Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Χανιά: Η πανήγυρις του Οσίου Ιωάννου του Ερημίτου στην Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Γουβερνέτου

Με ιεροπρέπεια και λαμπρότητα εορτάστηκε και φέτος, σύμφωνα με τη μοναστηριακή τάξη,η μνήμη του Οσίου Ιωάννου του Ερημίτου στην ιστορική Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Κυρίας των Αγγέλων Γουβερνέτου, στο Ακρωτήρι Χανίων, όπου ο Όσιος Ιωάννης έζησε τα τελευταία έτη της επίγειας ζωής του. 

Εκατοντάδες ήταν και φέτος οι προσκυνητές που προσήλθαν στη Μονή, αλλά και στο Σπήλαιο που έζησε ο Όσιος Ιωάννης,για να λάβουν την ευλογία του και να συμμετάσχουν στην Πανηγυρική Αγρυπνία, στις νυκτερινές Θείες Λειτουργίες, που τελέστηκαν στο σπηλαιώδες Κυριακό της Σκήτης του Καθολικού και στο παρεκκλήσι του Καθολικού της Μονής, τα οποία είναι αφιερωμένα στη μνήμη του, αλλά και στην Τρισαρχιερατική Θεία Λειτουργία στο Καθολικό της Μονής, ανήμερα της Εορτής.

Στον Πανηγυρικό Εσπερινό της Αγρυπνίας χοροστάτησε ο Εκπρόσωπος της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος, συμπροσευχομένων των Θεοφιλεστάτων Επισκόπων Ταμισού κ. Παναρέτου, Πατριαρχικού Εξάρχου Λιθουανίας, και Ευμενείας Ειρηναίου, Καθηγουμένου της πανηγυρίζουσας Μονής. Συμμετείχε η Καθηγουμένη της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Ζωοδόχου Πηγής – Χρυσοπηγής, Γερόντισσα Θεοξένη, ο Οικονόμος του Μετοχίου της Ιεράς Μονής Σινά στα Χανιά, καθώς και πολλοί κληρικοί.

Στην ΤρισαρχιερατικήΘεία Λειτουργία που τελέστηκε ανήμερα της εορτής, προεξήρχε ο Πατριαρχικός Εκπρόσωπος, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος, συλλειτουργούντων των Θεοφιλεστάτων Επισκόπων Ταμισού κ. Παναρέτου και Ευμενείας Ειρηναίου. Συμμετείχε ο Καθηγούμενος της γειτονικής Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγίας Τριάδος Τζαγκαρόλων, Αρχιμ. του Οικουμενικού Θρόνου κ. Αμφιλόχιος Παπαγιαννάκης, ο Οικονόμος του Μετοχίου της Ιεράς Μονής Σινά στα Χανιά, καθώς και πολλοί κληρικοί.

Ο Πατριαρχικός Εκπρόσωπος στην εμπνευσμένη και βαρυσήμαντη ομιλία του αναφέρθηκε στο βίο του Οσίου Ιωάννου και των συνασκητών του και πώς μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα ενότητας για όλους μας σήμερα: «…Σε όλο τον αγγελότροπο βίο τουΟσίου Ιωάννου και των ενενήκοντα οκτώ θεοφόρων Πατέρων αν αναζητήσουμε μια λέξη που να εκφράζει την σύνοψη της θαυμαστής επιγείου αναστροφής τους, αυτή είναι η λέξη ενότητα. Ένας οι ενενήκοντα εννέα. Πολλά πρόσωπα, αλλά ένα φρόνημα. Πολλές καρδιές, αλλά ένας πόθος. Πολλοί Ασκητές, αλλά ένας δρόμος. Πολλές φωνές, αλλά ένας ύμνος και μία δοξολογία. Δεν ήταν άνθρωποι ομοιόμορφοι. Είχαν διαφορετικές καταβολές, διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικά χαρίσματα. Αλλά είχαν κάτι ασύγκριτα μεγαλύτερο: είχαν κοινό προσανατολισμό προς τη Βασιλεία του Θεού. Είχαν τον Εκατοστό, τον Κύριο Ιησού Χριστό επικεφαλής της συνοδείας τους. Αυτός ήταν το κέντρο τους και όταν ο Χριστός γίνεται το κοινό κέντρο της ζωής, τότε οι διαφορές δεν γίνονται αιτίες διαιρέσεως. Διότι την αληθινή ενότητα δεν την χαρακτηρίζει η ομοιομορφία ήη κυριαρχία του ενός ή των λίγων στους υπολοίπους αλλά η δυνατότητα διαφορετικοί άνθρωποι να μπορούν να συμπορεύονται, να προσεύχονται ο ένας για τον άλλο, να κάνουν έργο την αποστολική προτροπή «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε», να μεταμορφώνουν τα πολλά «εγώ» σε ένα «εμείς».

