Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Το πιρούνι της προδοσίας


Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ 

Μπαίνοντας διστακτικά στο θάλαμο ο Τζώνυ ένιωθε μεγάλη συγκίνηση και  κάτι σαν δέος που θα αντίκρυζε την πιο αγαπημένη από τις ξαδέλφες του τόσα χρόνια αργότερα, μπορεί και πάνω από 50. Προετοιμασμένος να δει μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα, μια γριά που πλησίαζε τα 90, εκείνος, είχε πατήσει τα 80.

Εκείνη, είχε κλειστά τα μάτια σαν να κοιμόταν. Στάθηκε άφωνος για λίγο!

Η Χριστινούλα, όπως την έλεγαν μικρή, πολύ ηλικιωμένη μεν, αλλά στο κουρασμένο της πρόσωπο υπήρχαν πολύ έντονα σημάδια παλιάς ομορφιάς και ευγένειας.

Έμεινε για λίγο να την κοιτάζει χωρίς να μιλάει για να μην την ξαφνιάσει και φοβηθεί.

Κάποια στιγμή, άνοιξε τα μάτια της και σαν από ένστικτο γύρισε και κοίταξε προς το μέρος του.

-Χριστινούλα μου...ψέλλισε δειλά ο Τζώνυ.

-Δε σας γνωρίζω, ποιος είστε που με αποκαλείτε Χριστινούλα; Αυτό ήταν το πολύ νεανικό μου όνομα. Μα, με το που παντρεύτηκα, ξεχάστηκε και έμεινα Χριστίνα.

-Είμαι ο Γιάννης, το μικρό σου ξαδελφάκι, με θυμάσαι καθόλου;

Ανακάθισε  λίγο στα μαξιλάρια με τη βοήθειά του, άνοιξε μια μεγάλη αγκαλιά, και:

-Γιαννάκη μου, Γιαννούκο μου, πώς βρέθηκες εδώ; Σε είχαμε για χαμένο.

-Έχεις δίκιο...μισός αιώνας είναι αυτός. Βαριά και δύσκολη η ξενιτιά Χριστινούλα μου.

-Αλλιώς τα περιμένεις κι αλλιώς σου βγαίνουν.

-Μίλησε μου για τη ζωή σου Γιαννάκη μου, παντρεύτηκες; Έχεις παιδιά; Θα έχεις και δισέγγονα τώρα.

-Ναι, παντρεύτηκα, Χριστινούλα μου, γιατί έπρεπε, πολύ βαριά η μοναξιά στην ξένη γη. Πήρα μια ντόπια, από εκεί,  (πού να βρεις Ελληνίδα τότε), Αμερικανίδα με καταγωγή από Ιταλία. Καλή κοπέλα η Νάνσυ. Κάναμε 4 παιδιά κι έχουμε 10 εγγόνια και τρία δισέγγονα. Καλή ζωή περάσαμε, αλλά την έχασα δυο χρόνια πριν. Έτσι, αποφάσισα να γυρίσω στην Πατρίδα να δω αν έμεινε κανένας από την φαμελιά μας. Ο ξάδελφός μας ο Θανάσης, γέρος πια κι αυτός, μου είπε ότι μείνατε μόνο εσύ κι εκείνος. Αλλά εσύ, μου είπε, από τις κακουχίες που πέρασες είσαι ανήμπορη χρόνια τώρα. Έτσι σε βρήκα Χριστινούλα μου!

-Μα, γιατί τόσες κακουχίες κορίτσι μου; Πες μου τα δικά σου, εγώ τα δικά μου σου τα είπα μέσες-άκρες.

-Σε θυμάμαι πολύ όμορφη κοπέλα. Στον τόπο μας είχαν να το λένε ότι ήσουν η ομορφότερη και η καλύτερη κοπέλα! Περιβόητη νύφη! Και κόρη του Δήμαρχου! Τι μεσολάβησε και ξέπεσες τόσο; Τα καλύτερα παιδιά σε θέλανε!

-Αχ Γιαννάκη μου, σαν τι να σου πω, από πού ν΄ αρχίσω και πού να τελειώσω.

Δεν ξέρω αν έτυχε να το ακούσεις  κι αν το θυμάσαι, όπου παλιά λέγανε:

-Όπου μοναχοκόρη  και όμορφη με όλες τις χάρες, θα κακοπέσει.

Κι όπου πολλές χωρίς χάρες, θα καλοπαντρευτούν.

-Ε, αυτό συνέβη με μένα.

