Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ
Η ηλικιωμένη
κυρία, καλοντυμένη και πολύ περιποιημένη, καθόταν μόνη στο παγκάκι του κήπου,
όπως πάντα.
Κάθε μέρα, την ίδια μεσοπρωινή ώρα γύρω στις 11.00 κατέφθανε στο κηπάριο. Οι υπόλοιποι, έρχονταν σταδιακά, μέχρι που μαζευόταν όλη η παρέα, καμιά δεκαπενταριά άτομα.
Μικρό το
κηπάριο, με αναπαυτικά παγκάκια γύρω, περιτριγυρισμένο από ψηλά δέντρα. Η πυκνή
φυλλωσιά τους, προστάτευε τους θαμώνες
από τον δυνατό ήλιο το Καλοκαίρι και από τις θύελλες το Χειμώνα.
Στην τρίτη
ηλικία όλες και όλοι και όλοι μόνοι, είχαν χάσει τους συντρόφους τους προ
πολλού.
Πάντα μόνη,
όχι μόνο χωρίς παρέα η Μαριετίνη, αλλά και όταν μαζεύονταν όλοι οι άλλοι και
μιλούσαν χαρούμενα μεταξύ τους και την καλημέριζαν και την προσκαλούσαν στην
παρέα, ευγενέστατη, ως συνήθως και με χαμόγελο, τους ευχαριστούσε μεν, αρνιόταν
δε να λάβει μέρος στην όμορφης παρέα.
Πάντα στο
ίδιο, κάπως απόμακρο και απομονωμένο παγκάκι, η κυρία Μαριετίνη. Το παγκάκι
ήταν διθέσιο. Πώς να το αφήσει και να σμίξει με τους άλλους; Εκεί καθόταν πάντα
με τον αγαπημένο της Μανώλη. Αγαπιόντουσαν από παιδιά, αλλά, άλλα χρόνια τότε.
Ο Μανώλης δεν τόλμησε ποτέ να της μιλήσει για τα αισθήματά του, άλλωστε, τι να
της έλεγε; Πως την αγαπάει μεν, αλλά πρέπει πρώτα να τελειώσει το Λύκειο, να
σπουδάσει, να εκπληρώσει το χρέος του στην Πατρίδα, να αποκατασταθεί
επαγγελματικά και τότε μόνο να της πει πόσο πολύ την αγαπάει; Μα ήταν δυνατόν
να δεσμεύσει μια κοπέλα τόσα χρόνια χωρίς τίποτα το συγκεκριμένο; Όσο για την Μαριετίνη,
ούτε συζήτηση, όχι να εκδηλωθεί, αλλά ούτε παραπανήσια ματιά να του ρίξει.
Το ένστικτό
της, της φώναζε πως ο Μανώλης την αγαπάει πολύ, μα κι εκείνη τον αγαπούσε. Ήταν
σοβαρή και λογική κοπέλα και αναγνώριζε τα εμπόδια για την ένωσή τους.
Όμως, κάθε απόγευμα, μετά το Σχολείο, άγραφος
Νόμος, θα σμίγανε δήθεν τυχαία στο διθέσιο παγκάκι, και ο Μανώλης, θα της κρατούσε ένα μικρό ματσάκι γιασεμιά. Τα έπαιρνε από
ένα παιδάκι που είχε στέκι εκεί κοντά όπου περνούσε πολύς κόσμος. Φτωχά και
δύσκολα τα χρόνια, έτσι ο μικρός και δεκάδες άλλα παιδιά της ηλικίας του,
κορίτσια κι αγόρια, με ένα απλωτό πανεράκι, έρχονταν γύρω και πουλούσαν
γιασεμιά. Πότε χύμα, ήταν πιο φτηνά έτσι, πότε σε «κιόκες», όπως τα έλεγαν στο
νησί. Δηλαδή, κάμποσα γιασεμιά με τους πράσινους μίσχους τους, δεμένα ωραία σε κομψό,
μικρό ματσάκι, όπου οι νεαροί συνήθως, τα πρόσφεραν στις κόρες των ονείρων
τους.
