Πρωτοπρεσβύτερου π. Θωμᾶ Βαμβίνη
Στόν 115ο Ψαλμό ὁ Δαβίδ μᾶς λέει μιάν ἀλήθεια πού δύσκολα μποροῦμε νά ἀφομοιώσουμε καί εὔκολα μποροῦμε νά παρανοήσουμε. Διαβάζουμε: «Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα· ἐγὼ δὲ ἐταπεινώθην σφόδρα. Ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης». Αὐτοί εἶναι οἱ δύο πρῶτοι στίχοι τοῦ ἐν λόγῳ Ψαλμοῦ, στούς ὁποίους παρατηροῦμε ὅτι ἡ πρώτη λέξη εἶναι τό ρῆμα «ἐπίστευσα» καί ἡ τελευταία τό ἐπίθετο ἤ οὐσιαστικό «ψεύστης». Ἑρμηνεύοντας τούς στίχους αὐτούς οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς λένε πολύ σημαντικά πράγματα γιά τήν πίστη, ἀλλά καί τήν ἐπίγνωση τῆς καταστάσεως τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.
Σ’ ἕναν ἀναγνώστη τοῦ Ψαλμοῦ πού διαβάζει αὐτούς τούς στίχους πολύ πρόχειρα, ἡ προσοχή του προσελκύεται περισσότερο ἀπό τό «πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης». Αὐτό δικαιολογεῖται στίς μέρες μας, ἀφ’ ἑνός μέν ἀπό τόν πληθωρικό ἀλληλοαναιρούμενο δημόσιο λόγο πολλῶν παραγόντων τοῦ δημόσιου βίου, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀπό τήν κατάσταση πού ἔχει δημιουργήσει ἡ ἀσύνετη χρήση τῆς λεγόμενης «τεχνητῆς νοημοσύνης», πού ὁδηγεῖ τά πράγματα στό σημεῖο νά μήν ξέρη κανείς ποιά ἀνάρτηση τοῦ διαδικτύου εἶναι ἀληθινή καί ποιά ψεύτικη. Κυκλοφοροῦν στό διαδίκτυο βίντεο μέ πλαστές ἱστορίες, μέ πρόσωπα τῆς ἐπικαιρότητας πού μεταδίδουν δῆθεν διάφορα μηνύματα, διατυπώνουν ἀπόψεις ἤ ἀκόμη παρουσιάζονται ὡς διαφημιστές διαφόρων προϊόντων﮲ καί ὅλα αὐτά κατασκευάζονται ἐν ἀγνοίᾳ τους, ἀπό μιά φωτογραφία τους, μέ τήν μίμηση τῆς φωνῆς τους καί ὁρισμένων χαρακτηριστικῶν κινήσεων τοῦ σώματός τους. Ὁπότε, ὅταν βλέπη κανείς ἕνα βίντεο, πού μιλᾶ ἀκόμη καί γιά σοβαρά θέματα μέ ἐπιχειρήματα καί σωστή δομή τοῦ λόγου, δέν γνωρίζει ἄν εἶναι ἀληθινό ἤ ψεύτικο. Δέν γνωρίζει ἄν, γιά παράδειγμα, ὁ καθηγητής πού φαίνεται ὅτι μιλάει εἶναι ἕνας πραγματικός ἄνθρωπος καί ὄχι μιά κατασκευή τοῦ ὑπολογιστῆ. Καί δέν ξέρει ἄν πρέπει νά δεχθῆ αὐτά πού λέει ὡς ἀληθινά ἤ πλαστά, ὡς στοιχεῖα ἔρευνας καί ὄχι κατασκευές κάποιου ἐπιτήδειου, πού θέλει νά περάση στούς μή εἰδικούς ἀπόψεις πού ἱκανοποιοῦν δικές του σκοπιμότητες.
