Πρωτοπρεσβύτερου Γεώργιου Παπαβαρνάβα
Ὁ ἅγιος Παλλάδιος ἔζησε τό πρῶτο μισό τοῦ 5ου αἰώνα μ.Χ. Γιά τόν τόπο καταγωγῆς του δέν ὑπάρχουν σαφεῖς μαρτυρίες, οὔτε γιά τά παιδικά του χρόνια. Γραπτές μαρτυρίες ἔχουμε γι’ αὐτόν ἀπό τότε πού πῆγε στήν Ρώμη, τήν περίοδο πού Πάπας τῆς Ρώμης ἦταν ὁ ἅγιος Κελεστίνος (422-432). Κατ’ ἀρχάς, ἦταν Διάκονος τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ, Ἐπισκόπου Ὠξέρρης καί στήν συνέχεια Ἀρχιδιάκονος τοῦ Πάπα ἁγίου Κελεστίνου. Καί οἱ δύο αὐτοί ἅγιοι Ἐπίσκοποι συμμετεῖχαν στήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία κατεδίκασε τόν Νεστοριανισμό καί τόν Πελαγιανισμό. Στήν συνέχεια ἀγωνίσθηκαν μέ ὅλες τους τίς δυνάμεις, καί τελικά τό κατόρθωσαν, νά ἐξαλείψουν ἀπό τήν Μεγάλη Βρετανία τήν αἵρεση τοῦ Πελαγιανισμοῦ. Μάλιστα, γιά νά στερεωθῆ ἐκεῖ ἡ Ὀρθοδοξία, καθώς καί σέ ὅλη τήν εὑρύτερη περιοχή, χειροτόνησαν καί ἀπέστειλαν στήν Ἰρλανδία, ὡς πρῶτο Ἐπίσκοπό της τόν Παλλάδιο, ὁ ὁποῖος, ζώντας κοντά στούς ἁγίους αὐτούς Ἐπισκόπους καί διακονώντας τους, ἀπέκτησε σοβαρή θεολογική παιδεία καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα.
Ὁ ἅγιος Παλλάδιος πῆγε στήν Ἰρλανδία μαζί μέ δώδεκα Ἱερεῖς, συνεργάτες του ἀπό τήν Ρώμη, καί ἐργάσθηκε μέ ὑπέρμετρο ζῆλο γιά τήν μετάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, μέ ἀποτέλεσμα νά εἰσέλθουν στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἑκατοντάδες Ἰρλανδοί, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ βιογράφος του καί διάδοχός του, ἅγιος Πατρίκιος. Μετά ἀπό μικρό χρονικό διάστημα, δύο περίπου ἔτη, ἀνέλαβε τήν ἐξουσία στήν Ἰρλανδία ὁ Ντάθι, ὁ ὁποῖος δέν συμπαθοῦσε τόν ἅγιο Παλλάδιο, καί γι’ αὐτό τόν ἔδιωξε ἀπό τήν Ἰρλανδία. Αὐτό, ὅμως, ἀποδείχθηκε ἀληθινή εὐλογία γιά τήν Ἐκκλησία, ἐπειδή ἔγινε ἡ αἰτία γιά νά γνωρίση καί ἡ Σκωτία τόν Χριστό. Ἐργάσθηκε στήν Σκωτία ἐπί 19 συναπτά ἔτη, ἑδραίωσε ἐκεῖ τήν Ἐκκλησία καί «ἐπλήθυνε τά τέκνα αὐτῆς». Ἐτελειώθη ἐν εἰρήνῃ. Ὁ βίος του καί ἡ πολιτεία του μᾶς δίνουν τήν ἀφορμή νά τονίσουμε τά ἀκόλουθα.
