Η νέα ένταση που εξελίσσεται ανάμεσα σε ορισμένους Ιεράρχες της Εκκλησίας Κρήτης και το Οικουμενικό Πατριαρχείο με αφορμή τα Πατριαρχικά και Σταυροπηγιακά Μοναστήρια δεν είναι μια ασήμαντη εσωτερική διαφωνία. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της κανονικής τάξεως στην Κρήτη και αποκαλύπτει ένα οξύμωρο γεγονός: εκείνοι που εμφανίζονται σήμερα να υπερασπίζονται τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας Κρήτης φαίνεται να τον εφαρμόζουν επιλεκτικά.
Ο Ν. 4149/1961 είναι σαφής. Η Εκκλησία Κρήτης είναι ημιαυτόνομη, με κανονική εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ το άρθρο 89 §2 ορίζει ότι στα Πατριαρχικά και Σταυροπηγιακά Μοναστήρια «διατηροῦνται ἀπαραμείωτα τὰ κανονικὰ δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου». Ταυτόχρονα, η διοίκηση, η διαχείριση και ο έλεγχός τους υπάγονται στην άμεση δικαιοδοσία της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης.
Και εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο ερώτημα: πού προβλέπει ο Καταστατικός Χάρτης ότι τη διοίκηση ενός Σταυροπηγίου την ασκεί ο οικείος Μητροπολίτης;
Δεν το προβλέπει.
Η αρμοδιότητα ανήκει στη Σύνοδο. Ο οικείος Μητροπολίτης μπορεί να λάβει έκτακτα μέτρα μόνον υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ειδικά ο νόμος· δεν μετατρέπεται όμως εξ αυτού σε μόνιμο διοικητή του Σταυροπηγίου. Όταν, επομένως, στην πράξη ένα Πατριαρχικό και Σταυροπηγιακό Μοναστήρι αντιμετωπίζεται ως υπόθεση της οικείας Μητροπόλεως και όχι ως υπόθεση της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου, τότε η ίδια η Εκκλησία Κρήτης έχει ήδη απομακρυνθεί από το γράμμα του δικού της Καταστατικού Χάρτη.
Και είναι πραγματικά παράδοξο να εγκαλείται το Οικουμενικό Πατριαρχείο για «παρέμβαση» στα Σταυροπήγια, όταν ο ίδιος ο νόμος διατηρεί ρητώς τα κανονικά δικαιώματά του και ταυτόχρονα δεν αναθέτει την αυτοτελή διοίκησή τους στον εκάστοτε Μητροπολίτη.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι εάν το Φανάρι έχει δικαίωμα να ενδιαφέρεται για τα Σταυροπήγια. Το ζήτημα είναι εάν όσοι επικαλούνται τον Καταστατικό Χάρτη είναι διατεθειμένοι να τον εφαρμόσουν ολόκληρο.
Και εδώ η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος, επειδή γίνεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία για το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Η Κωνσταντινούπολη δέχεται συστηματικές επιθέσεις, συκοφαντίες και αμφισβήτηση από τη Μόσχα και από ένα ολόκληρο πλέγμα εκκλησιαστικών και γεωπολιτικών συμφερόντων που επιδιώκει την αποδυνάμωση του Οικουμενικού Θρόνου. Σε αυτή την ώρα, θα ανέμενε κανείς από την Εκκλησία Κρήτης —μια Εκκλησία που βρίσκεται σε κανονική εξάρτηση από το Φανάρι και αποτελεί ιστορικό τέκνο της Μητρός Εκκλησίας— να αποτελεί προπύργιο συμπαραστάσεως προς την Κωνσταντινούπολη.
Κι όμως, ορισμένοι Ιεράρχες επιλέγουν την αντιπαράθεση.
Αυτό δεν είναι απλώς πολιτικά άστοχο. Είναι βαρύτατα ανήθικο εκκλησιαστικά.
Όταν η Μητέρα Εκκλησία πολεμάται απ’ έξω, δεν μπορεί να δέχεται ταυτόχρονα πόλεμο και από μέσα. Όταν η Μόσχα επιχειρεί να εμφανίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως απομονωμένο και αμφισβητούμενο, δεν μπορεί κάποιοι στην Κρήτη να προσφέρουν, έστω και ακούσια, την εικόνα ενός Φαναρίου που δήθεν πρέπει να απολογείται για την παρουσία του στα ίδια τα Πατριαρχικά του Σταυροπήγια.
Αυτό είναι νερό στον μύλο της Μοσχοβίας.
Και ας μην υπάρχει καμία παρεξήγηση: η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της Εκκλησίας Κρήτης είναι θεμιτή. Η μετατροπή όμως της υπεράσπισης αυτής σε προσωπική αντιπαράθεση με τη Μητέρα Εκκλησία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Δεν είναι αυτονομία να υποκαθίσταται η Σύνοδος από τον οικείο Μητροπολίτη.
Δεν είναι κανονικότητα να διαβάζεται ο Καταστατικός Χάρτης κατά το δοκούν.
Δεν είναι εκκλησιαστικό φρόνημα να δημιουργείται η εντύπωση ότι η Κρήτη πρέπει να προστατευθεί από το Φανάρι.
Και δεν είναι προς τιμήν ενός Ιεράρχη να εμφανίζεται ως «αντάρτης» απέναντι στην Εκκλησία από την οποία πηγάζει η ίδια η κανονική υπόσταση της Εκκλησίας του.
Η ιστορία θα είναι αυστηρή με όλους μας, ιδίως όταν πρόκειται για τη στάση μας απέναντι στη Μητέρα Εκκλησία σε ώρα δοκιμασίας.
Γι’ αυτό χρειάζεται να τελειώνουμε με τις μισές αλήθειες.
Να εφαρμοστεί ο Καταστατικός Χάρτης στο σύνολό του.
Να διατηρηθούν απαραμείωτα τα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Να διοικούνται τα Σταυροπήγια από την αρμόδια Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο, όπως ορίζει ο νόμος.
Να σταματήσει η υποκατάσταση της συνοδικής αρμοδιότητας από τοπικούς ηγεμονισμούς.
Και, πάνω απ’ όλα, να γίνει κατανοητό ότι η Μήτηρ Εκκλησία δεν είναι ξένη στην Κρήτη.
Το Φανάρι δεν χρειάζεται άδεια για να είναι παρόν στα Πατριαρχικά και Σταυροπηγιακά του Μοναστήρια.
Η Κρήτη δεν θα γίνει ισχυρότερη συγκρουόμενη με την Κωνσταντινούπολη.
Θα γίνει ισχυρότερη όταν τιμήσει την ιστορία, την κανονική τάξη και τη σχέση της με τη Μητέρα Εκκλησία.
Και όσοι σήμερα επιλέγουν τον δρόμο της μετωπικής σύγκρουσης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ας αναλογισθούν σοβαρά κάτι:
Δεν πολεμούν απλώς έναν Πατριάρχη ή μια διοίκηση. Κλονίζουν έναν θεσμό πάνω στον οποίο στηρίζεται η ίδια η κανονική και ιστορική φυσιογνωμία της Εκκλησίας τους.
Και αυτό, σε μια εποχή που η Μόσχα περιμένει κάθε ρήγμα στην Ορθοδοξία, δεν είναι απλώς άφρον.
Είναι ιστορικά επικίνδυνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.