Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Ενώ ο τουρισμός κλέβει τις Κυριακές μας και η δουλειά γίνεται δουλεία

[Ο Εγκέλαδος σηκώνει τη Ζάκυνθο. Γλυπτό του Θοδωρή Βισβάρδη]

Του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

Υπάρχει μια πραγματικότητα στα τουριστικά νησιά μας, την οποία έχουμε πια συνηθίσει και ίσως γι’ αυτό παύσαμε να τη βλέπουμε στις πραγματικές της διαστάσεις. Από την άνοιξη έως τα βαθιά μέσα του φθινοπώρου, όταν η Ζάκυνθος γεμίζει επισκέπτες, ένα μεγάλο μέρος του ντόπιου πληθυσμού εξαφανίζεται σχεδόν από την κανονική κοινωνική και εκκλησιαστική ζωή. Άνθρωποι νέοι και μεγαλύτεροι μπαίνουν στη λεγόμενη «σεζόν» και για έξι ή επτά μήνες η καθημερινότητά τους αποκτά έναν κυρίαρχο άξονα: την εργασία. Ξενοδοχεία, εστιατόρια, καταστήματα, τουριστικές επιχειρήσεις, μεταφορές, υπηρεσίες και κάθε δραστηριότητα που στηρίζει το μεγάλο οικοδόμημα του τουρισμού απορροφούν ώρες, δυνάμεις, Σαββατοκύριακα και εορτές. Και φθάνει κάποτε ο εργαζόμενος στο τέλος του καλοκαιριού εξαντλημένος, έχοντας εξασφαλίσει το απαραίτητο εισόδημα για τον χειμώνα, έχοντας συγχρόνως παραχωρήσει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι από την ίδια τη ζωή του.

Κάπου εδώ γεννιέται για εμάς και ένα καίριο ποιμαντικό ερώτημα: Πότε θα εκκλησιασθεί αυτός ο άνθρωπος; Πότε θα μπορέσει να σταθεί μια Κυριακή στη Θεία Λειτουργία, να κοινωνήσει, να βρεθεί μαζί με την οικογένειά του στον Ναό, να συναντήσει την ενοριακή κοινότητα; Για τον ξενοδοχοϋπάλληλο, τον σερβιτόρο, τον μάγειρα, την καμαριέρα, τον οδηγό, τον εργαζόμενο στην υποδοχή ή στο τουριστικό κατάστημα, η Κυριακή είναι συνήθως ημέρα ακόμη εντονότερης εργασίας. Και αυτό επαναλαμβάνεται επί μήνες, κάθε χρόνο. Έτσι, η αναγκαστική απουσία μπορεί σιγά σιγά να γίνει συνήθεια και η συνήθεια απόσταση. Κάποιος που έλειψε από τη Θεία Λειτουργία είκοσι ή τριάντα συνεχόμενες Κυριακές εξαιτίας της δουλειάς του, κάποτε δυσκολεύεται να επιστρέψει ακόμη και όταν φθάσει ο χειμώνας. Ο ρυθμός της ζωής του έχει ήδη αλλάξει.

Η προς Εβραίους επιστολή μάς παραδίδει εκείνη τη σύντομη και τόσο ουσιαστική προτροπή: «μη εγκαταλείποντες την επισυναγωγήν εαυτών» (Εβρ. 10,25). Η χριστιανική ζωή από την αρχή της υπήρξε ζωή σύναξης. Οι πιστοί συναντώνται «επί το αυτό», προσεύχονται, ακούνε τον Λόγο, κοινωνούν από το ίδιο Ποτήριο. Στις ημέρες μας υπάρχουν άνθρωποι που απέχουν από αυτή τη σύναξη από αδιαφορία, υπάρχουν όμως και άλλοι που θα ήθελαν να βρίσκονται εκεί, ενώ η βάρδιά τους αρχίζει την ίδια ώρα που χτυπά η καμπάνα. Χρειάζεται να ξεχωρίζουμε τις περιπτώσεις. Η Εκκλησία γνωρίζει την αγωνία του μεροκάματου και οφείλει να στέκεται με κατανόηση δίπλα στον άνθρωπο που εργάζεται από ανάγκη.

