Η Wall Street Journal λέει αυτό που πολλοί φοβούνται να πουν
Το μήνυμα του Δρος. Αντωνίου Λυμπεράκη, Μεγάλου Ακτουαρίου και Εθνικού Διοικητή των Αρχόντων του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι αποκαλυπτικό. Παραπέμποντας στο άρθρο του George Weigel, υπογραμμίζει μία φράση που δύσκολα μπορεί να παρερμηνευθεί: «Οι ηγέτες της ρωσικής Ορθοδοξίας είναι όργανα της ρωσικής κρατικής ισχύος».
Η διατύπωση είναι σκληρή. Είναι όμως ακόμη σκληρότερο το υλικό που την προκαλεί. Ο Δρ. Αντώνιος Λυμπεράκης δεν παρουσιάζει τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο ως έναν αμήχανο εκκλησιαστικό ηγέτη που απλώς παρασύρθηκε από την πολιτική εξουσία. Τον παρουσιάζει ως ενεργό συνεργό στην προσπάθεια του Κρεμλίνου να επιβάλει τη δική του αντίληψη για την Ουκρανία και για τον ευρύτερο γεωπολιτικό ρόλο της Ρωσίας.
Και εδώ βρίσκεται το σημείο που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στον θόρυβο της καθημερινής επικαιρότητας. Το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι ο Κύριλλος «υποστηρίζει τον Πούτιν». Το ζήτημα είναι ότι χρησιμοποιεί τη θεολογική γλώσσα για να μετατρέψει την πολιτική βούληση του Πούτιν σε υποτιθέμενη θεία αποστολή.
Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Και πολύ πιο επικίνδυνο.
Όταν ο πόλεμος αποκτά «μεταφυσική» σημασία
Το νέο βιβλίο του Πατριάρχη Κυρίλλου, War: Beyond the Visible Causes and Consequences, κάνει το πρόβλημα ακόμη πιο καθαρό. Το έργο παρουσιάζεται ως μελέτη της «μεταφυσικής του πολέμου». Σύμφωνα με την περιγραφή του, ο πόλεμος αποκτά «λυτρωτική σημασία» και παρουσιάζεται μέσα από το σχήμα της αντιπαράθεσης του καλού με το κακό και της Ρωσίας ως δύναμης που βρίσκεται στην πλευρά του «φωτός».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη θεολογική εκτροπή. Γιατί όταν ένας πόλεμος που διεξάγεται από ένα συγκεκριμένο κράτος εναντίον ενός άλλου κράτους μετατρέπεται σε μεταφυσική σύγκρουση μεταξύ φωτός και σκότους, τότε ο αντίπαλος παύει να είναι απλώς πολιτικός ή στρατιωτικός αντίπαλος. Μετατρέπεται σε εκπρόσωπο του κακού.
Και όταν ο αντίπαλος ταυτίζεται με το κακό, τότε η εξόντωσή του μπορεί να εμφανισθεί ως πνευματικό καθήκον. Αυτή είναι η λογική που καθιστά κάθε «ιερό πόλεμο» τόσο επικίνδυνο. Δεν περιορίζει τη βία. Την καθαγιάζει.
Η μεγαλύτερη βλασφημία δεν είναι η λέξη «πόλεμος»
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Κύριλλος μιλά για τον πόλεμο. Η Εκκλησία γνωρίζει την τραγικότητα της ανθρώπινης ιστορίας. Γνωρίζει την έννοια της άμυνας, γνωρίζει το δράμα των λαών, γνωρίζει την ευθύνη της πολιτικής εξουσίας και την τραγωδία της ένοπλης σύγκρουσης.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο πόλεμος παρουσιάζεται ως οδός πνευματικής δικαίωσης. Όταν ο θάνατος στο πεδίο της μάχης παρουσιάζεται ως κάτι που μπορεί να αποκτήσει αυτομάτως σωτηριολογικό χαρακτήρα. Όταν η στρατιωτική θυσία συνδέεται με την άφεση αμαρτιών. Όταν η κρατική νίκη μετατρέπεται σε υποτιθέμενη νίκη του Θεού.