Ήταν δημοφιλής χώρος εκεί που σήμερα μαζεύονταν
οι ξωμάχοι της ζωής, γιατί παρά δίπλα
ήταν μια πανέμορφη Εκκλησία, αφιερωμένη στην Α. Παρασκευή. Μαζί με τους
πολυπληθείς προσκυνητές, μπερδευόταν και ο ερωτευμένος Μανώλης και αφού έδινε
μια δραχμή στο παιδί, που φρόντιζε πάντα να εξοικονομεί από τους γονείς, δήθεν
για να πάρει κουλούρι το διάλειμμα, έπαιρνε
λίγα γιασεμιά για την Μαριετίνη του.
Μπορεί σήμερα
να ακούγεται ευτελές το ποσόν της μιας δραχμής, όμως τότε, είχε αξία, ιδιαίτερα
όταν «σπαταλιόταν» για κάτι τόσο μη
απαραίτητο, όπως τα λουλούδια και δη γιασεμιά, όπου με μια δραχμή, έπαιρνες
μόνο 5-6. Η Μαριετίνη, τον ευχαριστούσε με ένα γλυκό χαμόγελο και έπαιρνε τα
γιασεμιά με τέτοιο τρόπο από το χέρι του, ώστε άγγιζαν τα κρινοδάχτυλά της μ΄
εκείνα του Μανώλη κι ήταν σαν να τους διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα, χάδι
ονειρεμένο.
Τα γιασεμιά
που της πρόσφερε ο Μανώλης, τα έπαιρνε σπίτι η Μαριετίνη, αλλά όχι φανερά, πώς
να δικαιολογήσει στους γονείς και στα δυο μικρότερα αδέλφια της την προέλευσή
τους καθημερινά;
Όμως, είχε
δικό της δωμάτιο κι εκεί μέσα είχε γραφείο με συρτάρια αλλά και ντουλάπι με
συρτάρια. Έτσι, τα έκρυβε σε συρτάρι του γραφείου της και δεν τα έβλεπε κανείς.
Μόνο εκείνη κάθε βράδυ, όταν κοιμόνταν όλοι στην οικογένεια, άνοιγε το συρτάρι,
τα κρατούσε κοντά στην καρδιά της λες και κρατούσε τον αγαπημένο της, τα
φιλούσε και του ευχόταν Καληνύχτα. Το άρωμά τους απαλό και υπέροχο, έτσι με το
που άνοιγε τα μάτια της το πρωί άνοιγε και το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας, ώστε
να μην γίνεται αισθητό το άρωμα από τα γιασεμιά.
Σπάνιες
φορές, τα έφερνε φανερά στο σπίτι και τα έβαζε σε ένα μικρό βαζάκι πάνω στο
γραφείο της. Μοσχοβολούσε ο τόπος.
-Έλα μαμά να
δεις τα ωραία γιασεμιά, μια δραχμή τα πήρα, δεν είναι όμορφα;
-Αχ Μαριετίνη
μου ονειροπαρμένη, αντί να πάρεις κάτι
να φας, έδωσες ολόκληρη δραχμή για τζαντζαμίνια!
-Γιαγιά, πες
της, καλά δεν έκανα;
- Σώπα κοκόνα
μου κι όπου να ΄ναι θα σου προσφέρουν οι νεαροί τζαντζαμινια, αποκρίθηκε η γιαγιά.
Η Μαριετίνη
με τη γιαγιά της ήταν πολύ δεμένες, επιδέξια η γιαγιά, «ψάρεψε» την μικρή κι
εκείνη της εκμυστηρεύτηκε το μυστικό της.
-Πρόσεχε
ψυχή μου, είσαι πολύ μικρή ακόμα και αθώα. Πονηρά, πολλές φορές τα αγόρια, έτσι
μπλέκουν αθώα κορίτσια.
-Γιαγιά
μου, ο Μανώλης είναι πολύ καλό παιδί, όχι μόνο δε θέλει να με μπλέξει, αλλά τις
προάλλες, μου εκμυστηρεύτηκε πως με αγαπάει μεν, αλλά δεν θέλει να με δεσμεύσει
γιατί σκέφτεται τις σπουδές του και τα υπόλοιπα. Μου είπε μόνο, πως εκείνος θα
με αγαπάει πάντα και αν είμαι ελεύθερη όταν τελειώσει σπουδές και Στρατιωτικό,
θα παντρευτούμε.
-Μαριετίνη μου, μη δίνεις και μην παίρνεις υποσχέσεις, είσαστε
πολύ νέοι ακόμα, πολλά αλλάζουν.