-Ήμουν 19 χρονών, Αύγουστος μήνας, με τις ζέστες του και τις ομορφιές του. Ο Μανούσος, ένα πάμπτωχο χωριατόπαιδο, μόλις είχε απολυθεί από το Στρατιωτικό, υπηρέτησε μειωμένη θητεία, γιατί ήταν βεραμέντε, «προστάτης» της χήρας μάνας και της αδελφής και γύρισε στον τόπο μας.  

-Ένα βράδυ στη βόλτα, κάτω στο λιμάνι, με είδε με φίλες μου.

-Ποια είναι αυτή, ρώτησε την παρέα του, όπως έμαθα αργότερα. Ο πιο μεγάλος και σοβαρός, γυρίζει και του λέει:

 -Το καλό που σου θέλω μη σηκώνεις μάτια επάνω της. Ούτε για τα μούτρα σου είναι ούτε για τα δικά μας. Είναι η κόρη του Δημάρχου με το όνομα, με μόρφωση και καλλιέργεια.  Μην την κοιτάς και προχώρα. Μα εκείνος ορκίστηκε:

-Να μη με λένε Μανούσο αν δεν την παντρευτώ!

-Δεν πα΄  να του λέγανε οι άλλοι, εκείνος το χαβά του «θα την παντρευτώ».

-Όλα Γιαννάκη μου έγιναν πολύ γρήγορα. Προξενητάδες όχι μία όχι δύο αλλά τέσσερες φορές!

Ο μπαμπάς μου σε όλους απάντησε όχι. Μια μέρα κίνησε κι ήρθε μόνος. Τέτοιο θράσος για κείνα τα χρόνια! Με συγκρατημένη οργή ο μπαμπάς μου τον συμβούλεψε να φύγει και να μην τολμήσει ούτε έξω από το σπίτι να περάσει άλλη φορά.

-Και σε άφησε ήσυχη από τότε, ρώτησε ο Γιαννάκης;

-Όχι βέβαια, σκύλιασε  από το κακό του και άρχισε να με απειλεί ότι έγινε ρεζίλι σε όλο τον τόπο, που τον είχαν προειδοποιήσει κι αν δεν τον παντρευτώ κρυφά, χωρίς την άδεια των γονιών μου, θα τους σκοτώσει  και μετά θα καθαρίσει κι εμένα! Και «για του λέγου το αληθές, έβαλε το χέρι στην τσέπη κι έβγαλε ένα περίστροφο. Πανικοβλήθηκα, έμεινα άφωνη και ακίνητη.

-Ποτέ δε θα ανήκεις σε άλλον, απειλούσε. Όσα χρόνια κι αν περάσουν,  θα βρεθώ μπροστά σου και θα πάρω εκδίκηση.

-Κι εσύ τι έκανες Χριστινούλα μου; Το είπες στους γονείς σου;

-Όχι, ήμουν μικρό κορίτσι, μόλις είχα κλείσει τα 19, τρομοκρατήθηκα. Επηρεάστηκα κιόλας γιατί εκείνες τις μέρες, ένας αστυφύλακας στην Αθήνα, υπό παρόμοιες συνθήκες και με το υπηρεσιακό του περίστροφο, σκότωσε την κοπέλα και τους γονείς της. Και αυτός απειλούσε πως θα σκοτώσει πρώτα τους γονείς μου και μετά εμένα. Από τον τρόμο και το φόβο που με κυρίεψε,  τον ακολούθησα μια μέρα και παντρεύτηκα κρυφά από όλους!

-Δεν θέλω να σε κουράσω με λεπτομέρειες, θα προσπαθήσω να σου πω τα πιο σημαντικά.

-Σύρε πιο κοντά την καρέκλα Γιαννάκη μου, μη μας ακούνε και άλλοι.

Από την πρώτη μέρα του γάμου, άρχισε η ζήλεια, οι απαγορεύσεις και οι διαταγές.

-Δεν έζησα σαν άνθρωπος Γιαννάκη μου. Ευτυχώς, είχα πολύ καλή πεθερά, μέναμε μαζί, άγιο το χώμα που τη σκέπασε. Εκείνη έπαιρνε το μέρος μου συνέχεια. Τον έστηνε στον τοίχο και τον έφτυνε που «είχε τέτοια κοπέλα» κι αντί να την έχει καμάρι του και περηφάνια του εκείνος της φερόταν με τον πιο βάρβαρο τρόπο».

-Με έβριζε, με χτύπαγε με κακοποιούσε, κλωτσιές και χυδαίες βρισιές συνέχεια.