Εδώ πλέον δεν έχουμε απλώς πολιτική προπαγάνδα. Έχουμε παραποίηση της χριστιανικής γλώσσας.
Ο George Weigel είχε ήδη περιγράψει αυτή την πορεία ως βλασφημία, επισημαίνοντας ότι η ρωσική εκκλησιαστική ηγεσία έχει δώσει στον πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας ένα ψευδοθρησκευτικό περίβλημα. Και δεν είναι μόνο ο Weigel.
Η ίδια η ακαδημαϊκή έρευνα έχει καταγράψει τη μεταβολή της ρωσικής εκκλησιαστικής ρητορικής: από την αρχική παρουσίαση της εισβολής ως δήθεν αμυντικής ενέργειας, η ρητορική μετακινήθηκε σε μία όλο και περισσότερο «ιεροποιημένη» αντίληψη της σύγκρουσης, μέχρι την ανοικτή χρήση του όρου «Holy War».
Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ολόκληρη ιδεολογική διαδρομή.
Ο Κύριλλος δεν εμφανίσθηκε ξαφνικά το 2026
Και εδώ βρίσκεται η αξία της μαρτυρίας του Sergei Chapnin. Ο Chapnin δεν είναι εξωτερικός παρατηρητής. Υπήρξε επί δεκαπέντε χρόνια υψηλόβαθμο στέλεχος του ίδιου του Πατριαρχείου Μόσχας, διευθυντής σύνταξης του Journal of the Moscow Patriarchate και στέλεχος του εκδοτικού μηχανισμού της Ρωσικής Εκκλησίας.
Το 2015 προειδοποίησε δημόσια ότι η Ρωσική Ορθοδοξία μετατρεπόταν σε κρατική ιδεολογία και ότι ένας μελλοντικός πόλεμος εναντίον της Ουκρανίας θα μπορούσε να λάβει θρησκευτική νομιμοποίηση. Λίγο αργότερα απομακρύνθηκε από τις θέσεις του. Σήμερα, η πρόβλεψη εκείνη μοιάζει ανατριχιαστικά ακριβής.
Το νέο βιβλίο του Chapnin, Religious Communities Under Pressure: Documenting Religious Persecution in Russia 2022–2026, καταγράφει περισσότερες από 115 περιπτώσεις κληρικών, πιστών, δημοσιογράφων και άλλων θρησκευτικών προσώπων που υπέστησαν διώξεις επειδή αρνήθηκαν να ευθυγραμμιστούν με την κρατική πολεμική αφήγηση.
Αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο όλων. Γιατί δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς η εξωτερική σχέση Εκκλησίας και κράτους. Είναι και η εσωτερική πειθαρχική λειτουργία της Εκκλησίας όταν κάποιος αρνείται να υπηρετήσει την κρατική αφήγηση.
Δεν διώκονται μόνο οι αντίπαλοι του Κρεμλίνου. Διώκονται και οι χριστιανοί που λένε «όχι στον πόλεμο»
Η έρευνα του Chapnin καταγράφει ένα ιδιαίτερα σκοτεινό φαινόμενο: κληρικοί που προσεύχονται για ειρήνη, αρνούνται να ευλογήσουν τον πόλεμο ή εκφράζουν αντίθεση στην εισβολή αντιμετωπίζουν εκκλησιαστικές και κρατικές κυρώσεις.
