Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Ο ηγούμενος Νικάνωρ εγκαλεί δημόσια τον Πατριάρχη Βουλγαρίας Δανιήλ

Εισαγωγή

Η δημόσια αντιπαράθεση που εκδηλώθηκε τις τελευταίες ημέρες στο εσωτερικό της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας συνιστά μία από τις σοβαρότερες εκκλησιαστικές εξελίξεις των τελευταίων ετών, καθώς για πρώτη φορά ένας προβεβλημένος Βούλγαρος ηγούμενος διατυπώνει επωνύμως τόσο εκτεταμένες αιτιάσεις κατά του ίδιου του Προκαθημένου της Εκκλησίας του.

Ο αρχιμανδρίτης Νικάνωρ, ηγούμενος της Ιεράς Μονής «Σβετογκόριε», δεν περιορίζεται σε διαφωνία ως προς τη στάση του Πατριάρχη Βουλγαρίας Δανιήλ απέναντι στο ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα. Με δύο διαδοχικές δημόσιες παρεμβάσεις αμφισβητεί ευθέως τον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή του, ασκήθηκαν συγκεκριμένες πατριαρχικές πρωτοβουλίες, θέτοντας ζήτημα συνοδικής νομιμοποίησης, θεσμικής λειτουργίας και σεβασμού της ορθόδοξης αρχής της συνοδικότητας.

Οι καταγγελίες αυτές αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή ακολουθούν την πρόσφατη επίσκεψη του ηγουμένου στο Κίεβο, όπου συλλειτούργησε με τον Μακαριώτατο Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Επιφάνιο, Προκαθήμενο της αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, η οποία έλαβε Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο Αυτοκεφαλίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2019. Η συλλειτουργία αυτή, ως ύψιστη έκφραση εκκλησιαστικής κοινωνίας, απέκτησε ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς πραγματοποιήθηκε σε μία περίοδο κατά την οποία η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να μην έχει αναγνωρίσει την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας.

Από το σημείο αυτό και έπειτα, η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται αισθητά. Το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα εξακολουθεί να αποτελεί το ιστορικό υπόβαθρο της αντιπαράθεσης, όμως το επίκεντρο των παρεμβάσεων του ηγουμένου Νικάνορα αφορά πλέον τη λειτουργία της συνοδικότητας, τη διάκριση μεταξύ προσωπικής πρωτοβουλίας και συνοδικής αποφάσεως, καθώς και τη στάση της Βουλγαρικής Εκκλησίας απέναντι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η υπόθεση, επομένως, υπερβαίνει τα όρια μιας προσωπικής διαφωνίας μεταξύ δύο εκκλησιαστικών προσώπων. Αγγίζει θεμελιώδη ζητήματα εκκλησιαστικής διοίκησης και κανονικής τάξεως, ενώ παράλληλα επηρεάζει τις ευρύτερες διορθόδοξες σχέσεις σε μία περίοδο κατά την οποία το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα εξακολουθεί να αποτελεί το σοβαρότερο σημείο δοκιμασίας της πανορθόδοξης ενότητας.

Χρονολόγιο των βασικών εξελίξεων

Ιανουάριος 2019

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο χορηγεί τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, διαμορφώνοντας μία νέα εκκλησιαστική πραγματικότητα, η οποία αναγνωρίζεται από ορισμένες Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, ενώ άλλες επιλέγουν να μην προχωρήσουν σε αναγνώριση.

2019

Ο τότε Μητροπολίτης Βιδινίου Δανιήλ αποστέλλει επιστολές προς Προκαθημένους και αρχιερείς άλλων Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών σχετικά με το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει σήμερα ο ηγούμενος Νικάνωρ, οι επιστολές αυτές δεν είχαν προηγουμένως εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Τα επόμενα έτη

Η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προχωρεί στην αναγνώριση της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, διατηρώντας επιφυλακτική στάση και χωρίς να διαμορφώσει σαφή συνοδική θέση επί του ζητήματος.

