Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

10 χρόνια από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης: Η συνοδικότητα ως κλήση και χρέος της Εκκλησίας


Του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

Δέκα χρόνια συμπληρώνονται εφέτος από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία συνήλθε στην Κρήτη τον Ιούνιο του 2016. Ένα γεγονός ιστορικής σημασίας, καρπός μακράς προετοιμασίας και πανορθόδοξης συνεργασίας, που ανέδειξε την ευθύνη των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών να συναντώνται, να συνομιλούν και να εκφράζουν από κοινού τη μαρτυρία τους μέσα στον σύγχρονο κόσμο. Η συμπλήρωση μιας δεκαετίας από τη σύγκλησή της επιβεβαιώνει ότι η σημασία της παραμένει ζωντανή και ότι τα ζητήματα που έθεσε εξακολουθούν να απασχολούν την εκκλησιαστική ζωή.

Η επέτειος αυτή προσφέρει μια ουσιαστική ευκαιρία θεολογικού αναστοχασμού γύρω από το μυστήριο της συνοδικότητας, το οποίο βρίσκεται στον πυρήνα της ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Η Εκκλησία φανερώνεται ως κοινωνία προσώπων και τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες πορεύονται εν Αγίω Πνεύματι και αναζητούν από κοινού το θέλημα του Θεού μέσα στην ιστορία. Η σύνοδος αποτελεί έκφραση αυτής της εκκλησιαστικής πραγματικότητας και μαρτυρία της ενότητας που πηγάζει από την κοινή πίστη και την ευχαριστιακή ζωή.

Τα κείμενα της Κρήτης ασχολήθηκαν με σημαντικά ζητήματα της εκκλησιαστικής ζωής και της αποστολής της Ορθοδοξίας στον κόσμο: τη μαρτυρία της Εκκλησίας στη σύγχρονη κοινωνία, την ορθόδοξη διασπορά, το μυστήριο του γάμου, τη νηστεία, την εκκλησιαστική αυτονομία και τις σχέσεις με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο. Στο επίκεντρο των αποφάσεων βρέθηκε η συνείδηση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να προσφέρει λόγο αλήθειας, ειρήνης και καταλλαγής προς κάθε άνθρωπο. Παράλληλα, η Σύνοδος ανέδειξε την ανάγκη μιας κοινής ορθόδοξης παρουσίας απέναντι στις προκλήσεις της εποχής, ενισχύοντας τη συνείδηση της ευθύνης που μοιράζονται όλες οι τοπικές Εκκλησίες.

Η ιστορία της Εκκλησίας διδάσκει ότι η σημασία μιας Συνόδου αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα στον χρόνο. Η πρόσληψη των αποφάσεών της, η θεολογική τους ερμηνεία και η ενσωμάτωσή τους στην εκκλησιαστική ζωή αποτελούν στοιχεία της συνοδικής εμπειρίας. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι αναγνωρίστηκαν μέσα από τη συνείδηση του εκκλησιαστικού σώματος και τη διαχρονική αποδοχή της μαρτυρίας τους. Κατά τον ίδιο τρόπο, η αξιολόγηση της Κρήτης συνεχίζει να εξελίσσεται μέσα στη ζωή της Εκκλησίας.

Η επίκληση της έλλειψης ομοφωνίας ως λόγου απαξίωσης της Συνόδου της Κρήτης παραβλέπει ένα βασικό ιστορικό γεγονός: καμία σημαντική Σύνοδος στην ιστορία της Εκκλησίας δεν κρίθηκε αποκλειστικά από τον αριθμό των συμμετεχόντων ή από την απουσία αντιρρήσεων. Η εκκλησιαστική αλήθεια δεν λειτουργεί με όρους δικαιώματος αρνησικυρίας. Η ζωή της Εκκλησίας γνωρίζει τη συνοδική πορεία, τη θεολογική ζύμωση και την πρόσληψη των αποφάσεων μέσα στον χρόνο. Γι’ αυτό και η απουσία ορισμένων Εκκλησιών από την Κρήτη συνιστά ασφαλώς μια πληγή στην πανορθόδοξη ενότητα, χωρίς όμως να αναιρεί το κύρος της Συνόδου ούτε τη σημασία των αποφάσεών της.

Η μεγαλύτερη ίσως παρακαταθήκη της Κρήτης βρίσκεται στην ανάδειξη της πανορθόδοξης συνάντησης ως μόνιμης ανάγκης της ζωής της Εκκλησίας. Η συνοδικότητα συνδέεται οργανικά με την ευχαριστιακή εμπειρία και εκφράζει την κοινωνία των Εκκλησιών. Μέσα από τη σύναξη καλλιεργείται η αίσθηση της κοινής ευθύνης, ενισχύεται η αδελφική σχέση μεταξύ των Εκκλησιών και διαμορφώνεται η δυνατότητα κοινής μαρτυρίας απέναντι στις προκλήσεις της εποχής.