Αναλογιστείτε, πόσο αναγκαίο είναι τούτο το μήνυμα των Οσίων Πατέρων για την Εκκλησία! Διότι η Εκκλησία δεν ζει από την δύναμη και επιβολή των προσώπων, όποια θέση και αν κατέχουν, αλλά από την αληθινή κοινωνία των προσώπων εν Χριστώ. Δεν είναι ένας χώρος όπου ο καθένας έρχεται νααναζητήση το προσωπικό του συμφέρον, την προσωπική του δικαίωσι ή την προσωπική του προβολή. Είναι το Σώμα του Χριστού, μέσα στο οποίο ο καθένας καλείται ναανακαλύψηότι η σωτηρία δεν είναι ατομική υπόθεση ή προσωπικό επίτευγμα καιότι αυτή επιτυγχάνεται στη λειτουργία των πολλών ως μελών τουενός σώματος. Γι᾿ αυτό και η διχόνοια, οι μάχες και οι έριδες είναι τόσο επώδυνες πληγές για την εκκλησιαστική ζωή. Διότι εκεί όπου κυριαρχείτο «εγώ», στραγγαλίζεται το «εμείς». Εκεί όπου ο καθένας προσπαθεί ναεπιβληθεί, η κοινωνία τραυματίζεται. Εκείόπου οένας παύει να βλέπει στο πρόσωπο του άλλου τον αδελφό, ο περί της αγάπης κηρυσσόμενος λόγος αποβαίνει κενός. Ηενότητα, λοιπόν, δεν είναι μια ευγενική συμβουλή, ούτε μια υψηλή ιδέα. Είναι ανάγκη πνευματική. Είναι προϋπόθεση γνήσιας, αυθεντικής εκκλησιαστικής ζωής. Είναι καρπός ταπεινώσεως, συγχωρήσεως καιαγάπης. Είναι χάρισμα του Παρακλήτου Πνεύματος.

Τούτο, λοιπόν, είναι και το μεγάλο μήνυμα που οι Όσιοι Πατέρες απευθύνουν σήμερα, κατά τον εορτασμό της μνήμης τους. (…) Το να ακούσουμε το μήνυμά τους αποτελεί την μεγαλύτερη τιμή που μπορούμε να τους αποδώσουμε: όχι μόνον να επικαλούμαστε την χάρη της πρεσβείας τους, αλλά να μιμηθούμε το φρόνημά τους· όχι μόνον να εορτάζουμε τη μνήμη τους, αλλά να γίνουμε και εμείς φορείς της ενότητος που αυτοί εβίωσαν.»