Έμεινε εκεί
η κουβέντα και δεν μίλησαν ξανά για αυτό.
Ο
ερωτευμένος Μανώλης, συνέχισε να της προσφέρει «της μιας δραχμής τα γιασεμιά».
Τελειώνοντας
το Λύκειο, η Μαριετίνη δεν ακολούθησε ανώτερες σπουδές, όπως επιθυμούσε.
Οι γονείς της ούτε κατά διάνοια να την αφήσουν να πάει και
να ζήσει μόνη εκτός του νησιού, όπου υπήρχαν Πανεπιστήμια. Δεν είχαν και
συγγενείς, όπως πολλά κορίτσια και αγόρια στην Αθήνα ή σε άλλη πόλη που υπήρχαν
Ανώτερες Σχολές. Πικράθηκε όπου μετά
τόσων χρόνων Σχολείο, περιορίστηκε στο στενό περιβάλλον του νησιού χωρίς
προοπτικές για κάτι καλύτερο. Ζήλευε πολύ συμμαθητές και συμμαθήτριες που
ετοιμάζονταν να δώσουν εξετάσεις σε Πανεπιστήμια και άλλες Σχολές. Ανάμεσά τους
και ο Μανώλης, πέτυχε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων που ήταν το όνειρο των
γονιών του και το δικό του.
Δύσκολη και
απαιτητική η Στρατιωτική Σχολή, αλλά τα
κατάφερνε. Γεμάτος χαρά εκείνος, γεμάτη ανησυχίες η Μαριετίνη. Ο Μανώλης την
διαβεβαίωνε πως την αγαπούσε πολύ και ποτέ δε θα την πρόδιδε. Θα ήταν πάντα
εκεί, έστω με τη σκέψη να της προσφέρει γιασεμιά.
Και περνούσε
ο καιρός, ερχόταν τα Καλοκαίρια στο νησί για διακοπές. Όμως, η Μαριετίνη άρχισε
να διακρίνει μια μικρή αλλαγή με τον καιρό. Πιο αεράτος και περήφανος ο
Εύελπις, δεν είχε πια τον αυθορμητισμό και την απλότητα του «Μανώλη της».
Σμίγανε από καιρού σε καιρό, τα λέγανε, δηλαδή τι λέγανε, μονόλογος σχεδόν με
το Μανώλη να της μιλάει συνέχεια με περηφάνεια για τις σπουδές του και το
λαμπρό μέλλον που τον περιμένει. Όμως, της έφερνε ακόμα γιασεμιά, πότε χύμα πότε σε «κιόκα».
Όμορφη
κοπέλα, από καλή οικογένεια και με καλό όνομα η Μαριετίνη. Όταν έγινε φανερό
ότι δεν θα ακολουθούσε ανώτερες σπουδές, άρχισαν τα προξενιά στο νησί. Μα σε όλους
έλεγε όχι. Απορούσαν οι γονείς της, την είχαν ζητήσει λεβεντόπαιδα από κάθε
άποψη και χωρίς απαιτήσεις για προίκα, μα εκείνη αρνητική σε όλους. Η μόνη που
γνώριζε την αλήθεια, ήταν η γιαγιά της.
Περνούσε ο καιρός,
«πιστή Πηνελόπη» η Μαριετίνη, αλλά ακόμα και στις σύντομες διακοπές του στο νησί
ο Μανώλης, άρχισε να γίνεται κάπως απόμακρος. Σφιγγόταν η ψυχή της κόρης, αλλά δεν
έχανε κάθε ελπίδα και, περίμενε.
Είχαν
περάσει σχεδόν δύο χρόνια αφότου αποφοίτησε ο Μανώλης, αλλά δεν πήγε καθόλου
στο νησί. Πήγε, όμως, την τρίτη χρονιά, αλλά όχι μόνος. Τον συνόδευε μια
πανέμορφη, ψηλή, αεράτη κοπέλα, φανερό πως ήταν ζευγάρι.
Το έμαθε η
Μαριετίνη και δεν ήξερε πού και πώς να κρύψει την απελπισία της και την ντροπή της
για τη συμπεριφορά του Μανώλη της.
Ζήτησε
πολλές φορές, μέσω κοινού φίλου, να την δει, μα εκείνη αρνήθηκε.
Εκείνος,
όμως αποφασισμένος να της μιλήσει.