Ακριβώς γι’ αυτό η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο αμφισβητήσεων και επικρίσεων. Η συζήτηση γύρω από το έργο και την κληρονομιά της αποκαλύπτει ότι η αντιπαράθεση αφορά σε βαθύτερα ζητήματα εκκλησιολογίας και εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας. Κύκλοι, που έχουν συνδέσει την εκκλησιαστική τους θεώρηση με τις επιδιώξεις του Πατριαρχείου Μόσχας και της ευρύτερης ρωσικής εκκλησιαστικής στρατηγικής, αντιμετώπισαν εξαρχής τη Σύνοδο με επιφυλάξεις ή και ανοιχτή εχθρότητα. Στο ίδιο μέτωπο συναντώνται συχνά και ακραίες ζηλωτικές ομάδες, οι οποίες έχουν αναγάγει την απόρριψη της Συνόδου της Κρήτης σε κριτήριο ορθοδοξίας. Στους χώρους αυτούς καθιερώθηκε μάλιστα ο απαξιωτικός όρος «κολυμπαριστές» για όσους αποδέχονται τη Σύνοδο, χαρακτηρισμός που αντλεί το όνομά του από το Κολυμπάρι Χανίων, όπου πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου τον Ιούνιο του 2016. Η ίδια η χρήση του όρου φανερώνει την πρόθεση μετατροπής ενός ιστορικού εκκλησιαστικού γεγονότος σε ιδεολογικό σύνθημα και ενός τόπου πανορθόδοξης συνάντησης σε αφορμή διχαστικής αντιπαράθεσης. Χαρακτηριστικές υπήρξαν και περιπτώσεις εκκλησιαστικών προσώπων που συνέδεσαν τη δημόσια παρουσία και τη στάση τους με την απόρριψη της Συνόδου, φθάνοντας να θεωρήσουν το ζήτημα αυτό καθοριστικό για την εκκλησιαστική τους πορεία. Η πρόσφατη περίπτωση του Μητροπολίτη πρώην Πάφου Τυχικού καταδεικνύει πόσο βαθιά έχει διεισδύσει αυτή η αντίληψη σε ορισμένους κύκλους. Έτσι, ένα σημαντικό μέρος της πολεμικής κατά της Συνόδου υπερβαίνει τα όρια του θεολογικού προβληματισμού και συνδέεται με ευρύτερους ανταγωνισμούς και ιδεολογικές προσεγγίσεις γύρω από τη φυσιογνωμία, την ενότητα και την πορεία της Ορθοδοξίας κατά τον 21ο αιώνα.

Οι σημερινές συνθήκες καθιστούν ακόμη πιο επίκαιρα τα μηνύματα της Κρήτης. Οι πόλεμοι, οι μετακινήσεις πληθυσμών, η φτώχεια, οι κοινωνικές ανισότητες, η τεχνολογική μετάβαση και η οικολογική κρίση ζητούν έναν λόγο εμπνευσμένο από το Ευαγγέλιο και μια παρουσία που να υπηρετεί τον άνθρωπο και τη δημιουργία. Η Ορθοδοξία διαθέτει πλούσια πνευματική παράδοση, ικανή να φωτίσει τα σύγχρονα αδιέξοδα μέσα από το ήθος της κοινωνίας, της ευθύνης και της ευχαριστίας. Για να καταστεί αυτή η μαρτυρία πειστική και δημιουργική, απαιτείται κοινός βηματισμός, αμοιβαία εμπιστοσύνη και καλλιέργεια της συνοδικής συνείδησης.

Δέκα χρόνια μετά, η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης εξακολουθεί να υπενθυμίζει ότι η ενότητα της Εκκλησίας εκφράζεται μέσα από τη συνάντηση, τον διάλογο, τη συναπόφαση και τη μαρτυρία της κοινής πίστεως. Η συνοδικότητα αποτελεί τρόπο ζωής της Εκκλησίας και έκφραση του ίδιου του εκκλησιαστικού της είναι. Η Κρήτη υπήρξε ένας σημαντικός σταθμός στην πορεία της πανορθόδοξης συνεργασίας και μια υπενθύμιση της ευθύνης που συνοδεύει κάθε εκκλησιαστική σύναξη. Μέσα από αυτή την προοπτική, η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος παραμένει σημείο αναφοράς για το παρόν και ταυτόχρονα πρόσκληση προς το μέλλον, όπου η ενότητα, η κοινωνία και η κοινή μαρτυρία της Ορθοδοξίας συνεχίζουν να αποτελούν διαρκές ζητούμενο και ανεκτίμητη διακονία προς τον κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.