Το σημαντικό εδώ είναι ότι πρέπει να διαχωρίσουμε δύο πράγματα. Άλλο η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ως θεσμική ηγεσία και άλλο οι Ρώσοι Ορθόδοξοι χριστιανοί. Δεν είναι όλοι οι Ρώσοι πιστοί Κύριλλος. Δεν είναι όλοι οι Ρώσοι κληρικοί Πούτιν. Και ακριβώς γι’ αυτό η τραγωδία είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Γιατί μέσα στη Ρωσία υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι πληρώνουν κόστος επειδή επιμένουν να είναι χριστιανοί πριν από οτιδήποτε άλλο. Ο Chapnin έχει καταγράψει αυτή την αντίσταση από μέσα. Και η ίδια η ύπαρξή της διαλύει τον μύθο ότι υπάρχει μία ενιαία, αδιαμφισβήτητη «Ορθόδοξη Ρωσία» πίσω από την κρατική ιδεολογία.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι η «συγχώνευση» Εκκλησίας και κράτους
Η περίπτωση της Ρωσίας έχει ιδιαίτερη σημασία για ολόκληρη την Ορθοδοξία. Γιατί το μοντέλο που διαμορφώνεται δεν είναι απλώς ένας εθνικισμός με θρησκευτικό λεξιλόγιο. Είναι κάτι βαθύτερο: η πολιτική εξουσία αποκτά θεολογικό κύρος και η Εκκλησία αποκτά κρατική λειτουργία.
Το κράτος αποφασίζει ποιος είναι ο εχθρός. Η Εκκλησία αποφασίζει ότι ο εχθρός είναι «σκοτάδι».
Το κράτος διεξάγει τον πόλεμο. Η Εκκλησία του προσδίδει «μεταφυσική» σημασία.
Το κράτος ζητά θυσίες. Η Εκκλησία τις παρουσιάζει ως πνευματικά νοηματοδοτημένες.
Και έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος στον οποίο η πολιτική εξουσία τροφοδοτείται από τη θρησκευτική νομιμοποίηση και η εκκλησιαστική εξουσία τροφοδοτείται από την πολιτική προστασία.
Αυτό δεν είναι η «συμφωνία Εκκλησίας και Πολιτείας». Είναι υποταγή της Εκκλησίας στην κρατική ιδεολογία.
Και απέναντι σε αυτό βρίσκεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης
Εδώ γίνεται κατανοητό γιατί η σύγκρουση Μόσχας και Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι απλώς μία διοικητική ή «γεωπολιτική» διαφωνία. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει επιμείνει επανειλημμένα ότι ο πόλεμος εναντίον της Ουκρανίας δεν μπορεί να αποκτήσει θρησκευτική νομιμοποίηση.
Τον Ιούνιο του 2026, μετά το ρωσικό πλήγμα στην ιστορική Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο χαρακτήρισε την επίθεση «βάρβαρη» και «ιερόσυλη», εκφράζοντας την αλληλεγγύη του προς τον ουκρανικό λαό.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης είχε καταδικάσει προσωπικά την επίθεση και είχε εκφράσει την αλληλεγγύη του προς την Ουκρανία.
Και αυτή η στάση δεν είναι απλώς πολιτική. Είναι βαθύτατα εκκλησιολογική. Διότι η Εκκλησία δεν υπάρχει για να επικυρώνει τις αυτοκρατορικές αξιώσεις οποιασδήποτε πολιτικής εξουσίας. Υπάρχει για να θυμίζει στην πολιτική εξουσία ότι υπάρχει αλήθεια ανώτερη από το κράτος.
Δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την Ορθοδοξία
Στην πραγματικότητα, πίσω από τη σύγκρουση Κωνσταντινουπόλεως και Μόσχας βρίσκεται ένα πολύ βαθύτερο ερώτημα: Τι είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία;
Είναι μία κοινωνία τοπικών Εκκλησιών που ζουν μέσα στην καθολικότητα της πίστεως, στην ευχαριστιακή ενότητα και στην συνοδικότητα; Ή είναι ένα σύνολο εθνικών θρησκευτικών μηχανισμών, όπου κάθε μεγάλη δύναμη μπορεί να δημιουργεί τη δική της «θεολογία», τη δική της ιστορία και τελικά τη δική της εκδοχή του Θεού;
Η Μόσχα, ιδίως τα τελευταία χρόνια, έχει προωθήσει όλο και περισσότερο το σχήμα του «Ρωσικού Κόσμου» — Russkiy Mir. Η έννοια αυτή δεν είναι απλώς πολιτιστική.
