όπως αναστήθηκε και ο ίδιος ο Χριστός (Κορ Α΄, 6,
13-20).
Ο Χριστός πέθανε «ὑπέρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν», τάφηκε και αναστήθηκε «τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατά τὰς γραφάς» (Κορ. Α΄, 5, 3-5) και στη συνέχεια ως αναστημένος εμφανίστηκε σε πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους καθώς και στον ίδιο τον Παύλο (Κορ. Α΄, 15, 6-8). Η ανάσταση του Χριστού είναι αυτή που νοηματοδοτεί και δίνει περιεχόμενο και ουσία στην πίστη των Χριστιανών και διασφαλίζει και την ανάσταση των ανθρώπων : «εἰ δὲ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, κενόν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενή δὲ καὶ ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄-Κορ, 15, 14) και «εἰ γὰρ νεκροί οὐκ ἐγείροναι, οὐδέ Χριστός εγήγερται. εἰ δὲ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν∙ ἔτι ἐστέ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν» (Κορ. Α΄, 15, 16-17). Χωρίς την ανάσταση του Χριστού θα ήταν αδύνατη η ανάσταση των ανθρώπων και ο θάνατος θα σήμαινε το οριστικό τους τέλος (ἄρα καὶ οἱ κοιμηθέντες ἐν Χριστῷ ἀπώλοντο, Α΄ Κορ 15, 18). Η ανθρώπινη ζωή θα ήταν ένα απέραντο πέλαγος δυστυχίας και θλίψης καθώς θα είχε απωλεσθεί η προοπτική της αιώνιας ζωής («εἰ ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἠλπικότες ἐσμέν ἐν Χριστῷ, ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων ἐσμέν», Κορ. Α΄, 15, 19). Αλλά, η ανάσταση του Χριστού είναι πραγματική, είναι αληθινή και γι’ αυτό σηματοδοτεί και την ανάσταση όλων των νεκρών («Νυνί δὲ Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο», Κορ. Α΄, 15, 20). Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Απόστολος Παύλος στο σημείο αυτό χρησιμοποιεί τη λέξη «κεκοιμημένων». Για τον Παύλο φαίνεται ότι ο θάνατος είναι σαν ένας «μακρός ύπνος», μια προσωρινή κατάσταση, όχι μόνιμη, όχι τελεσίδικη και οριστική, αλλά μία αναμονή για την αιώνια ζωή. Όσοι πέθαναν στην πραγματικότητα δεν είναι νεκροί, αλλά «κεκοιμημένοι», κοιμούνται δηλαδή προσδοκώντας την αιώνια ζωή καταλήγοντας : «ἐσχατος ἐχθρός καταργεῖται ὁ θάνατος» (Κορ. Α΄, 15, 26). Η φθαρτότητα του ανθρώπου, κληρονομιά του Αδάμ, θα μετατραπεί σε αφθαρσία με τη χάρη του Θεού(Κορ. Α΄, 15, 50). Η ανάσταση των νεκρών θα σημάνει την οριστική νίκη κατά της φθοράς («καὶ οἱ νεκροί ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι, καὶ ἡμεῖς ἀλλαγησόμεθα. Δεῖ γἀρ τὸ φθαρτόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν», Κορ. Α΄, 15, 52-53). Και με πανηγυρικό τόνο ο Παύλος απευθύνεται στον ίδιο τον θάνατο: «ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; Ποῦ σου, ᾃδη τὸ νῖκος;» (Κορ Α΄, 15, 55).
Μέσα στον απύθμενο πλούτο της
υμνολογίας της Εκκλησίας η ανάσταση του Χριστού κατέχει έναν ιδιαίτερο και
ξεχωριστό ρόλο. Είναι αυτή που εγκαινιάζει τη ίδια τη σωτηρία, είναι αυτή που
θανατώνει τον θάνατο, είναι αυτή που δίνει την αιώνια ζωή, που διασκορπίζει το
σκότος του θανάτου και κομίζει το φως της ζωής.
Ο πιο γνωστός αναστάσιμος ύμνος της
Εκκλησίας είναι το «Χριστός Ἀνέστη, τον οποίο οι Χριστιανοί ψάλλουν για σαράντα
μέρες μετά την ανάσταση :
Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν
θανάτῳ θάνατον πατήσας
καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι
ζωήν χαρισάμενος
Με μεστό και περιεκτικό τρόπο δεν εκφράζονται απλά οι κεντρικές χριστιανικές διδασκαλίες για την ανάσταση, αλλά κατατίθεται η εμπειρία της Εκκλησίας και η βεβαιότητα ότι όλοι θα αναστηθούμε. Ο Χριστός με την ανάστασή του από τους νεκρούς «πάτησε», δηλαδή κατατρόπωσε τον θάνατο και χάρισε τη ζωή σ’ αυτούς που είναι μέσα στους τάφους -είναι αξιοσημείωτο ότι στον πρώτο στίχο συναντάται η λέξη «νεκρός» ενώ πιο κάτω, στον τρίτο στίχο, η περίφραση «οἱ ἐν τοῖς μνήμασι». Με την ανάσταση του Χριστού οι νεκροί «έχουν μεταμορφωθεί» σε κεκοιμημένους. Ο τάφος του Χριστού είναι εν τέλει αυτός που μας προσφέρει τη ζωή, είναι τάφος ζωηφόρος, είναι η πηγή της ανάστασης των ανθρώπων.