Σεπτέμβριος 2025

Κατά τη συνάντησή του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στη Θεσσαλονίκη, ο Πατριάρχης Βουλγαρίας Δανιήλ δηλώνει ότι ζήτησε συγγνώμη για την επιστολή που είχε αποστείλει το 2019 προς τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, διευκρινίζοντας όμως ότι εξακολουθεί να θεωρεί ορθό το περιεχόμενό της. Η δήλωση αυτή θα αποτελέσει αργότερα βασικό σημείο της δημόσιας κριτικής του ηγουμένου Νικάνορα.

2026

Ο ηγούμενος Νικάνωρ επισκέπτεται το Κίεβο και συλλειτουργεί με τον Μακαριώτατο Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Επιφάνιο, εκφράζοντας έμπρακτα την εκκλησιαστική κοινωνία με την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας.

Μετά την επιστροφή του δημοσιεύει δύο διαδοχικά κείμενα (παρατίθενται στο τέλος σε μετάφραση), στα οποία ασκεί δριμεία κριτική στις πρωτοβουλίες του Πατριάρχη Δανιήλ, θέτοντας στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου το ζήτημα της συνοδικής νομιμοποίησης των ενεργειών του και της λειτουργίας της συνοδικότητας στη Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η δημόσια παρέμβαση του ηγουμένου Νικάνορα

Η δημόσια αντιπαράθεση άρχισε να λαμβάνει νέες διαστάσεις μετά την επιστροφή του ηγουμένου Νικάνορα από το Κίεβο, όπου συμμετείχε σε συλλείτουργο με τον Μακαριώτατο Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Επιφάνιο, Προκαθήμενο της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας.

Η συγκεκριμένη επίσκεψη δεν αποτέλεσε μία απλή εθιμοτυπική ή προσωπική πρωτοβουλία. Στην ορθόδοξη παράδοση, η συλλειτουργία αποτελεί την πληρέστερη έκφραση εκκλησιαστικής κοινωνίας και, ως εκ τούτου, η παρουσία του Βούλγαρου ηγουμένου στο Κίεβο απέκτησε ιδιαίτερη εκκλησιολογική σημασία. Με την πράξη αυτή διαφοροποιήθηκε δημοσίως από τη μέχρι σήμερα στάση της επίσημης ηγεσίας της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία εξακολουθεί να μην έχει αναγνωρίσει την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας.

Η διαφοροποίηση αυτή δεν έμεινε στο επίπεδο του συμβολισμού. Μετά την επιστροφή του, ο ηγούμενος δημοσίευσε δύο διαδοχικά κείμενα, στα οποία διατύπωσε μία συνολική κριτική απέναντι στις πρωτοβουλίες του Πατριάρχη Βουλγαρίας Δανιήλ σχετικά με το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα.

Το πρώτο κείμενο επικεντρώνεται στις δημόσιες παρεμβάσεις και στις επιστολές του Πατριάρχη, ενώ το δεύτερο, μέσω της αναδημοσίευσης του άρθρου του Μίχολ Ο’Χέρλι με τίτλο «Acta sua sponte», μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της διαφωνίας στις θέσεις στο επίπεδο της εκκλησιολογίας και της συνοδικής λειτουργίας της Εκκλησίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο εκφράστηκε η διαφωνία. Ο ηγούμενος Νικάνωρ δεν περιορίστηκε σε γενικές αιχμές ούτε επέλεξε την οδό των ανώνυμων διαρροών. Αντιθέτως, υπέγραψε επωνύμως τις δημόσιες παρεμβάσεις του, παρέθεσε συγκεκριμένα γεγονότα, αναφέρθηκε σε δημόσιες δηλώσεις του Πατριάρχη Δανιήλ και διατύπωσε συγκεκριμένες κατηγορίες, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη των όσων υποστηρίζει.

Η επιλογή αυτή διαφοροποιεί αισθητά τη συγκεκριμένη υπόθεση από τις συνήθεις εσωτερικές διαφωνίες που αναπτύσσονται στους κόλπους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών και παραμένουν, κατά κανόνα, περιορισμένες σε ανεπίσημες συζητήσεις ή εσωτερικές διαδικασίες. Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση μεταφέρθηκε εξαρχής στον δημόσιο εκκλησιαστικό χώρο, αποκτώντας ευρύτερη απήχηση.

Οι βασικές κατηγορίες κατά του Πατριάρχη Δανιήλ

Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας του ηγουμένου Νικάνορα είναι ότι ο Πατριάρχης Δανιήλ συνεχίζει μία πρακτική που, κατά την άποψή του, είχε ήδη αρχίσει από την περίοδο κατά την οποία ήταν Μητροπολίτης Βιδινίου.

Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, ήδη από το 2019 είχαν αποσταλεί επιστολές προς Προκαθημένους και αρχιερείς άλλων Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών σχετικά με το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική απόφαση ή εξουσιοδότηση της Ιεράς Συνόδου της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο ίδιος επισημαίνει ακόμη ότι οι επιστολές αυτές εκδόθηκαν αργότερα από το Πατριαρχείο Μόσχας σε πολυτελή τετράγλωσση έκδοση, γεγονός το οποίο, κατά την εκτίμησή του, καταδεικνύει τη σημασία που αποδόθηκε στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία.

Στο πλαίσιο της ίδιας επιχειρηματολογίας, ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει η δημόσια δήλωση του Πατριάρχη Δανιήλ σχετικά με τη συνάντησή του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στη Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβριο του 2025. Όπως δήλωσε ο ίδιος, ζήτησε συγγνώμη για την επιστολή που είχε αποστείλει το 2019, διευκρινίζοντας όμως ότι εξακολουθεί να θεωρεί ορθό το περιεχόμενό της.

Κατά τον ηγούμενο Νικάνορα, η ταυτόχρονη διατύπωση συγγνώμης και επιμονής στην ορθότητα της ίδιας πράξης δημιουργεί εσωτερική αντίφαση και δεν συνιστά ουσιαστική μεταβολή της στάσης απέναντι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Τη συζήτηση αυτή έρχεται να ενισχύσει το δεύτερο δημοσίευμα, μέσω της αναδημοσίευσης του άρθρου «Acta sua sponte». Εκεί τίθεται ευθέως το ερώτημα εάν ένας Προκαθήμενος μπορεί να ενεργεί αυτοβούλως σε ζητήματα που αφορούν άλλη Τοπική Εκκλησία και να παρουσιάζει τις προσωπικές του παρεμβάσεις ως έκφραση ολόκληρης της Εκκλησίας του, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική συνοδική απόφαση.

Με τον τρόπο αυτό, η δημόσια αντιπαράθεση παύει να αφορά αποκλειστικά το περιεχόμενο των επιστολών ή τη στάση απέναντι στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας. Μετατοπίζεται στο κατά πόσον οι συγκεκριμένες ενέργειες αποτελούσαν προσωπικές πρωτοβουλίες ή επίσημες πράξεις της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ζήτημα το οποίο βρίσκεται στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του ηγουμένου Νικάνορα.

Το εκκλησιολογικό ζήτημα της συνοδικότητας

Πέρα από την κριτική που ασκείται στις επιμέρους ενέργειες του Πατριάρχη Δανιήλ, ο πυρήνας της δημόσιας παρέμβασης του ηγουμένου Νικάνορα εντοπίζεται σε ένα βαθύτερο εκκλησιολογικό ζήτημα: τα όρια της προσωπικής πρωτοβουλίας ενός Προκαθημένου και η σχέση της με τη συνοδική λειτουργία της Εκκλησίας.

Η προβληματική αυτή αναπτύσσεται κυρίως μέσα από το άρθρο «Acta sua sponte», το οποίο ο ηγούμενος επέλεξε να αναδημοσιεύσει, υιοθετώντας ουσιαστικά τον βασικό του προβληματισμό. Το ενδιαφέρον του κειμένου δεν εστιάζεται τόσο στο ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα καθαυτό όσο στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται αποφάσεις που επηρεάζουν τις σχέσεις μίας Τοπικής Εκκλησίας με τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Βασική θέση του άρθρου είναι ότι ένας Προκαθήμενος δεν μπορεί να ενεργεί acta sua sponte, δηλαδή με αποκλειστικά προσωπική πρωτοβουλία, όταν οι ενέργειές του αφορούν το σύνολο της Εκκλησίας που προΐσταται. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να παρουσιάζει προσωπικές παρεμβάσεις ως επίσημη έκφραση της συνοδικής βούλησης, εφόσον δεν έχει προηγηθεί σχετική απόφαση του αρμόδιου συνοδικού οργάνου.