Πρῶτον. Ἡ Ἰρλανδία εἶναι ἕνα μεγάλο νησί τῆς βορειοδυτικῆς Εὐρώπης, δυτικά τῆς Μεγάλης Βρετανίας. Ἔχει ἔκταση 84. 421 χιλιόμετρα καί τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἐδάφους του εἶναι πεδινό ἤ λοφῶδες. Ὑπάρχουν μόνο χαμηλά βουνά, κυρίως στήν περιφέρεια τοῦ νησιοῦ, τοῦ ὁποίου τό μεγαλύτερο τμῆμα ἀνήκει στήν Δημοκρατία τῆς Ἰρλανδίας, ἐνῶ τό βορειοανατολικό μέρος του, πού ὀνομάζεται βόρεια Ἰρλανδία ἀνήκει στό Ἡνωμένο Βασίλειο. Οἱ κάτοικοί του εἶναι κελτικῆς καταγωγῆς. Ἡ θρησκεία τῶν Κελτῶν τῆς Ἰρλανδίας ἦταν ἕνας ἀνιμιστικός πολυθεϊσμός, στόν ὁποῖο τίς ἱεροπραξίες τελοῦσαν οἱ λευκοντυμένοι «Δρυΐδες» τους, πού, ὡς «ἱερατική τάξη», εἶχαν αὐξημένες δραστηριότητες καί συντόνιζαν σχεδόν τά πάντα, δίπλα στούς βασιλιάδες. Στίς γιορτές λάμβαναν μέρος τραγουδιστές, παραμυθάδες, ποιητές, μίμοι, ἀκροβάτες, γελωτοποιοί, οἱ ὁποῖοι, ὁ καθένας μέ τόν δικό του τρόπο, διασκέδαζαν τό κοινό, ἐνῶ συγχρόνως γίνονταν ἀθλητικοί καί παλαιστικοί ἀγῶνες.
Ἡ κοινωνική ὀργάνωση τῶν κατοίκων τοῦ νησιοῦ στηριζόταν στήν οἰκογένεια. Πολλές οἰκογένειες ἀποτελοῦσαν τήν φατρία, πολλές φατρίες τό γένος καί πολλά γένη τήν φυλή. Ὅλα τά μέλη μιᾶς φυλῆς -θεωρητικά τουλάχιστον- κατάγονταν ἀπό ἕναν κοινό πρόγονο. Ὅπως τονίζουν οἱ ἱστορικοί, εἶχαν ἀναπτύξει ἕναν δικό τους ἀξιόλογο πολιτισμό, ὁ ὁποῖος, μεταξύ τῶν ἄλλων περιελάμβανε καί ἐκτενῆ ποιητική καί μυθολογική φιλολογία. Σέ ἀντίθεση μέ τούς Σλαύους -τήν ἐποχή τῶν Ἱεραποστόλων ἁγίων Κυρίλλου καί Μεθοδίου- αὐτοί εἶχαν αλφάβητο, γεγονός πού διευκόλυνε τούς Ἱεραποστόλους στό ἔργο τους.
Ἡ Σκωτία χωρίζεται κυρίως σέ δύο περιοχές, τίς ὀρεινές καί τίς πεδινές καί οἱ κάτοικοί της, οἱ ὁποῖοι εἶναι, ἐπίσης, Κελτικῆς καταγωγῆς διακρίνονται σέ ὀρεινούς (Χάι-λαντερς) καί πεδινούς (Λόουλαντς). Οἱ ὀρεινοί θεωροῦν τούς ἑαυτούς τους ὡς τούς γνήσιους Σκωτζέζους, ζοῦνε κυρίως στά βόρεια τῆς χώρας, καί στήν γλώσσα τους ὑπάρχουν πολυάριθμα ἰδιωματικά στοιχεῖα, περισσότερα ἀπό αὐτά πού ὑπάρχουν στήν καθομιλουμένη τῶν κατοίκων τῶν πεδινῶν περιοχῶν. Οἱ πεδινοί κατοικοῦν κυρίως στόν νότο τῆς χώρας καί στίς μεγαλύτερες πόλεις, ὅπως τοῦ Ἐδιμβούργου καί τῆς Γλασκώβης, καί λόγῳ γεωγραφικῆς γειτνίασης μέ τήν Ἀγγλία δέχθηκαν πιό εὔκολα τήν ἀγγλική ἐπιρροή. Παλαιότερα τά σκωτικά γαελικά ἀποτελοῦσαν τήν κύρια γλώσσα στήν μισή Σκωτία, ὅμως, σήμερα ἔχουν περιοριστεί στίς Ἔξω Ἐβρίδες καί τίς γύρω περιοχές.
