Γράφει ο π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
Οι Στροφάδες, τα δύο μικρά νησιά νοτίως της Ζακύνθου, συνδέθηκαν επί αιώνες με μια μοναχική παρουσία που σφράγισε την εκκλησιαστική ιστορία του τόπου. Η απόμερη θέση τους μέσα στο Ιόνιο προσέφερε στους μοναχούς χώρο ησυχίας, προσευχής και ασκήσεως, ενώ συγχρόνως τους έφερνε αντιμέτωπους με τις περιπέτειες των θαλάσσιων δρόμων της εποχής. Οι επανειλημμένες επιδρομές Τούρκων, Αλγερινών και άλλων πειρατών έθεταν συχνά σε δοκιμασία τη Μονή, με λεηλασίες, αιχμαλωσίες και φόνους μοναχών [Π. Καποδίστριας, Ζακύνθου Εορτοδρόμιον, Ζάκυνθος 1998, σ. 65].
Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία αυτή κατέχει η μεγάλη επιδρομή του 1537. Παλαιά χρονική σημείωση, την οποία δημοσίευσε ο Ζακύνθιος ιστοριογράφος Παναγιώτης Χιώτης, αναφέρει ότι η τουρκική αρμάδα, κατά την επιστροφή της, στράφηκε προς τις Στροφάδες: «καὶ γυρίζοντας ἔπειτα εἰς τὰ Στροφάδια ἡ αὐτὴ ἀρμάδα τὰ ἔκαψε, καὶ τὰ ἐρήμωσεν» [ό.π., σ. 65]. Η μοναστηριακή και ζακυνθινή παράδοση συνέδεσε με την επιδρομή αυτή την αιματηρή τελείωση των Πατέρων της Μονής.
Η μνήμη εκείνης της θυσίας απέκτησε από νωρίς εκκλησιαστικό και λειτουργικό περιεχόμενο. Καθοριστική υπήρξε εδώ η συμβολή του Παχωμίου Ρουσάνου, του λογίου Ζακυνθίου ρακενδύτη μοναχού, ο οποίος συνέθεσε ιδιαίτερη Ακολουθία για τους «ἐν Στροφάσιν ἀναιρεθέντας» οσίους Πατέρες. Με τον τρόπο αυτόν ένα ιστορικό γεγονός της ζωής της Μονής εισήλθε στον λειτουργικό χρόνο και η μνήμη των Πατέρων παραδόθηκε στην προσευχή της Εκκλησίας.
Η Ακολουθία του Ρουσάνου παραδίδεται σε δύο χειρόγραφα, τα οποία απόκεινται αντιστοίχως στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας και στη Βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Η έκδοσή της από τον Αρχιμανδρίτη Δρ Ευτύχιο Σαρμάνη έφερε στο φως ένα σημαντικό υμνογραφικό τεκμήριο τόσο για την ιστορία της Μονής όσο και για τον τρόπο με τον οποίον η εκκλησιαστική συνείδηση προσέλαβε τη θυσία των Στροφαδιτών Πατέρων [Ευτ. Σαρμάνης, «Παχωμίου Ρουσάνου: Ακολουθία των εν Στροφάσιν αναιρεθέντων οσίων Πατέρων», Θεολογία ΞΗ΄ (1997), σ. 255-283].
Ο Ρουσάνος προβάλλει τους μοναχούς ως οσίους Πατέρες, ανθρώπους των οποίων η ζωή είχε ήδη προσλάβει τον χαρακτήρα της ολοκληρωτικής αφιερώσεως στον Θεό. Η αποταγή, η άσκηση, η προσευχή και η εγκαρτέρηση αποτελούσαν τον καθημερινό τους αγώνα. Η αιματηρή τελείωσή τους ήλθε ως κορύφωση αυτής της πορείας και προσέδωσε στην οσιακή πολιτεία τους τη σφραγίδα του μαρτυρικού αθλήματος.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το ιδιαίτερο ιστορικοθεολογικό βάθος της μνήμης τους. Η μοναχική άσκηση και η μαρτυρική τελείωση αποτελούν δύο διαδοχικές εκφράσεις της ίδιας προσφοράς. Οι Πατέρες είχαν παραδώσει τη ζωή τους στον Θεό μέσα στην καθημερινή άσκηση της μοναχικής κλήσεως και, κατά την ώρα της επιδρομής, η προσφορά αυτή έφθασε στην έσχατη δοκιμασία. Η εκκλησιαστική μνήμη προσέλαβε έτσι την τελευτή τους ως επισφράγιση μιας ζωής ήδη στραμμένης προς τον Χριστό.