Το επιχείρημα αυτό δεν αποτελεί απλώς διοικητική παρατήρηση. Εδράζεται στην ορθόδοξη εκκλησιολογία, σύμφωνα με την οποία η ανώτατη έκφραση της διοίκησης κάθε Τοπικής Εκκλησίας είναι η Ιερά Σύνοδος και όχι το πρόσωπο του Προκαθημένου. Ο Πατριάρχης ή ο Αρχιεπίσκοπος προεδρεύει της Συνόδου, εκφράζει τις αποφάσεις της και ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που αυτή του αναγνωρίζει, χωρίς να υποκαθιστά το συλλογικό της έργο.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο ηγούμενος Νικάνωρ θεωρεί ότι το πραγματικό ζήτημα δεν είναι αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τις θέσεις του Πατριάρχη Δανιήλ για την Ουκρανία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι θέσεις αυτές εκφράζουν πράγματι την Ιερά Σύνοδο της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ή αποτελούν προσωπικές εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν προς τα έξω ως επίσημη εκκλησιαστική θέση.

Η διάκριση αυτή διατρέχει ολόκληρη τη δημόσια επιχειρηματολογία του. Για τον λόγο αυτόν, η κριτική του δεν περιορίζεται στην αποστολή των επιστολών του 2019 ούτε στις μεταγενέστερες δηλώσεις του Πατριάρχη. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι όλες αυτές οι ενέργειες αποτελούν εκδηλώσεις του ίδιου προβλήματος: της υποκατάστασης της συνοδικής διαδικασίας από προσωπικές πρωτοβουλίες.

Στο πλαίσιο αυτό, αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η αναφορά του στην απουσία προηγούμενης συνοδικής εξουσιοδότησης. Εφόσον οι σχετικές επιστολές δεν εγκρίθηκαν από την Ιερά Σύνοδο —όπως ο ίδιος υποστηρίζει— γεννάται, κατά την άποψή του, εύλογο ερώτημα ως προς το ποιον ακριβώς εξέφραζαν: τον Προκαθήμενο προσωπικά ή τη Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία ως σύνολο.

Η επιχειρηματολογία αυτή μεταφέρει έτσι τη δημόσια συζήτηση από το επίπεδο της εξωτερικής εκκλησιαστικής πολιτικής στο επίπεδο της εσωτερικής εκκλησιαστικής τάξεως. Το διακύβευμα δεν παρουσιάζεται πλέον ως μία απλή διαφωνία για την Ουκρανία, αλλά ως ζήτημα πιστής εφαρμογής της συνοδικής αρχής, η οποία αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ορθόδοξης εκκλησιολογίας.

Η σύνδεση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα

Παρότι η δημόσια αντιπαράθεση επικεντρώνεται στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων εντός της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, είναι προφανές ότι το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα αποτελεί το ιστορικό και θεολογικό υπόβαθρο όλων των εξελίξεων.

Οι επιστολές του 2019, οι δημόσιες δηλώσεις του Πατριάρχη Δανιήλ, η συνάντησή του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, η επίσκεψη του ηγουμένου Νικάνορα στο Κίεβο και η δημόσια κριτική που ακολούθησε συνδέονται μεταξύ τους από έναν κοινό άξονα: τη στάση της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στην κανονική αναγνώριση της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ηγούμενος Νικάνωρ εμφανίζεται να υποστηρίζει ότι η σχέση της Βουλγαρικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν μπορεί να διαμορφώνεται μέσω προσωπικών πρωτοβουλιών ή μονομερών δημόσιων τοποθετήσεων, αλλά οφείλει να αποτελεί προϊόν συλλογικής συνοδικής επεξεργασίας.

Η θέση αυτή δεν συνιστά απλώς διαφορετική προσέγγιση απέναντι στο ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα. Συνδέεται άμεσα με τον τρόπο κατανόησης της ίδιας της ενότητας της Ορθοδοξίας και των σχέσεων μεταξύ των κατά τόπους Εκκλησιών. Για τον λόγο αυτόν, ο ηγούμενος αντιμετωπίζει τις πρόσφατες εξελίξεις όχι ως μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ως ενδείξεις ενός ευρύτερου προβλήματος που επηρεάζει τόσο την εσωτερική συνοχή της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας όσο και τη θέση της στον ευρύτερο διορθόδοξο χώρο.