Νομίζω ὅτι τά παραπάνω στοιχεῖα εἶναι ἀπαραίτητα, γιά νά μᾶς βοηθήσουν νά καταλάβουμε τό γεωγραφικό, καί κυρίως τό θρησκευτικό καί πολιτιστικό περιβάλλον τῶν δύο αὐτῶν χωρῶν, στίς ὁποῖες πορεύθηκε καί ἐργάστηκε ἱεραποστολικά ὁ ἅγιος Παλλάδιος, μαζί μέ τούς συνεργάτες του, μεταφέροντας τήν πίστη στόν ἀληθινό Θεό.
Δεύτερον. Σύμφωνα μέ μιά σοφή λαϊκή παροιμία, «μέ ὅποιον δάσκαλο καθήσης τέτοια γράμματα θά μάθης». Αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι σημαντικό γιά τόν Χριστιανό τό νά μαθητεύση, ἐκκλησιαστικά καί θεολογικά, κοντά σέ πνευματικούς πατέρες καί διδασκάλους μέ ὀρθόδοξη θεολογική παράδοση καί ἀκραιφνές ἐκκλησιαστικό φρόνημα, διότι αὐτά θά μεταλαμπαδεύση καί στούς μαθητές του, καί ἄν εἶναι Κληρικός στό ποίμνιό του. Ἔχει, λοιπόν, μεγάλη σημασία τό ποιά θεολογία ἔχει μάθει ὁ κάθε Κληρικός καί ὁ κάθε Ἱεραπόστολος, διότι αὐτήν θά μεταδώση σέ ἐκείνους πού θά δεχθοῦν τόν λόγο του. Ἑπομένως, ὅσοι ἔχουν μαθητεύσει σέ πνευματικούς πατέρες οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν καί βιώνουν τήν ἀκραιφνῆ ὀρθόδοξη παράδοση, ἤτοι τήν ἐμπειρική θεολογία τῶν θεοπτῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καί παράλληλα ἔχουν ἐντρυφήσει καί ἐντρυφοῦν στήν Ἁγία Γραφή καί στούς βίους καί τούς λόγους τῶν Ἁγίων, αὐτοί θά ἔχουν ἄριστα ἀποτελέσματα. Δηλαδή, ζώντας μέσα στήν ἀτμόσφαιρα τῆς λατρείας καί τῆς προσευχῆς θά ἁγιάζονται, καί οἱ ἴδιοι, ἀλλά καί τό λογικό ποίμνιο πού τούς ἐμπιστεύθηκε ὁ Χριστός διά τῆς Ἐκκλησίας. Διότι, ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, μέσα ἀπό τήν δική του ἐμπειρία, «μέ τήν μελέτη τῶν θείων λόγων, μποροῦμε ἁπλά, χωρίς πολύ κόπο νά γίνουμε ἅγιοι», ἐπειδή «οἱ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν τόσους χυμούς, πού δροσίζουν τήν ψυχή καί τήν τρέφουν». Ἐπίσης, τόνιζε ὅτι «ἡ ψυχή ἁγιάζεται καί καθαίρεται μέ τήν μελέτη τῶν λόγων τῶν Πατέρων, τήν ἀποστήθιση ψαλμῶν, ἁγιογραφικῶν χωρίων, μέ τήν ψαλτική καί μέ τήν εὐχή». Ἕνας σύγχρονος Ἱεραπόστολος γράφει ὅτι «ἡ προσωπική ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, κατά τρόπον φυσιολογικό, ὁδηγεῖ τόν πιστό στόν πόθο νά γνωρίσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τόν Κύριο ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, καί αὐτός ὁ πόθος, καί ἡ ἀνιδιοτελής ἀγάπη πρός τόν πλησίον, τόν ὠθεῖ στήν ἱεραποστολή». Καί ἕνας ἄλλος σύγχρονος Ἱεραπόστολος, μέσα ἀπό τήν προσωπική του ἐμπειρία, τόνιζε ὅτι, «ὅταν ἡ καρδιά ἀληθινά θέλει τό ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς, τότε ὁ Θεός ἀνοίγει δρόμους μέσα ἀπό ἐμπόδια».
Τελικά, ὁ ἀποτελεσματικότερος τρόπος ἱεραποστολῆς εἶναι αὐτός πού γίνεται μέ τήν πίστη καί τήν ὑπακοή στήν Ἐκκλησία, τήν ταπείνωση, τήν προσευχή, τόν κατ’ ἐπίγνωση ζῆλο, τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καί τό φωτεινό παράδειγμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.