Τελικά τα
κατάφερε. Η Μαριετίνη, «φόρεσε» όση αξιοπρέπεια και περηφάνεια είχε.
Την
αγκάλιασε τρυφερά, φίλησε τα κυματιστά, μακριά μαλλιά της, και,
-Μαριετίνη
μου, χαίρομαι πολύ που σε βλέπω μετά τόσα χρόνια. Μεγάλωσες, ομόρφυνες
περισσότερο και κάθε άνδρας θα είναι περήφανος να σε έχει στο πλευρό του!
-Δεν νιώθω
πως σε πρόδωσα απλά, έτσι είναι η ζωή. Ήμαστε πολύ νέοι, σχεδόν παιδιά, τότε
που μιλούσαμε για αγάπη, τότε που μόνο τη λέξη «αγάπη» γνωρίζαμε και όχι τι
σημαίνει στ΄ αλήθεια. Όσα σου έλεγα τότε, ήταν αληθινά και ειλικρινή, τα πίστευα όταν τα έλεγα, δεν ήταν ψέμα.
-Ωριμάζοντας,
αισθάνθηκα πως όλα αυτά δεν ήταν παρά μια παιδική, αγνή και τρυφερή φιλία, όχι αγάπη. Ήμαστε πολύ
μικροί, για να ξέρουμε τι σημαίνει αγάπη.
-Την αληθινή
αγάπη την ένιωσα μεγαλώνοντας, όταν συνάντησα τη Μέλπω, την κοπέλα, όπου με τις
ευχές και ευλογίες των δικών μου, θα παντρευτώ σύντομα.
-Καιρός να
φτιάξεις κι εσύ τη ζωή σου κοριτσάκι, με έναν νέο που θα σε αγαπήσει όπως σου
αξίζει και θα τον αγαπήσεις και θα φτιάξετε ωραία οικογένεια.
-Η δική μας
παιδική αγάπη, θα μείνει μέχρι το τέλος, μια πολύ τρυφερή ανάμνηση στην καρδιά μας.
Έμεινε άφωνη
η Μαριετίνη στα όσα άκουσε, δεν αντέδρασε καθόλου. Η αξιοπρέπεια, αλλά και η ωριμότητα της, δεν
της επέτρεπαν να πέσει χαμηλά και να λυγίσει μπροστά του, είχε χρόνο για αυτό.
Σηκώθηκαν
ταυτόχρονα, την κοίταξε στα μάτια με αγάπη, άπλωσε τα χέρια, την αγκάλιασε και
την έσφιξε επάνω του τρυφερά για τελευταία φορά.
Πήρε από το
τραπεζάκι την όμορφη, περιποιημένη «κιόκα» με της μιας δραχμής τα γιασεμιά που
είχε φέρει, της τα πρόσφερε και μ΄ ένα γλυκό χαμόγελο.
-Αυτή τη
φορά, δεν χρειάστηκε να μείνω «χωρίς κουλούρι το διάλειμμα», για να σου πάρω γιασεμιά. Θέλω να είσαι
ευτυχισμένη Μαριετίνη μου, και να με θυμάσαι.
-Θα σε
θυμάμαι πάντα με αγάπη. Αντίο Μαριετίνη, αντίο όνειρο της νιότης.
Μεγάλη πια η
Μαριετίνη, γύρω στα 25, έφυγε από το νησί, πήγε στην Αθήνα, όπου σπούδασε
Νομική, όπως ήταν το όνειρό της, εξάσκησε για χρόνια το επάγγελμα με επιτυχία,
αλλά δεν παντρεύτηκε ποτέ ούτε δεσμό έκανε, μολονότι είχε πολλές ευκαιρίες.
Τώρα, στην τρίτη ηλικία, χωρίς πικρίες, συνεχίζει
να πηγαίνει στο διθέσιο παγκάκι, στο κηπάριο, εκεί που πήγαινε με τον Μανώλη της.
Στο πρώτο
συρτάρι του γραφείου της, μόνα τους, ανάμεσα σε πολύ λεπτό λευκό χαρτί, υπάρχουν
πάντα, της μιας δραχμής τα γιασεμιά
Κι έχει μια μόνη ασχημιά
Ο Έρως που
όλους περιπαίζει
Πως για μια
νέα γνωριμιά
Της μιας
δραχμής τα γιασεμιά
Ξεχνιούνται πάνω
στο τραπέζι.
δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.