Πήγαινε με άλλες από τις πρώτες εβδομάδες του γάμου μας. Και πού να μιλήσω εγώ; Με τι μούτρα να έλεγα στους γονείς μου την αλήθεια, όπου τους πρόσβαλα σε όλο τον κόσμο, να παντρευτώ μοναχή μου, ενάντια στη θέλησή τους και χωρίς να τους πω τίποτα...

Λες και δεν έφταναν όλα αυτά, ήταν τεμπέλης κι ανεπρόκοπος. Ούτε εκείνος καταδεχόταν να δουλέψει, αλλά ούτε  εμένα άφηνε να δουλέψω από τη ζήλεια του.

 Χρόνια αργότερα με τρία μικρά παιδιά, μας πήρε και πήγαμε στον Καναδά, πως εκεί τάχα θα κάναμε την τύχη μας. Εκεί να δεις ζωή χαρισάμενη. Εγώ, με τρία παιδιά,  δούλευα δυο δουλειές και σκοτωνόμουν στην κούραση κι αυτός μία, μέχρι που τον έδιωξαν γιατί δεν απέδιδε.

Κι από κει και πέρα το  ΄παιζε γαμπρός. Πήγαινε σε περιοχές που δεν τον γνώριζαν και...αρραβωνιαζόταν κάθε λίγο. Μέχρι που τα αδέλφια μιας από όλες, όταν πήραν χαμπάρι περί τίνος πρόκειται, τον τσάκισαν στο ξύλο κι έμεινε στο Νοσοκομείο για πολύ καιρό. Ανάθεμα την ώρα που δεν τον τελείωσε και που ζούσε τι δηλαδή; Βάρος της γης ήτανε.

Μετά από αυτά, φύγαμε από τον Καναδά και γυρίσαμε στην πατρίδα, αλλά όχι στον τόπο μας, με τι μούτρα να φανεί εκεί;

Ο Θεός με λυπήθηκε κι έβγαλα καλά παιδιά. Τα σπούδασα με το αίμα της ψυχής μου, δούλευα ακατάπαυστα καθαρίστρια, πωλήτρια, ότι μπορούσα έκανα, ευτυχώς είχαν συχωρεθεί οι γονείς μου και δεν είδαν την κατάντια μου, τα πάντρεψα και τα καμαρώνω με τις όμορφες οικογένειές τους και τα εγγόνια μου. Αυτά η παρηγοριά κι ελπίδα μου.

Εκείνος τα δικά του, δεν άλλαξε. Να σκεφτείς κοντά 80 χρονών και...ερωτεύτηκε μίαν όμοια του. Μιλάμε για... μεγάλο έρωτα! Κάθε φορά που έμπαινα σε Νοσοκομείο εγώ και έλειπα για μέρες, εβδομάδες, την κουβαλούσε σπίτι κι εκείνη η παλιογυναίκα, το γύναιο, έκανε τη νοικοκυρά στο σπίτι μου. Την τελευταία φορά, γυρίζοντας από το Νοσοκομείο, βρήκα στη σουρώστρα, που βάζουμε τα πλυμένα πιατικά και κουταλοπίρουνα,  ένα πιρούνι που δεν ήταν δικό μου.

Ρωτώντας τον πού βρέθηκε, στην αρχή μου είπε ότι τάχα είχε πάει «από υποχρέωση» όσο ήμουν στο Νοσοκομείο σε ένα Μπάρμπεκιου, πήρε κόκαλα για το σκυλί και το πιρούνι έμεινε μέσα.

Τη δεύτερη φορά που τον ρώτησα, 2-3 χρόνια αργότερα, μου είπε πω του το έδωσαν για ενθύμιο όταν έφυγε από τη δουλειά του. Και την τρίτη, (εσκεμμένα τον ρωτούσα, γιατί ήταν ηλίθιος και ξέχναγε τι μου είχε πει πριν), μου έφερε από το ντουλάπι του, 5-6 από τα ίδια για να με πείσε πως… δεν ξέρω τι μου γίνεται, δικά μας είναι τα πιρούνια και το ξέχασα. Προφανώς, το συζητήσανε με την αγαπητικιά του και του έδωσε κι άλλα, ώστε να με «πείσει» πως τα πιρούνια είναι δικά μου! Δεν αντέδρασα, γιατί δεν άξιζε ο κόπος.