Ὅλα τά παραπάνω ὑποβάλλουν ὡς νόημα τῆς ἔκφρασης «πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης», τό πρόχειρο νόημα, «κάθε ἄνθρωπος εἶναι ψεύτης». Δέν εἶναι ὅμως αὐτό τό νόημά της. Μάλιστα, ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει ὅτι ἔτσι καταλάβαιναν τόν στίχο κάποιοι ἀπό τούς «σοφιστές», οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι ὁ Δαβίδ ὑπονομεύει τήν δύναμη τοῦ λόγου του, διότι «εἰ πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης, ἄνθρωπος δέ καί ὁ Δαβίδ», ἄρα εἶναι καί ὁ Δαβίδ εἶναι «ψεύστης», «εἰ δέ ψεύστης, οὐ πιστευτέον αὐτῷ περί ὧν ἀποφαίνεται». Ἔτσι θεωροῦσαν ὅτι αὐτός ὁ στίχος ὁδηγεῖ τήν σκέψη σέ ἕναν «φαῦλο κύκλο». Ὁ Μ. Βασίλειος βέβαια ἀπαντᾶ σ’ αὐτόν τόν συλλογισμό τῶν σοφιστῶν δίνοντας τήν σημασία πού ἔχει ἡ λέξη ἄνθρωπος στήν Παλαιά Διαθήκη. Γράφει: Ἄνθρωποι λέγονται «οἱ τοῖς ἀνθρωπίνοις ἔτι παθήμασι κατεχόμενοι». Ὅσοι ὅμως «διά τήν τοῦ νοῦ τελείωσιν» ἔγιναν ἀνώτεροι τῶν «σαρκικῶν παθημάτων», αὐτοί προχώρησαν πρός τήν κατάσταση τῶν Ἀγγέλων καί χαρακτηρίζονται «υἱοί τοῦ Θεοῦ». Αὐτή ἡ «προσηγορία» εἶναι ἡ πρέπουσα γιά τόν Δαβίδ. Ὁπότε, τό «πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης» ἀφορᾶ αὐτούς πού εἶναι κατεχόμενοι ἀπό τά πάθη τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου καί ὄχι τούς «υἱούς τοῦ Θεοῦ», ὅπως ὁ Δαβίδ. Αὐτή εἶναι μιά ἐπιμέρους ἑρμηνεία τοῦ ἡμιστιχίου, ἀντιρρητική στούς σοφιστές. Τό νόημα ὅμως τῶν δύο πρώτων στίχων τοῦ 115ου Ψαλμοῦ εἶναι πλούσιο καί θά δοῦμε τά βασικά του στοιχεῖα ἀπό τήν ἑρμηνεία τοῦ Ζιγαβηνοῦ, ὅπως τήν ἐμπλούτισε καί τήν ἐξέδωσε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καί ἀπό τίς ἑρμηνεῖες τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
Θεμέλιο τοῦ Ψαλμοῦ εἶναι ἡ πίστη. «Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα». Ὁ Μ. Βασίλειος συνδέει τόν λόγο αὐτό μέ τό τέλος τοῦ προηγουμένου Ψαλμοῦ, τοῦ 114ου, στόν ὁποῖο ὀ Δαβίδ λέει: «Εὐαρεστήσω ἐνώπιον Κυρίου ἐν χώρᾳ ζώντων». Ἡ χώρα τῶν ζώντων εἶναι ὁ μέλλων κόσμος, ὁ οὐρανός, στόν ὁποῖον ὁ Δαβίδ δέχθηκε τήν ἀποκάλυψη ὅτι θά εἶναι εὐάρεστος στόν Θεό, εὐάρεστος «ἐνώπιον Κυρίου». Τό ἴδιο λέει καί Μ. Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος συμπληρώνει ὅτι ὁ Δαβίδ δέν θά πρόφερε αὐτόν τόν λόγο, ἄν δέν εἶχε λάβει θάρρος ἀπό τίς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες ἦταν γεμάτες ἔλεος. Ὁ Θεοδώρητος, ἐπίσης, ἐπισημαίνει ὅτι τήν «χώρα τῶν ζώντων» δέν τήν εἶδε ὁ Δαβίδ μέ τά μάτια τοῦ σώματος, ἀλλά μέ τήν πίστη. «Κατάδηλον... ταύτην ἡ πίστις πεποίηκε». Γι’ αὐτό ξεκινώντας τόν 115ο Ψαλμό ψάλλει:«Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα».