Επίσης έγινε ιδιαίτερη αναφορά στην Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή αξία με την οποία κοσμείται η πανηγυρίζουσα Μονή Γουβερνέτου και στον ανά τους αιώνες άρρηκτο πνευματικό και κανονικό δεσμό της, όπως και όλων των Σταυροπηγίων της Κρήτης, με τον Οικουμενικό Θρόνο και τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τον Κανονικό Επίσκοπο κάθε Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής, ο οποίος διατηρείται μέχρι και σήμερα αναλλοίωτος και απαραμείωτος. Μετέφερε την πατρική αγάπη και στοργή, καθώς και τις Πατριαρχικές ευλογίες του Παναγιωτάτου στον Θεοφιλέστατο Καθηγούμενο και στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής, αλλά και σε όλους τους προσκυνητές της Μονής.

«Τιμούμε σήμερα τον Όσιο Ιωάννη εδώ, στην περιοχή της ασκήσεώς του, στην Ιερά τούτη Μονή του Γουβερνέτου. Ένα αιωνόβιο μοναστικό Καθίδρυμα, εδώ ψηλά στοΑκρωτήρι των Χανίων, όπου η γη της Κρήτης συναντά το πέλαγος και ο ουρανός φαίνεται να κατέρχεται για να ενωτισθεί τις προσευχές και τους ύμνους μας. Στεκόμαστε σε τόπο αγιασμένο, οοποίος δεν επισκέπτεται απλώς την ιστορία, αλλά από τις απαρχές της ιστορικής παρουσίας του και εντεύθεν, από τον 16ο αιώνα μέχρι σήμερα, έγραψε και γράφει ιστορία. Ως Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή συνδέεται με την πορεία και την παράδοση της Μητρός Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και βαστάζει το βάρος της παρακαταθήκης αιώνων, παρακαταθήκης που υπερβαίνει τα όρια καιρών και χρόνων. Η ιστορία της συνδέεται με τους μεγάλους αγώνες του κρητικού λαού, διότι και αυτή, όπως όλα τα μοναστήρια μας, υπήρξε όχι μόνο τόπος ασκήσεως και λατρείας, αλλά και προπύργιο της Ορθοδοξίας, της παιδείας, και της διαφύλαξης της αυτοσυνειδησίας του Γένους μας. Γνώρισε ημέρες ακμής, αλλά και λεηλασίες και καταστροφές, οι οποίες όμως δεν κατόρθωσαν να καταστρέψουν τη μνήμη και να φιμώσουν την πνευματική φωνή της. Εδώ κρύβεται και η αληθινή δύναμή της· στο γεγονός ότι η ιστορία της δεν αποτελεί νεκρό μουσειακό κατάλοιπο, αλλά ζωντανή πραγματικότητα.

Από τον 16ον αιώνα μέχρι των ημερών μας, πέρασαν εποχές και χρόνοι, κατακτητές ήλθαν και έφυγαν, επαναστάσεις ανάψαν και έσβησαν, η μια γενεά διαδέχθηκε την άλλη. Αλλά η Μονή Γουβερνέτου παρέμεινε εδώ, λύχνος επί την λυχνίαν μέσα στις αλλαγές και τις καταιγίδες των καιρών, ζωντανή παρουσία, δεσμός ιερός και καθαγιασμένος μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, μάρτυρας της ιστορίας και φύλακας ακοίμητος μιας παραδόσεως που πέρασε μέσα από δοκιμασίες και θυσίες. Υπήρξε χώρος ασκήσεως και προσευχής, αλλά και χώρος όπου διαφυλάχθηκε η μνήμη ως πολύτιμος θησαυρός. Δεν υπήρξε απλώς καταφύγιο, αλλά έγινε σύμβολο. Υπήρξε τόπος ησυχίας, αλλά και τόπος όπου συνυπήρξε η προσευχή και η θυσία, η μοναχική άσκηση και η συναντίληψη στις περιπέτειες του λαού. Η τιμή, λοιπόν, που οφείλουμε σήμερα στο Γουβερνέτο να μην είναι μόνον η αναφορά στο ένδοξο και αγιασμένο παρελθόν του, αλλά η συνειδητοποίηση του χρέους απέναντι στην παρακαταθήκη που παρέδωσαν οι προαπελθόντες, την οποία καλείται να διαφυλάξει η σημερινή συγκροτημένη χαριτωμένη Μοναστική Αδελφότητα, η οποία φανερώνει στην σύγχρονη εποχή μας, εποχή κρίσεως θεσμών και αξιών, μία ζώσα μαρτυρία της εν Χριστώ ζωής και της Ορθοδόξου μοναχικής παραδόσεως. (…)