Οι ευρύτερες εκκλησιαστικές προεκτάσεις

Οι δημόσιες παρεμβάσεις του ηγουμένου Νικάνορα υπερβαίνουν τα όρια μιας εσωτερικής διαφωνίας στη Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία. Η σημασία τους έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι αναδεικνύουν εκ νέου τα εκκλησιολογικά και κανονικά ζητήματα που εξακολουθούν να συνοδεύουν το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα και να επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία είχε μέχρι σήμερα αποφύγει δημόσιες εσωτερικές αντιπαραθέσεις τέτοιας έντασης γύρω από το θέμα της Ουκρανίας. Η δημόσια τοποθέτηση ενός γνωστού ηγουμένου, ο οποίος δεν περιορίζεται σε προσωπικές απόψεις αλλά διατυπώνει συγκεκριμένες κανονικές και εκκλησιολογικές αιτιάσεις κατά του ίδιου του Προκαθημένου του, δημιουργεί ένα νέο δεδομένο στον εσωτερικό εκκλησιαστικό διάλογο.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι οι κατηγορίες δεν επικεντρώνονται στην προσωπικότητα του Πατριάρχη Δανιήλ ούτε αποδίδουν κίνητρα στις ενέργειές του. Αντιθέτως, η επιχειρηματολογία του ηγουμένου αναπτύσσεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από ζητήματα θεσμικής λειτουργίας: τη νομιμοποίηση των ενεργειών, τη σχέση του Προκαθημένου με την Ιερά Σύνοδο και τον τρόπο με τον οποίο μία Τοπική Εκκλησία εκφράζει επισήμως τη θέση της έναντι των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Η επιλογή αυτή προσδίδει διαφορετικό χαρακτήρα στη δημόσια συζήτηση. Το βάρος μεταφέρεται από την αντιπαράθεση προσώπων στην εξέταση των θεσμών και της εφαρμογής των εκκλησιολογικών αρχών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η υπόθεση αποκτά ενδιαφέρον όχι μόνο για τη Βουλγαρική Εκκλησία αλλά και για κάθε Τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία που καλείται να αντιμετωπίσει σύνθετα διαρθόδοξα ζητήματα μέσω των προβλεπόμενων συνοδικών διαδικασιών.

Παράλληλα, η αναφορά του ηγουμένου στις σχέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο προσδίδει στη συζήτηση μία ακόμη διάσταση. Οι δημόσιες δηλώσεις του Πατριάρχη Δανιήλ για τη συνάντησή του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, καθώς και η ερμηνεία που δίδεται σε αυτές από τον ηγούμενο Νικάνορα, καταδεικνύουν ότι το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα εξακολουθεί να επηρεάζει τις σχέσεις μεταξύ των Τοπικών Εκκλησιών και να προκαλεί διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς τον τρόπο διαχείρισής του.

Η δημόσια αυτή αντιπαράθεση υπενθυμίζει επίσης ότι, στην ορθόδοξη εκκλησιολογία, η συνοδικότητα δεν αποτελεί απλώς διοικητική διαδικασία αλλά θεμελιώδη έκφραση της εκκλησιαστικής ζωής. Η τήρησή της συνδέεται άμεσα με τη συλλογική ευθύνη των επισκόπων και με τον τρόπο μέσω του οποίου κάθε Τοπική Εκκλησία διαμορφώνει και εκφράζει τις επίσημες θέσεις της.

Συμπέρασμα

Η δημόσια παρέμβαση του ηγουμένου Νικάνορα αποτελεί μία από τις πλέον αξιοσημείωτες εσωτερικές παρεμβάσεις που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια στη Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία. Η βαρύτητά της δεν προκύπτει μόνο από το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται, αλλά κυρίως από το περιεχόμενο των καταγγελιών και τον τρόπο με τον οποίο αυτές διατυπώνονται.

Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης δεν βρίσκεται αποκλειστικά η στάση απέναντι στην Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. Το ουσιαστικό ζήτημα, όπως το θέτει ο ηγούμενος Νικάνωρ, αφορά τη διάκριση μεταξύ προσωπικής πρωτοβουλίας και συνοδικής απόφασης, καθώς και το κατά πόσον οι δημόσιες παρεμβάσεις του Προκαθημένου εκφράζουν πράγματι τη βούληση της Ιεράς Συνόδου της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ανεξάρτητα από την τελική αξιολόγηση των συγκεκριμένων καταγγελιών, η υπόθεση αναδεικνύει τη σημασία που εξακολουθούν να έχουν για την ορθόδοξη εκκλησιολογία η συνοδικότητα, η θεσμική διαφάνεια και η σαφής διάκριση μεταξύ προσωπικής γνώμης και επίσημης συνοδικής θέσης.

Ταυτόχρονα, επιβεβαιώνει ότι το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο έντονων προβληματισμών και διαφορετικών εκκλησιολογικών προσεγγίσεων στο εσωτερικό του ορθόδοξου κόσμου. Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία καταδεικνύουν ότι οι επιπτώσεις του δεν περιορίζονται στις σχέσεις μεταξύ των Τοπικών Εκκλησιών, αλλά επηρεάζουν πλέον και τον εσωτερικό θεσμικό διάλογο κάθε Εκκλησίας ξεχωριστά, αναδεικνύοντας εκ νέου τη σημασία της πιστής εφαρμογής της συνοδικής αρχής στη διαχείριση κρίσιμων εκκλησιαστικών ζητημάτων.

Ηγούμενος Νικάνωρ: οι δύο δημοσιεύσεις του

Πρώτη δημοσίευση

«Συνεχίζεται η θλιβερή επιστολογραφική παράδοση του άλλοτε Μητροπολίτη Βιδινίου. Ήδη από την εποχή που είχε μόλις εκλεγεί, παρακάμπτοντας την Ιερά Σύνοδο, η οποία επισήμως είχε αποστασιοποιηθεί, επέτρεψε στον εαυτό του να αποστείλει επιστολές σε λευκογένηδες επισκόπους με πολυετή κανονική εμπειρία, προκειμένου να τους «ανοίξει τα μάτια» σχετικά με τις αντικανονικές ενέργειες του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην Ουκρανία. Δεν έγινε ποτέ σαφές αν, σύμφωνα με την παλαιά παράδοση, τα πρωτότυπα των επιστολών ήταν γραμμένα στα ρωσικά, πάντως το Πατριαρχείο Μόσχας τις εξέδωσε σε πολυτελή τετράγλωσση έκδοση.

Στον νέο του ρόλο, ως προαχθείς σε Μητροπολίτη Σόφιας και Προκαθήμενο της Ιεράς Συνόδου, ύστερα από μια επιτυχημένη εκστρατεία παραπληροφόρησης σχετικά με τους επερχόμενους «Προτελευταίους Χρόνους» του οικουμενισμού, επιστρέφει και πάλι στην αποστολή της δυσφήμησης του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και πάλι με τις παλαιές μεθόδους της Κρατικής Ασφάλειας (ДС): ας θυμηθούμε την επιχείρηση «Σταυρός» της δεκαετίας του 1970, με στόχο είτε τον εμπρησμό είτε τη διαπόμπευση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ή τη νεότερη επιχείρηση του 2015, με την οποία επιχειρήθηκε να παγιδευτεί ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος στη σκευωρία του «αναξίου».

Τότε οι παλαιοί πράκτορες της Κρατικής Ασφάλειας τού ανήγειραν μνημείο, τον προσκάλεσαν δήθεν για την επέτειο της λήξης του Σχίσματος, με σκοπό να αποχωρήσει υπό αποδοκιμασίες και προπηλακισμούς, λίγο πριν από τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Πανορθόδοξης Συνόδου. Και η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν η πρώτη που «ανδρείως» τορπίλισε την πολυαναμενόμενη Σύνοδο της επόμενης χρονιάς, για την πραγματοποίηση της οποίας είχαν αφιερώσει τις δυνάμεις τους γενιές Βουλγάρων θεολόγων και ιεραρχών.