Στο ιδεολογικό της περιεχόμενο μπορεί να λειτουργήσει ως υπερεθνική πολιτικοθρησκευτική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία Ρώσοι, Ουκρανοί και Λευκορώσοι ανήκουν σε μία ενιαία πνευματική και ιστορική πραγματικότητα, την οποία η Μόσχα θεωρεί ότι δικαιούται να προστατεύσει και, σε ακραία εκδοχή, να επιβάλει.
Η επιστημονική βιβλιογραφία έχει αναλύσει εκτενώς τον ρόλο της Ρωσικής Εκκλησίας στη διαμόρφωση αυτής της ιδεολογικής κατασκευής. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα: η Ορθοδοξία μετατρέπεται από Εκκλησία σε γεωπολιτική ταυτότητα.
Η Κωνσταντινούπολη λέει κάτι εντελώς διαφορετικό
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν υπερασπίζεται μία «ελληνική» εκδοχή της Ορθοδοξίας απέναντι σε μία «ρωσική». Υπερασπίζεται την ίδια την οικουμενικότητα της Εκκλησίας. Και γι’ αυτό η θέση του έχει τόσο μεγάλη σημασία.
Όταν η Μόσχα λέει ότι η Ρωσία έχει μία ιδιαίτερη μεταφυσική αποστολή, η Κωνσταντινούπολη υπενθυμίζει ότι κανένα κράτος δεν είναι η Εκκλησία.
Όταν η Μόσχα μιλά για «ιερό πόλεμο», η Κωνσταντινούπολη επιμένει ότι η βία δεν μπορεί να βαπτιστεί «αγία».
Όταν η Μόσχα μετατρέπει την πολιτική σύγκρουση σε εσχατολογική μάχη, η Εκκλησία καλείται να θυμίσει ότι ο Χριστός δεν ταυτίζεται με κανένα έθνος, αυτοκρατορία ή γεωπολιτικό μπλοκ.
Και όταν η Μόσχα επιχειρεί να μετατρέψει την Ορθοδοξία σε ιδεολογικό όπλο, η Κωνσταντινούπολη καλείται να υπερασπιστεί την ελευθερία της Εκκλησίας από κάθε κοσμική εξουσία.
Το πιο επικίνδυνο σημείο: όταν η βλασφημία γίνεται «κανονικότητα»
Το τρομακτικότερο ίσως δεν είναι ότι ο Κύριλλος χρησιμοποίησε μία φορά μία ακραία έκφραση. Είναι ότι δημιουργήθηκε ολόκληρο σύστημα λόγου. «Ρωσικός Κόσμος». «Μεταφυσικά σύνορα». «Πνευματική ενότητα». «Δυνάμεις του κακού». «Δύση που έχει πέσει στον σατανισμό». «Ιερός πόλεμος». «Θυσία». «Λύτρωση». «Ιστορική αποστολή».
Όταν όλες αυτές οι έννοιες συνδέονται μεταξύ τους, τότε η πολιτική προπαγάνδα αποκτά θεολογική αρχιτεκτονική. Και τότε ο πόλεμος παύει να εμφανίζεται ως τραγωδία. Εμφανίζεται ως αποστολή.
Ο θάνατος παύει να εμφανίζεται ως τραύμα. Εμφανίζεται ως θυσία.
Ο εχθρός παύει να εμφανίζεται ως άνθρωπος. Εμφανίζεται ως φορέας του κακού.
Και ο ηγέτης παύει να εμφανίζεται ως πολιτικός. Εμφανίζεται ως όργανο μιας ιστορικής και σχεδόν μεταφυσικής αποστολής.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η θρησκεία παύει να ελέγχει την εξουσία και αρχίζει να υπηρετεί την εξουσία.