Η Κυριακή, άλλωστε, για τη χριστιανική παράδοση υπήρξε εξαρχής κάτι πολύ περισσότερο από μια ημέρα αργίας. Είναι η ημέρα της Αναστάσεως, η μικρή εβδομαδιαία Πασχαλιά της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, μιλώντας σε ανθρώπους του μόχθου, σε γεωργούς, τεχνίτες και εμπόρους μιας δύσκολης εποχής, επιμένει στη Διδαχή του: «Πρέπει και ημείς να εργαζώμεθα τας έξ ημέρας» και «την Κυριακήν να πηγαίνωμεν εις την εκκλησίαν». Λίγο παρακάτω γίνεται σαφέστερος: «ούτε να εργαζώμεθα και να πραγματευώμεθα την Κυριακήν». Η αυστηρότητα της γλώσσας του ανήκει και στην εποχή κατά την οποία μιλούσε. Ο πυρήνας όμως της σκέψης του παραμένει επίκαιρος: ο άνθρωπος έχει ανάγκη να φυλάξει έναν χρόνο για τον Θεό, για την ψυχή του, για τους ανθρώπους του και τελικά για τον ίδιο τον εαυτό του.

Αυτό ακριβώς μοιάζει να κινδυνεύουμε να χάσουμε. Γιατί το πρόβλημα της Κυριακής υπερβαίνει τον εκκλησιασμό. Είναι πρόβλημα ελευθερίας του ανθρώπου απέναντι στην εργασία. Η εργασία είναι ευλογία, δημιουργία, αξιοπρέπεια, τρόπος προσφοράς και βιοπορισμού. Υπάρχει όμως ένα όριο πέρα από το οποίο η δουλειά αρχίζει να γίνεται δουλεία. Όταν ο άνθρωπος διαθέτει και τις επτά ημέρες της εβδομάδας επί έξι και επτά μήνες, όταν η σκέψη του περιστρέφεται συνεχώς γύρω από βάρδιες, ωράρια, πελάτες, εισπράξεις και φιλοδωρήματα, στενεύει ο ζωτικός του χώρος. Η εργασία υπάρχει για τον άνθρωπο και τον βιοπορισμό του. Η ανθρώπινη ζωή, ευτυχώς, χωρά πολύ περισσότερα από ένα ωράριο εργασίας.

Υπάρχει βέβαια και μια άλλη πλευρά, για την οποία αξίζει να μιλήσουμε ήρεμα, δίχως να κουνάμε το δάχτυλο σε κανέναν. Υπάρχουν επαγγέλματα όπου προβλέπονται ρεπό και άνθρωποι που έχουν τη δυνατότητα να αποφύγουν την κυριακάτικη απασχόληση, αλλά την επιζητούν επειδή αμείβεται περισσότερο. Είναι κατανοητή η επιθυμία για ένα καλύτερο εισόδημα, ιδιαίτερα σε εποχές ακρίβειας και ανασφάλειας. Εδώ όμως υπεισέρχεται και η προσωπική μας ευθύνη. Όταν μπορώ να κρατήσω την Κυριακή μου και την παραχωρώ συστηματικά για λίγα περισσότερα χρήματα, αξίζει κάποια στιγμή να αναρωτηθώ: μήπως συμμετέχω κι εγώ ο ίδιος στην αυτοδουλεία μου;

Το Ευαγγέλιο χρησιμοποιεί μια εξαιρετικά ισχυρή φράση: «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά» (Ματθ. 6,24). Ο λόγος αυτός ασφαλώς και δεν καταδικάζει το χρήμα ή τον τίμιο βιοπορισμό. Τοποθετεί το χρήμα στη σωστή του θέση. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας την ευαγγελική αυτή περικοπή, στρέφει την προσοχή στην πλεονεξία και στην υποδούλωση του ανθρώπου στον μαμωνά. Το ερώτημα, επομένως, φθάνει βαθύτερα από το ωράριο μιας Κυριακής: ποιος υπηρετεί ποιον; Εμείς χρησιμοποιούμε τα υλικά αγαθά ή κάποτε εκείνα αρχίζουν να εξουσιάζουν τον χρόνο και τις επιλογές μας;