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος παραπέμπει στήν ἀναφορά τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στόν ἐν λόγῳ στίχο τοῦ Δαβίδ, στήν Β΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή του, ὅπου γράφει: «ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν» (4,13). Ἐπικεντρώνεται κατόπιν στήν ἔκφραση «πνεῦμα τῆς πίστεως» γιά τό ὁποῖο γράφει: «Πνεῦμα πίστεως ὀνομάζει τό ἦθος πού προέρχεται ἀπό τήν πίστη ἤ τό πνεῦμα πού χορηγεῖ ὁ Θεός σέ ὅσους ἔχουν πίστη». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στό σημεῖο αὐτό ἐμφαντικότερα σημειώνει: «χρειάζεται ἡ χορήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιά ν’ ἀνεβῆ κανείς πρός τό ὕψος τῆς πίστεως καί νά ἀτιμάση τήν ἀσθένεια τῶν ἀνθρώπινων λογισμῶν». Ὁ Μ. Ἀθανάσιος στή συνέχεια συνδέει τήν πίστη μέ τήν κατανόηση, παραθέτοντας ἕνα χωρίο ἀπό τόν Προφήτη Ἡσαΐα, πού λέει: «Ἐὰν μὴ πιστεύσητε, οὐδὲ μὴ συνιῆτε» (7,9), καί παρατηρεῖ: «Πρῶτον πιστεύει τις, εἶτα συνιεῖ, καί μετά ταῦτα λαλεῖ».
Ὁ Μ. Βασίλειος στό σημεῖο αὐτό εἶναι πιό ἀναλυτικός. Στήν ἑρμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ Ψαλμοῦ γράφει: «Πίστις ἡγείσθω τῶν περί Θεοῦ λόγων· πίστις καί μή ἀπόδειξις» (PG 30, 104B). Προηγεῖται ἡ πίστη καί ὄχι οἱ λογικές ἀποδείξεις. Συγκρίνει μάλιστα τήν ἀποδεικτική δύναμη πού ἔχουν οἱ διάφοροι συλλογισμοί («προτάσεων πλοκαί») μέ τά θαύματα, τά ὁποῖα «ἐναργῶς ὁρώμεν[α], πᾶσαν ἀνθρώπου δύναμιν ὑπερβαίν[οντα]». Γιά νά πῆ κατόπιν ὅτι δέν πρέπει νά χλευάζεται ἡ διάθεση «τῶν ἐν ἁπλότητι καρδίας ἀπεριεργάστως πεποιθότων Θεῷ», πού δέχονται «ἀβασανίστως» τόν λόγο πού τούς μεταδίδεται. Διότι εἶναι ἀνάγκη «ἑκάστης μαθήσεως ἀνεξετάστους εἶναι τάς ἀρχάς τοῖς μανθάνουσιν». Αὐτός εἶναι ἕνας πολύ σημαντικός λόγος, ὁ ὁποῖος ἰσχύει γιά ὅλες τίς λογικές ἐπιστῆμες, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος ἐπισημαίνει. Λέει χαρακτηριστικά ὅτι, ὅποιος στόν γεωμέτρη ἤ τήν ἀριθμητική ἀμφισβητήσει τίς πρῶτες καί στοιχειώδεις ἀρχές τους καί δέν τίς δεχθεῖ «ἀνεξετάστως», δηλαδή χωρίς ἀπόδειξη, αὐτός «τήν ἐπί τά πρόσω ὁδόν διακόπτει» ἀπό αὐτές τίς ἐπιστῆμες. Ἀκυρώνει τήν ἀνάπτυξη καί τήν ἐξέλιξή τους. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν Θεολογία. Δεχόμαστε μέ ἁπλότητα καί ταπεινό πνεῦμα τήν διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων.