Το μεγάλο ερώτημα για την Ορθοδοξία
Το ζήτημα πλέον δεν αφορά μόνο την Ουκρανία. Αφορά ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο. Γιατί εάν γίνει αποδεκτή η λογική ότι κάθε μεγάλη Ορθόδοξη χώρα μπορεί να δημιουργεί τη δική της «ιερή» γεωπολιτική αποστολή, τότε ανοίγει μία πόρτα που δεν κλείνει εύκολα.
Σήμερα είναι η Ρωσία. Αύριο; Ποιος θα αποφασίζει ποιο κράτος έχει «μεταφυσικά σύνορα»; Ποιος θα καθορίζει ποιος λαός ανήκει σε ποια «πνευματική σφαίρα»; Ποιος θα αποφασίζει ποιος πόλεμος είναι «ιερός»;
Και κυρίως: ποιος θα ελέγχει την Εκκλησία όταν το κράτος απαιτεί από αυτήν να ευλογήσει τα όπλα του;
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Δεν είναι η Ρωσία το πρόβλημα. Είναι η ειδωλοποίηση του κράτους
Χρειάζεται εδώ μία κρίσιμη διευκρίνιση. Το πρόβλημα δεν είναι ο ρωσικός λαός. Δεν είναι ο ρωσικός πολιτισμός. Δεν είναι η ρωσική πνευματική παράδοση. Δεν είναι οι εκατομμύρια Ρώσοι Ορθόδοξοι που εξακολουθούν να προσεύχονται, να βαπτίζουν τα παιδιά τους, να κοινωνούν και να προσπαθούν να ζήσουν το Ευαγγέλιο.
Το πρόβλημα είναι η ειδωλοποίηση του κράτους. Και όταν αυτή η ειδωλοποίηση εισέρχεται στον ναό, φορά άμφια και χρησιμοποιεί θεολογικό λεξιλόγιο, τότε η Εκκλησία βρίσκεται μπροστά στον μεγαλύτερο πειρασμό της.
Να ανταλλάξει την προφητική της ελευθερία με την κρατική προστασία. Να ανταλλάξει την αλήθεια με την επιρροή. Να ανταλλάξει το Ευαγγέλιο με την εθνική μυθολογία.
Η Ιστορία θα θυμάται ποιοι μίλησαν
Η επιστολή των Αρχόντων του Οικουμενικού Πατριαρχείου έχει, επομένως, ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη ανακοίνωση υποστήριξης προς το Φανάρι. Είναι μία προειδοποίηση προς ολόκληρη την Ορθοδοξία.
Το ερώτημα που τίθεται είναι πλέον απλό: Μπορεί η Εκκλησία να παραμείνει Εκκλησία όταν ευλογεί την κρατική βία;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι πολιτική. Είναι πρώτα θεολογική.
Ο Χριστός δεν είπε «μακάριοι οι ισχυροί». Δεν είπε «μακάριοι οι νικητές». Δεν είπε «μακάριοι όσοι επεκτείνουν τα σύνορα του κράτους τους». Είπε: «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται».
Η Εκκλησία μπορεί να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο που υποφέρει. Μπορεί να προσευχηθεί για τον στρατιώτη. Μπορεί να θρηνήσει τον νεκρό. Μπορεί να υπερασπιστεί τον αδικημένο. Μπορεί να καλέσει σε ειρήνη και δικαιοσύνη.
Αλλά δεν μπορεί να βαπτίσει τον πόλεμο «άγιο» και να ονομάσει τη γεωπολιτική φιλοδοξία «θέλημα του Θεού». Γιατί τότε δεν υπηρετεί πλέον τον Χριστό. Υπηρετεί την εξουσία.
Και αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για την Ορθοδοξία του 21ου αιώνα
Η κρίση της Ρωσικής Εκκλησίας δεν πρέπει να γίνει αφορμή για θριαμβολογία κανενός άλλου. Πρέπει να γίνει αφορμή για αυτοκριτική ολόκληρης της Ορθοδοξίας. Γιατί το ερώτημα δεν είναι απλώς: «Τι έκανε η Μόσχα;». Το βαθύτερο ερώτημα είναι: «Τι επιτρέπουμε εμείς να γίνει η Εκκλησία;».