Και πόσο, άραγε, αξίζει μία Κυριακή; Ένα πρωινό με την οικογένεια, η Θεία Λειτουργία, ένα κοινό τραπέζι, λίγες ώρες χωρίς το άγχος της επόμενης βάρδιας; Πόσο αξίζει να μπορεί ο άνθρωπος, έστω για μία ημέρα μέσα στην εβδομάδα, να βγει από τον ρόλο του υπαλλήλου, του επαγγελματία ή του επιχειρηματία και να ξαναβρεί τον εαυτό του μέσα στην οικογένεια, στην Ενορία, στην παρέα, στην ανάπαυση; Αυτά δύσκολα αποτιμώνται σε χρήμα, ακριβώς επειδή ανήκουν στα πράγματα που κάνουν τη ζωή μας ανθρώπινη.

Και εδώ χρειάζεται ίσως να κοιτάξει προς τον εαυτό της και η Εκκλησία. Στα τουριστικά μέρη, όπου επί πολλούς μήνες ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού αδυνατεί αντικειμενικά να βρίσκεται στην κυριακάτικη πρωινή Θεία Λειτουργία, χρειάζεται ποιμαντική εγρήγορση και φαντασία. Να αναζητάμε τρόπους, μέσα στην εκκλησιαστική τάξη, ώστε να πλησιάζουμε αυτούς τους ανθρώπους. Να τους θυμίζουμε ότι η Εκκλησία τούς περιμένει και κατά τις καθημερινές, στις εορτές, στους Εσπερινούς, στις αγρυπνίες, σε κάθε λειτουργική ευκαιρία που το ωράριό τους επιτρέπει. Κυρίως να αισθάνονται ότι η Εκκλησία γνωρίζει τον κόπο τους και συμμερίζεται την ανάγκη τους. Η αδιαφορία για τη λατρευτική ζωή είναι ένα πράγμα· η αδυναμία συμμετοχής εξαιτίας μιας αναγκαίας βάρδιας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Το θέμα όμως είναι και βαθιά κοινωνικό. Τι συμβαίνει σε έναν τόπο όταν επί επτά μήνες οι άνθρωποί του δυσκολεύονται να συναντηθούν; Οι σύζυγοι εργάζονται σε διαφορετικά ωράρια, οι γονείς βλέπουν λιγότερο τα παιδιά τους, οι νέοι περνούν ένα ολόκληρο καλοκαίρι ανάμεσα στη δουλειά και στον ύπνο και η κοινή ημέρα ανάπαυσης χάνεται. Η Κυριακή υπήρξε επί αιώνες ένας κοινός χρόνος. Έφερνε την οικογένεια, τη γειτονιά, την Ενορία και την παρέα στον ίδιο ρυθμό. Με την απώλεια αυτού του κοινού χρόνου ο καθένας καταλήγει να ζει μέσα στο δικό του ωράριο, συχνά δίπλα στους άλλους και με ελάχιστο πραγματικό χρόνο μαζί τους.

Ο τουρισμός αποτελεί για τη Ζάκυνθο πηγή εισοδήματος για χιλιάδες οικογένειες και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την οικονομική ζωή του τόπου μας. Τον χρειαζόμαστε και τον καλωσορίζουμε. Μα ακριβώς επειδή είναι τόσο σημαντικός, χρειάζεται να παραμένει στην υπηρεσία του ανθρώπου. Τα οικονομικά αποτελέσματα ενός καλού καλοκαιριού έχουν ασφαλώς σημασία. Μαζί τους όμως χρειάζεται να υπολογίζουμε και την κόπωση των ανθρώπων, την οικογενειακή ζωή, την ανάπαυση, την κοινωνικότητα και την πνευματική τους ζωή. Ο επισκέπτης έρχεται στο νησί μας για να ξεκουραστεί. Θα ήταν πράγματι μια πικρή ειρωνεία η ξεκούρασή του να στηρίζεται στην εξάντληση εκείνων που τον φιλοξενούν.