Ἡ ταπείνωση, ὅπως τήν διδάσκει στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου τό «Πνεῦμα τῆς πίστεως», εἶναι κριτήριο γνησιότητας καί δρόμος γιά νά φθάση κανείς στήν τελειότητα τῆς πίστεως. Αὐτό ἐκφράζει ὁ Δαβίδ, ὅταν μετά ἀπό τό «Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα», ψάλλη, «ἐγώ δέ ἐταπεινώθην σφόδρα». Βλέποντας τήν «χώρα τῶν ζώντων» καί ὅτι σ’ αὐτήν θά εἶναι εὐάρεστος στόν Θεό, ταπεινώθηκε πολύ, θεωρώντας ὅτι εἶναι ἀνάξιος αὐτῆς τῆς μεγάλης δωρεᾶς, ἀλλά καί φοβούμενος μή τυχόν ὑπερηφανευθῆ καί χάση τήν τόσο μεγάλη Χάρη. Θέλει τήν μεγάλη Χάρη, ἄν καί αἰσθάνεται ἀνάξιος, γι’ αὐτό φοβᾶται τήν ὑπερηφάνεια μέ τήν ὁποία δέν συμβιώνει ἡ Χάρη.
Μέσα ἀπό τήν βαθειά του ταπείνωση, γεμάτος ἔκπληξη καί θαυμασμό ὁ Δαβίδ συνεχίζει τόν Ψαλμό του: «Ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης». Γνωρίζοντας τήν «χώρα τῶν ζώντων», καταλαβαίνει ὅτι κάθε ἄνθρωπος πού βρίσκεται σ’ αὐτόν τόν κόσμο εἶναι ψεύτης ὡς πρός τήν ἀνθρώπινη μακαριότητα. Ἡ ἀληθινή μακαριότητα βρίσκεται στήν «χώρα τῶν ζώντων, στήν μέλλουσα βασιλεία, ἐδῶ ἡ νομιζόμενη μακαριότητα εἶναι μιά «ψευδόμενη εὐημερία», ὅπως τήν ὀνόμασε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Τό «πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης», δέν ἀφορᾶ μόνο τά ψέματα πού λέγονται ἀπό τούς ἀνθρώπους στόν δημόσιο λόγο πολλῶν παραγόντων τοῦ δημόσιου βίου ἤ μέσα στό διαδίκτυο μέ τήν παράχρηση τῆς «τεχνητῆς εὐφυΐας»». Εἶναι ψευδόμενος ὅλος ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ζῆ μέσα στήν ἐπικράτεια τοῦ θανάτου, πού ὑποδαυλίζει τήν φιλαυτία, ἄν καί ἔχει καταπατηθῆ ὁ θάνατος ἀπό τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μᾶς δίνει τήν δύναμή Του καί ἐμεῖς νά τόν καταπατοῦμε, ὅμως ὁριστικά, ὡς τελευταῖος ἐχθρός, θά κατανικηθῆ κατά τήν κοινή ἀνάσταση πού θά συντελεστῆ στήν Δεύτερη ἔνδοξη Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
Κλείνοντας παραθέτουμε μιά ἑρμηνεία τοῦ «πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης» ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, πού ἀφορᾶ τούς «σοφιστές» ὅλων τῶν αἰώνων. Γράφει: Ὅποιος ἐπιτρέπει στόν ἑαυτό του τήν ἑρμηνεία τοῦ ἀφράστου Θεοῦ μέ ἀνθρώπινο λόγο, «ὄντως ψεύστης ἐστίν· οὐχί μίσει τῆς ἀληθείας, ἀλλά τῇ ἀσθενείᾳ τῆς διηγήσεως». Στίς μέρες μας αὐτό τό θεολογικό ψεῦδος ἔχει μεγάλη προβολή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.