Εάν η Εκκλησία γίνει εθνικό σύμβολο, χάνει την καθολικότητά της. Εάν γίνει κρατικός μηχανισμός, χάνει την ελευθερία της. Εάν γίνει ιδεολογικός μηχανισμός, χάνει την αλήθεια της. Και εάν ευλογεί έναν πόλεμο ως «ιερό», τότε διαπράττει κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο: χρησιμοποιεί το όνομα του Θεού για να δικαιολογήσει αυτό που ο Θεός δεν χρειάζεται να δικαιολογήσει.
Γι’ αυτό η υπόθεση Κύριλλος δεν είναι μία προσωπική διαφορά ανάμεσα σε δύο Πατριαρχεία. Είναι ένα τεστ για ολόκληρη την Ορθοδοξία.
Και η Wall Street Journal απλώς έκανε κάτι που ίσως εμείς οι εκκλησιαστικοί άνθρωποι θα έπρεπε να έχουμε κάνει πολύ νωρίτερα: έθεσε το ζήτημα με το πραγματικό του όνομα.
Όταν η κρατική ισχύς χρησιμοποιεί την Εκκλησία ως εργαλείο, η Εκκλησία δεν βρίσκεται πλέον ενώπιον ενός πολιτικού προβλήματος. Βρίσκεται ενώπιον ενός πνευματικού πειρασμού.
Και όταν στο όνομα του Θεού ευλογείται ο πόλεμος, ο πρώτος που πρέπει να υψώσει τη φωνή του δεν είναι ο πολιτικός. Είναι η ίδια η Εκκλησία.
Μεθοδολογική σημείωση
Το παρόν άρθρο διακρίνει ανάμεσα στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ως θεσμική ηγεσία, στους Ρώσους Ορθοδόξους πιστούς και στους κληρικούς που αντιτίθενται στον πόλεμο. Η κριτική αφορά συγκεκριμένες θεολογικές και πολιτικές θέσεις της ηγεσίας του Πατριαρχείου Μόσχας και όχι συλλήβδην τον ρωσικό λαό ή τη ρωσική πνευματική παράδοση.
Πηγές και περαιτέρω τεκμηρίωση
Πρωτογενείς και θεσμικές πηγές
- Archons of the Ecumenical Patriarchate, ενημέρωση της 11ης Αυγούστου 2026 σχετικά με το άρθρο του George Weigel στη Wall Street Journal και τη νέα έκδοση του βιβλίου του Πατριάρχη Κυρίλλου.
- Kirill of Moscow, War: Beyond the Visible Causes and Consequences, Moscow Patriarchate Publishing House, 2026.
- Οικουμενικό Πατριαρχείο, «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο καταδικάζει την επίθεση στη Λαύρα του Κιέβου», 15 Ιουνίου 2026.
- Οικουμενικό Πατριαρχείο, «Τηλεφωνική επικοινωνία του Οικουμενικού Πατριάρχου με τον Πρόεδρο της Ουκρανίας», 15 Ιουνίου 2026.
Επιλεγμένη βιβλιογραφία και έρευνα
- Sergei Chapnin, Religious Communities Under Pressure: Documenting Religious Persecution in Russia 2022–2026, 2026. Το έργο τεκμηριώνει περισσότερες από 115 περιπτώσεις θρησκευτικών διώξεων μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής στην Ουκρανία.
- Andrew R. Hom, «Ritual Wartiming in Russia’s Three-day Special Military Operation, 2022–2025: “Everyone Must Feel Mobilized”», Global Studies Quarterly, Oxford Academic, 2026.
- George Weigel, «Russia’s Sacrilegious War on Ukraine», Ethics and Public Policy Center, 12 Φεβρουαρίου 2025.
- Serhii Shumylo, «“Orthodox Shahidism” and Moscow Patriarch Kirill’s neo-pagan theology of war», Orthodox Times, 11 Δεκεμβρίου 2022.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.