Είναι δύσκολο, μιλώντας για όλα αυτά στη Ζάκυνθο, να μη θυμηθεί κανείς τον Δημήτρη Χριστοδούλου (1924-1991). Στο ποίημά του «Ζάκυνθος» γράφει έναν στίχο που, τόσα χρόνια αργότερα, ακούγεται ανατριχιαστικά επίκαιρος: «…γύρω μου, όμορφος καιρός κι η Ζάκυνθος ένα φλουρί που το τσακίζει ο τουρισμός». Η Ζάκυνθος παραμένει για τον ποιητή «ένα φλουρί». Και ίσως ακριβώς επειδή είναι φλουρί, πολύτιμη και όμορφη, πονά τόσο το ρήμα που ακολουθεί: «τσακίζει». Ο τουρισμός μπορεί να δίνει πολλά σ’ έναν τόπο και συγχρόνως να του αφαιρεί άλλα, λιγότερο μετρήσιμα. Να επιβαρύνει το τοπίο του, να αλλάζει τις συνήθειές του, να μεταβάλλει τις σχέσεις των ανθρώπων και, τελικά, να καταλαμβάνει τον χρόνο τους. Σήμερα θα μπορούσαμε να προσθέσουμε στον στίχο του ποιητή πως ένα από όσα κινδυνεύει να «τσακίσει» είναι και οι Κυριακές των ανθρώπων αυτού του τόπου.

Γι’ αυτό και η υπενθύμιση της Κυριακής σήμερα χρειάζεται να γίνεται χωρίς φόβο και απειλές. Ο Θεός δεν παραμονεύει τον κουρασμένο εργαζόμενο για να τον τιμωρήσει επειδή πήγε στη βάρδιά του. Η Εκκλησία τού θυμίζει κάτι ουσιαστικότερο: ότι ο άνθρωπος αξίζει περισσότερο από όσα παράγει. Χρειάζεται χρόνο για να στραφεί προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, για την οικογένεια, για ανάπαυση, ακόμη και για λίγη σιωπή. Η Κυριακή έρχεται κάθε εβδομάδα να του θυμίσει: είσαι κάτι περισσότερο από τη δουλειά σου.

Ίσως, λοιπόν, το μεγάλο στοίχημα για τις τουριστικές κοινωνίες μας να είναι να ξανακερδίσουμε, όσο μπορούμε, τις Κυριακές μας. Να ζητάμε ανθρώπινα ωράρια και πραγματικές ημέρες ανάπαυσης από όσους οργανώνουν την εργασία, αλλά συγχρόνως να προστατεύουμε κι εμείς οι ίδιοι τον ελεύθερο χρόνο μας από την αδιάκοπη επιθυμία για περισσότερο κέρδος. Να αποφεύγουμε την αναγκαστική δουλεία, αλλά και την αυτοδουλεία. Γιατί στο τέλος μιας επιτυχημένης τουριστικής περιόδου χρειάζεται να μετράμε και κάτι ακόμη, πέρα από αφίξεις, διανυκτερεύσεις και εισπράξεις: πώς βγήκαν από αυτήν οι άνθρωποι του τόπου μας. Αν είχαν χρόνο να ιδωθούν μεταξύ τους, να καθίσουν γύρω από ένα τραπέζι, να αναπαυθούν, να προσευχηθούν, να ζήσουν.

Η Κυριακή, τελικά, χρειάζεται να μας μείνει. Όχι σαν μια απαγόρευση, αλλά σαν δώρο ελευθερίας. Σαν μια υπενθύμιση ότι εργαζόμαστε για να ζούμε και ότι μέσα στη ζωή μας χρειάζεται να υπάρχει πάντοτε χώρος για τον Θεό, για τους ανθρώπους που αγαπάμε και για την ίδια την ψυχή μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.