Για άλλη μια φορά βλέπουμε κολακείες και πρόσκληση – αυτή τη φορά στη Μονή της Ρίλα – ενώ ταυτόχρονα, στο εσωτερικό, καλλιεργείται συστηματικά το μίσος, ώστε να εκραγεί κατά την επίσκεψη του Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Ως νεοφαρισαϊκό πρότυπο μετανοίας μπορεί να θεωρηθεί η συμμετοχή του Προκαθημένου στην εκπομπή «Πανόραμα» τον Δεκέμβριο του 2025:

«…σε εκείνη την προσωπική μας συνάντηση (τον Σεπτέμβριο του 2025 στη Θεσσαλονίκη) ζήτησα συγγνώμη (από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο), ζήτησα συγχώρηση για μια επιστολή που το 2019 είχα αποστείλει σχεδόν σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες… Συγχωρήστε με που δεν απευθύνθηκα προσωπικά σε εσάς… αλλά εξακολουθώ να υποστηρίζω όλες τις θέσεις που περιέχονται σε εκείνη την επιστολή!»

Τώρα συνεχίζει και πάλι αυτή την επιστολογραφική τακτική, και πάλι χωρίς την έγκριση της Ιεράς Συνόδου, και πάλι προς υποστήριξη της βασικής υβριδικής γραμμής της Μόσχας, και πάλι χωρίς οποιοδήποτε κανονικό έρεισμα, διότι η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας (UOC-MP) διέθετε κανονικό καθεστώς όσο τελούσε υπό την ηγεσία του Πατριαρχείου Μόσχας· οι ίδιοι όμως επιμένουν ότι έχουν διακόψει κάθε δεσμό και αποτελούν πλέον ανεξάρτητη εκκλησιαστική δομή, άρα σήμερα βρίσκονται σε καθεστώς ασαφούς κανονικής υπόστασης.

Και πάλι εξάπτεται ο ζήλος των «ευσεβών» μας «ορθοδόξων», οι οποίοι έχουν στολιστεί ανενδοίαστα – και μάλιστα βλάσφημα – με την ονομασία «Χριστοφόροι», ενώ δεν βρήκαν ούτε μία λέξη συμπαράστασης για τα αθώα θύματα του πολέμου που εξαπέλυσε η Ρωσία εναντίον ανυπεράσπιστων πολιτών στις πολυκατοικίες ολόκληρης της Ουκρανίας. Αντίθετα, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για τις «φοβερές διώξεις» μιας πλέον πρώην (υποτίθεται;) δομής του Πατριαρχείου Μόσχας, η οποία αρνείται να συμμορφωθεί με τους νόμους του κράτους…» (Πηγή).

Δεύτερη δημοσίευση

«ΠΡΑΞΗ SUA SPONTE, ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΘΟΥΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ

του Μίχολ Ο’Χέρλι

Πρόκειται πραγματικά για μια θλιβερή εξέλιξη. Επί χρόνια ακούγαμε ανθρώπους που αρνούνταν να αποδεχθούν το κανονικό καθεστώς της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας και οι οποίοι διαμαρτύρονταν για την «ανάμειξη ενός επισκόπου στις υποθέσεις άλλου επισκόπου». Κι όμως, τώρα φαίνεται ότι ο Πατριάρχης της Βουλγαρικής Εκκλησίας παρεμβαίνει ενεργά και προσωπικά στις υποθέσεις της Ουκρανίας! Υπάρχει σε αυτό μια κατάφωρη υποκρισία.

Εκείνο που με ανησυχεί περισσότερο είναι η αντικανονικότητα όσων συμβαίνουν. Η Βουλγαρική Εκκλησία διοικείται συνοδικά, δηλαδή μέσω των συλλογικών αποφάσεων των ιεραρχών της. Μέχρι στιγμής δεν γνωρίζουμε αν η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε πράγματι να εκφράσει την υποστήριξη της Βουλγαρικής Εκκλησίας προς την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (UOC). Από όσο γνωρίζω, η Ιερά Σύνοδος βρίσκεται σε θερινή διακοπή. Δεν έχει δημοσιεύσει τίποτε σχετικό ούτε στην επίσημη ιστοσελίδα της ούτε μέσω των συνήθων διαύλων επικοινωνίας.