Γι’ αυτό ο χαρακτηρισμός οσιόαθλοι αποδίδει με ιδιαίτερη ακρίβεια την πνευματική φυσιογνωμία τους. Η λέξη ενώνει την οσιακή πολιτεία με το άθλημα της τελειώσεως. Η άσκηση προετοίμασε την καρδιά, η πίστη στήριξε την ώρα της δοκιμασίας και το μαρτυρικό τέλος επισφράγισε την πορεία. Στο πρόσωπό τους η ασκητική παράδοση συναντά τη μαρτυρική εμπειρία της Εκκλησίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο δεσμός των Πατέρων με τον τόπο. Οι Στροφάδες αποτελούν οργανικό στοιχείο της μνήμης τους. Εκεί έζησαν τη μοναχική τους κλήση, εκεί καλλιέργησαν την προσευχή και την άσκηση, εκεί έφθασαν και στην τελείωσή τους. Η μοναχική γεωγραφία προσλαμβάνει έτσι αγιολογικό περιεχόμενο. Ο τόπος της ησυχίας γίνεται συγχρόνως τόπος θυσίας και μνήμης, τόπος όπου η καθημερινή αφιέρωση και η τελική προσφορά συναντήθηκαν.
Η Ακολουθία του Ρουσάνου διαφυλάσσει αυτή τη σχέση ανάμεσα στον τόπο, στα πρόσωπα και στο γεγονός. Η ιστορική δοκιμασία μεταφέρεται στην υμνογραφική γλώσσα και φωτίζεται από την πίστη της Εκκλησίας. Το αίμα των Πατέρων γίνεται σημείο της μέχρι τέλους πιστότητάς τους, ενώ η τελείωσή τους προσλαμβάνει την προοπτική της Βασιλείας του Θεού. Η οδύνη της σφαγής οδηγείται έτσι προς την αναστάσιμη ελπίδα, που αποτελεί και τον τελικό ορίζοντα της λειτουργικής μνήμης.
Σημαντική παραμένει και η προσεκτική ανάγνωση των ιστορικών ενδείξεων. Η χρονική σημείωση που παραδίδει ο Χιώτης τοποθετεί την καταστροφή της Μονής στις 29 Ιουλίου 1537, ενώ η Ακολουθία των αναιρεθέντων Πατέρων φέρει ως ημέρα της λειτουργικής τους μνήμης την 29η Σεπτεμβρίου. Η μελέτη του Σαρμάνη εξετάζει επίσης τις χρονολογικές μαρτυρίες που συνδέονται με τις επιδρομές των Στροφάδων και την παράδοση της Ακολουθίας [Π. Καποδίστριας, ό.π., σ. 65· Ευτ. Σαρμάνης, ό.π., σ. 255 κ.ε.]. Οι επιμέρους αυτές μαρτυρίες φωτίζουν, αφενός την ιστορική πορεία του γεγονότος, αφετέρου δε την διαμόρφωση της λειτουργικής μνήμης του.
Η ιστορική μαρτυρία και η υμνογραφική παράδοση λειτουργούν εδώ συμπληρωματικά. Η πρώτη διαφυλάσσει τις περιστάσεις της καταστροφής· η δεύτερη φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία προσέλαβε τα πρόσωπα και την τελείωσή τους. Μέσα από τη συνάντηση των δύο διαγράφεται πληρέστερα η φυσιογνωμία των Στροφαδιτών Πατέρων: μοναχοί ενός συγκεκριμένου τόπου και μιας συγκεκριμένης εποχής, οι οποίοι πέρασαν στη λειτουργική συνείδηση ως όσιοι και αθλητές της πίστεως.