Κατά την αναστάσιμη λειτουργία ξεχωρίζει ο «Λόγος Κατηχητικός εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα» του Ιωάννου Χρυσοστόμου (PG 59, στ.721-724), ένα από τα συγκλονιστικότερα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας. Ο λόγος αυτός διακρίνεται για τον πανηγυρικό του τόνο και το αισθήματα άρρητης χαράς και αγαλλίασης που εκπέμπει. Για τον Ιωάννη Χρυσόστομο η Ανάσταση του Χριστού είναι μια γιορτή, ένα τραπέζι εορταστικό, ένα πασχάλιο δείπνο, στο οποίο καλείται ο καθένας μας να λάβει μέρος : «Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες». Ακόμη κι αυτοί που έχουν αργοπορήσει να προσέλθουν στο «γιορτινό τραπέζι», κι αυτοί είναι ευπρόσδεκτοι. Γιατί το απροσμέτρητο έλεος του Θεού και η απέραντη αγάπη του αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους. Με την ανάσταση του Χριστού αίρονται οι διακρίσεις και η κοινωνική διαφοροποίηση των ανθρώπων. Κανείς πλέον δεν μπορεί να θρηνεί για τη φτώχεια του, καθώς η βασιλεία του Θεού είναι κοινή για όλους. Η ανάσταση του Χριστού σημαίνει συγχώρεση των αμαρτιών μας. Ο άνθρωπος στέκεται πλέον ενώπιον του θανάτου χωρίς φόβο, γιατί η έγερση του Χριστού από του τάφου έφερε και την οριστική κατατρόπωση του θανάτου. Ο θάνατος παύει να είναι ο αήττητος εχθρός, γιατί με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη, ο θάνατος οριστικά εξολοθρεύτηκε και ο άνθρωπος αποτίναξε τα δεσμά του θανάτου, της φθοράς και της αμαρτίας. Και όπως καταλήγει με θριαμβικό τόνο ο Ιωάννης Χρυσόστομος : «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος; Ἀνέστη Χριστός, καὶ σὺ καταβέβλησαι· ἀνέστη Χριστός, καὶ πεπτώκασι δαίμονες· ἀνέστη Χριστός, καὶ χαίρουσιν ἄγγελοι· ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρός οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος. Χριστός γὰρ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο»
Καλή ανάσταση!
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Καινή Διαθήκη, μετάφραση : Γαλίτη, Καραβιδόπουλου, Βασιλειάδη, Γαλάνη, εκδ. Βιβλικής Εταιρείας, Αθήνα 1989
- J.P. Migne, Patrologia Cursus Completus, τ.59, Paris 1857-1865
- Αγουρίδης Σάββας, Το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, Β΄ Κεφ 13-21, εκδ. Π. Πουρναρα, Θεσσαλονίκη 2005
- Ατματζίδης Χαράλαμπος, Θεολογία της Καινής Διαθήκης, Εισαγωγή, θεολογία των παύλειων επιστολών και θεολογία της ιωάννειας γραμματείας, εκδ. Ostracon, Θεσσαλονίκη 2004
- Βασιλειάδης Πέτρος, Παύλος, Τομές στη Θεολογία του, Α΄, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2004
- Γαλάνης Ιωάννης, Η πρώτη επιστολή του Απ. Παύλου προς Θεσσαλονικείς, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2004
- Γαλάνης Ιωάννης, Η Δευτέρα Επιστολή του Απ. Παύλου προς Θεσσαλονικείς, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2005
- Καραβιδόπουλος Ιωάννης, Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1998
- Καραβιδόπουλος Ιωάννης, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2004
- Κεσελόπουλος Ἀνέστης, Ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, Θεολογική προσέγγιση στις προκλήσεις της βιοηθικῆς, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2003
- Lohse Eduard, Επίτομη Θεολογία της Καινής Διαθήκης (μετάφραση : Σάββας Αγουρίδης), εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 42002
- Μαντζαρίδης Γεώργιος, Χριστιανική Ηθική ΙΙ, εκδ. Πουρναρα, Θεσσαλονίκη 2006
- Ματσούκα Α. Νίκου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β΄, Έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντιπαράθεση με τη δυτική χριστιανοσύνη, εκδ. Πουρναρα, Θεσσαλονίκη 2006
- Νικολαΐδης Νικόλαος, Γιατί ο Θάνατος; Και Πέραν του Τάφου;, εκδ. Ορθόδόξου Χριστιανικής Αδελφότητος Λυδία, Ασπροβάλτα Θεσσαλονίκης 2016
- Φλορόφσκυ Γεώργιος, Δημιουργία και Απολύτρωση (μετάφραση : Παναγιώτη Κ. Πάλλη), εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2004
- Ψυχάρης Αθανάσιος, Ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ, τις θέλει με ελευθερώσει από του σώματος του θανάτου τούτου; (Ρωμ. 7,24). Ο θάνατος στην Χριστιανική παράδοση, Πάτρα 2022, [Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία στο Ε.Α.Π.]


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.