Είναι άραγε δυνατόν ο Βούλγαρος Πατριάρχης να ενεργεί χωρίς την έγκριση της Ιεράς Συνόδου; Παρεμβαίνει προσωπικά σε άλλη εκκλησιαστική δικαιοδοσία, κατά παράβαση των ιερών κανόνων και της εκκλησιαστικής παραδόσεως; Ενεργεί ως ένας «πάπας», υπερέχοντας σε εξουσία των λοιπών ιεραρχών της Βουλγαρικής Εκκλησίας, σαν να του αποδίδονται προσωπικά προνόμια, όπως το αλάθητο; Υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο είδος Ορθοδοξίας που επιτρέπει σε έναν ή δύο επισκόπους να ομιλούν εξ ονόματος ολόκληρης της Βουλγαρικής Εκκλησίας χωρίς την έγκριση της συνοδικής αρχής; Πρέπει οι υπόλοιποι Βούλγαροι επίσκοποι να θεωρούνται πλέον κατώτεροι και ασήμαντοι απέναντι σε αυτούς τους δύο, κατά παράβαση των κανόνων και της παραδόσεως;

Υπάρχουν ακόμη πάρα πολλά αναπάντητα ερωτήματα, τα οποία όμως αργά ή γρήγορα θα αποσαφηνιστούν.

Ένα πράγμα είναι βέβαιο: ο Βούλγαρος Πατριάρχης δεν είναι Ουκρανός. Δεν μπορεί να αποτελεί διάδικο στις ουκρανικές δικαστικές διαδικασίες. Επομένως, κάθε τέτοια επιστολή συνιστά πολιτική πράξη, προσωπική πρωτοβουλία, στερούμενη συνοδικής εξουσιοδοτήσεως, απαράδεκτη ως αποδεικτικό στοιχείο ενώπιον δικαστηρίου και χωρίς ουσιαστικό εκκλησιαστικό χαρακτήρα.

Εάν η επιστολή ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ο Βούλγαρος Πατριάρχης θα κληθεί να εμφανιστεί και να προσκομίσει αποδείξεις προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. Θα πρέπει να καταθέσει ενόρκως αν πρόκειται για προσωπική του δήλωση ή για δεσμευτική απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Θα ερωτηθεί ποιος συνέταξε το κείμενο και ποιοι τον συμβούλευσαν ή συμμετείχαν στη διαμόρφωσή του.

Σύμφωνα με τους κανόνες περί αποκαλύψεως αποδεικτικών στοιχείων, ενδέχεται να υποχρεωθεί να παραδώσει ηλεκτρονικά αρχεία, σημειώσεις και κάθε άλλο σχετικό υλικό που αφορά την προετοιμασία της επιστολής. Συνολικά, εάν η όλη ενέργεια δεν αποτελεί απλώς μια άσκηση νομικής ματαιότητας, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αποδειχθεί ιδιαίτερα αμήχανη και ενδεχομένως επιζήμια για την αξιοπιστία του, ενώ ταυτόχρονα θα αποκαλύψει πολιτικές και εκκλησιαστικές παρεμβάσεις. Η ενέργειά του υπήρξε απερίσκεπτη.

Δυστυχώς, υπάρχει επίσης ο κίνδυνος να οδηγήσει σε ακόμη βαθύτερο διχασμό της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εάν ένας ή δύο ιεράρχες μπορούν να χρησιμοποιούν τις προσωπικές τους απόψεις για να ομιλούν εξ ονόματος ολόκληρης της Βουλγαρικής Εκκλησίας, τότε η Ορθοδοξία και η εκκλησιαστική παράδοση, όπως τις γνωρίζουμε εδώ και περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια, χάνουν το νόημά τους. Όλα δείχνουν ότι η Βουλγαρική Εκκλησία κινδυνεύει να μετατραπεί σε προσωπικό φέουδο, και, εάν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί, να καταστεί, μέσα στην υποκρισία της, μη ορθόδοξη.

Αναμένω περαιτέρω αποδείξεις που θα μπορούσαν να με πείσουν ότι επρόκειτο για εξουσιοδοτημένη πράξη της Ιεράς Συνόδου. Μέχρι στιγμής όμως όλα δείχνουν ότι πρόκειται για πράξη sua sponte (με προσωπική πρωτοβουλία), η οποία αποσκοπεί στο να παραπλανήσει τον κόσμο και τους πιστούς ώστε να πιστέψουν ότι αυτή αποτελεί την επίσημη θέση της σεβαστής Βουλγαρικής Εκκλησίας» (Πηγή).

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.