Την ίδια θεολογική γραμμή συνεχίζει και η νεότερη υμνογραφική απόδοση της μνήμης τους. Στο νέο Απολυτίκιο οι Πατέρες παρουσιάζονται να έχουν ζήσει «ἐν μονῇ τῶν Στροφάδων θεαρέστως» και, αφού υπέστησαν «βαρβάρων τὴν ὁρμήν», να αναδεικνύονται «μαρτύρων κοινωνοί», «ὡς ἄρνες στυγνῶς σφαγιασθέντες, οσιοάθλοι» [Χαρ. Μ. Μπούσιας, Απολυτίκιο των εν Στροφάσιν αναιρεθέντων Πατέρων].
Η ακολουθία των δύο εκφράσεων, «θεαρέστως βιώσαντες» και «σφαγιασθέντες», συνοψίζει με ενάργεια το περιεχόμενο της εορτής. Η ζωή προηγείται και δίνει το μέτρο της τελειώσεως. Η οσιακή πολιτεία προετοιμάζει το μαρτυρικό άθλημα και η τελείωση επισφραγίζει την αφιέρωση μιας ολόκληρης ζωής.
Ανάλογη είναι και η εικόνα του νέου Κοντακίου, όπου οι αναιρεθέντες ασκητές υμνούνται ως «τῶν ἀρετῶν τὰ τιμαλφέστατα κειμήλια» και «τὰ λαμπρότατα ἀθλήσεως ἀλάβαστρα» [Χαρ. Μ. Μπούσιας, Κοντάκιο των εν Στροφάσιν αναιρεθέντων Πατέρων]. Η αρετή και το άθλημα γίνονται εδώ οι δύο άξονες της μνήμης τους. Η πρώτη αφορά ολόκληρη στην πορεία της μοναχικής ζωής και το δεύτερο στην κορύφωσή της.
Μέσα από αυτή την παράδοση κατανοείται και η αντοχή της μνήμης των Στροφαδιτών Πατέρων στον χρόνο. Ο Παχώμιος Ρουσάνος συνέδεσε τα πρόσωπά τους με τη λατρεία και πρόσφερε στην τοπική Εκκλησία έναν τρόπο να διατηρεί ζωντανή τη θυσία τους. Η Ακολουθία έγινε φορέας ιστορικής μνήμης και συγχρόνως ερμηνεία της. Η παλαιά δοκιμασία απέκτησε θέση μέσα στην προσευχή, και οι Πατέρες απέκτησαν παρουσία μέσα στον λειτουργικό χρόνο.
Οι Στροφάδες φέρουν έκτοτε αυτή την διπλή σφραγίδα της ασκήσεως και του μαρτυρίου. Η ησυχία του τόπου συνδέθηκε με την προσευχή των μοναχών και η αιματηρή δοκιμασία με την τελείωσή τους. Ο μικρός αυτός τόπος του Ιονίου έγινε φορέας μιας μνήμης που αγγίζει την ίδια την καρδιά της μοναχικής κλήσεως: την ολοκληρωτική προσφορά του ανθρώπου στον Θεό.
Στο πέρασμα των αιώνων, οι επιδρομές και οι καταστροφές εντάχθηκαν στην πολυτάραχη ιστορία του Ιονίου. Η μνήμη των Πατέρων εξακολούθησε να ζει στη λατρεία, επειδή συνδέθηκε με την αφιέρωση, την άσκηση, την πίστη και την ελπίδα της Αναστάσεως. Η ιστορία διασώζει την ημέρα της δοκιμασίας, η υμνογραφία φανερώνει το πνευματικό της περιεχόμενο και η Εκκλησία κρατεί ζωντανά τα πρόσωπα.
Έτσι, οι εν Στροφάσιν αναιρεθέντες Πατέρες παραμένουν μέσα στον χρόνο ως οσιόαθλοι: όσιοι κατά την πολιτεία, αθλητές κατά την τελείωση και μάρτυρες της αναστάσιμης ελπίδας. Στη μνήμη τους οι Στροφάδες αποκτούν το βαθύτερο εκκλησιαστικό περιεχόμενό τους, καθώς ο τόπος, η ιστορία και η πίστη ενώνονται σε μία κοινή μαρτυρία ζωής, αφιερωμένης έως τέλους στον Θεό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.