Φυσικά και δεν πίστευα τίποτα από όσα μου έλεγε. Άρχισε να μου ορκίζεται πως «δεν υπήρξε ποτέ ούτε υπάρχει άλλη γυναίκα» και να πάψω να τον υποψιάζομαι γιατί εκείνος...είναι κύριος και μόνο εμένα αγάπησε. Όχι πως τον πίστεψα φυσικά, αλλά δεν είχα δυνάμεις για καβγάδες. Στα παιδιά μου δεν ανέφερα κουβέντα ποτέ για όλα αυτά, σαν τι μπορούσαν να μου κάνουν. Άλλωστε, επειδή δεν ήθελαν να τον βλέπουν δεν πατούσαν ποτέ σπίτι και βλεπόμαστε εκείνα κι εγώ,  στα σπίτια τους ή έξω.

Το πιρούνι της ερωμένης, όμως, πρώτη θέση πάντα και μόνο με κείνο έτρωγε. Αδιαφορούσα πια, είχα τόσα σοβαρά προβλήματα με την υγεία μου, που προσπαθούσα να μην το βλέπω.

Μα όταν μετά από μια παρατεταμένη παραμονή στο Νοσοκομείο, γύρισα πίσω και διαπίστωσα ότι όσο έλειπα εκείνη ήταν σπίτι μου και είχε πετάξει τα δικά μου πετσετάκια, σεμαίν και άλλα από Τραπεζαρία και Σαλόνι και έβαλε δικά της, συν καινούριο πιρούνι γιατί το πρώτο είχε σπάσει, δεν άντεξα.

Άκουσε όσα βάσταγα μέσα μου τόσα χρόνια, τον στόλισα με όσα επίθετα μπορούσα να βρω και πολλά ακόμα. Αγρίεψε και άρχισε να με κλωτσάει.

Γιαννάκη μου, ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα και η τελευταία φορά που άπλωσε χέρι επάνω μου. Βρήκα τρόπο να πάρω τηλέφωνο την Αστυνομία, κατέφθασαν στο άψε σβήσε και τον συνέλαβαν. Όπως έφευγε με χειροπέδες, άρπαξα το πιρούνι της προδοσίας και του το πέταξα στα μούτρα, κόντεψε να του βγάλει το μάτι, δυστυχώς τη γλίτωσε,  αλλά καρφώθηκε όμως στο μάγουλο του. Έτσι σημαδεμένος και έρημος πια, ίσως κάποια στιγμή να ψάξει βαθιά μέσα του και να συναισθανθεί έστω και λίγο τι έκανε και ακόμα, τι είχε και τι έχασε και δεν εννοώ μόνο εμένα, αλλά παιδιά κι εγγόνια. Ποιος ξέρει.

Μα ήταν το ελάχιστο που μπορούσα να κάνω.

Η μόνη εκδίκηση, έστω και μικρή, που μπόρεσα να πάρω, για όλα όσα πέρασα στα χέρια του τόσα χρόνια.

-Κάτι για το οποίο δε μετάνιωσα ούτε τύψεις ένιωσα ποτέ.

Καταλαβαίνεις τώρα Γιαννούκο μου τις κακουχίες για τις οποίες σου μίλησε ο ξάδελφός μας ο Θανάσης;

Άναυδος μετά από όλα αυτά που άκουσε ο Τζώνυ. Δε χωρούσε στο μυαλό του ότι, υπάρχουν τέτοια τέρατα στην κοινωνία.

Την επισκεπτόταν κάθε μέρα. Η Χριστινούλα, όλο και συνερχόταν. Πλησίαζαν οι μέρες να πάρει εξιτήριο από το Νοσοκομείο. Τα παιδιά της επέμεναν να μην γυρίσει στο σπίτι της μόνη, να πάει να ζήσει μαζί τους. Όμως, η Χριστινούλα γνώριζε, πως οι γέροι γονείς,  δε χωράνε στα σπίτια των παντρεμένων παιδιών τους.

Ο Τζώνυ της είπε ότι ήρθε με την απόφαση να φτιάξει το πατρικό του σπίτι, μοναχοπαίδι ήταν, και να μείνει μόνιμα πια στην πατρίδα. Τα παιδιά του θα έρχονταν κάθε καλοκαίρι, τα είχαν συζητήσει. Να περάσει τα στερνά του στο αγαπημένο του χωριό και ν΄ αφήσει εκεί τα κόκκαλά του. Μπορούσε να μείνει μαζί του η Χριστινούλα, καλό και για τους δυο τους.

 Κι αν χρειαστεί αργότερα θα έπαιρναν ένα άτομο να τους φροντίζει.

-Χριστινούλα μου, δεν ξέρω τι ισχύει και τι γίνεται σήμερα στην πατρίδα, αλλά εμείς είμαστε αίμα! Και το αίμα μας, το τιμούσαμε πάντα, όπως ξέρεις.

δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.