Συνεορτάζουμε και συμπανηγυρίζουμε τη μνήμη του Οσίου Ιωάννου με την νοερά παρουσία του Επισκόπου της ιεράς αυτής Μονής, της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος, του Οικουμενικού ημών Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ο οποίος τίμησε την ελαχιστότητά μου αναθέτοντάς μου την εκπροσώπησή του κατά την εύσημο και λαμπρά τούτη ημέρα της πανηγύρεως.

Οι κομιζόμενες από την ελαχιστότητά μου ευχές του Πατριάρχου μας δεν είναι συνήθεις τυπικές εόρτιες ευχές. Έρχονται από το Φανάριον, την έδρα της Μητρός Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας και εκφράζουν όλη την αγάπη, τη στοργή και την προσευχητική μέριμνα του Παναγιωτάτου για τα Πατριαρχικά και Σταυροπηγιακά Καθιδρύματα. Διότι οιιερές Μονές που περικοσμούνται με την Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή αξία δεν κατέχουν απλώς ένα τιμητικό τίτλο ήένα ιστορικό προνόμιο, διασωζόμενο από το παρελθόν, αλλά μιαιδιαίτερη πνευματική και κανονική αναφορά προς τον Οικουμενικό Θρόνο, η οποία φανερώνει ότι αυτές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παραδόσεως και της διακονίας του. Η μέριμνα δε του Παναγιωτάτου για αυτές είναι, ως εκ τούτου, μέριμνα όχι μόνο διοικητική, αλλά πρώτιστα πνευματική. Είναι έγνοια, φροντίδα και μέριμνα ηοποία αποσκοπεί στη διατήρηση και καλλιέργεια του γνησίου μοναχικού φρονήματος, στην ενίσχυση των μοναστικών Αδελφοτήτων, στην προστασία της πνευματικής παραδόσεως, στη διαφύλαξη των καθαγιασμένων προνομίων του Θρόνου, ταοποία και οι διάφοροι ανά τους αιώνες δορυκτήτορες σεβάστηκαν, ιδιαίτερα, και αυτό πρέπει να τονιστεί, στην ενότητα τουεκκλησιαστικού Σώματος. ΗΙερά αυτή Μονή της Κυρίας των Αγγέλων Υπεραγίας Θεοτόκου, ως Πατριαρχικό και Σταυροπηγιακό καθίδρυμα, αποτελείέναν τέτοιον ζωντανό κρίκο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ανάμεσα στην ιερά παράδοση και στη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή.»

Για την Πανήγυρη της Μονής ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης απέστειλε Πατριαρχικό Μήνυμα, στο οποίο αναφέρονται τα εξής:

«…Μετά πολλής πνευματικής χαράς η Μήτηρ Αγία τουΧριστού Μεγάλη Εκκλησία στρέφει σήμερον την σκέψιν και την καρδίαν αυτής προς την ιστορικήν και σεβασμίαν ταύτην Πατριαρχικήν και Σταυροπηγιακήν Μονήν της Κυρίας των Αγγέλων Γουβερνέτου, η οποία πανηγυρίζει την ιεράν μνήμην του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Ιωάννου του Ερημίτου και των συν αυτώ ενενήκοντα και οκτώ Θεοφόρων Πατέρων. Αποστέλλομεν δε υμίν, ως προεξάρχοντα των εορτίων ακολουθιών, τον αγαπητόν ημίν αδελφόν, Ιερώτατον Μητροπολίτην Ρόδου κ. Κύριλλον, όστις εν χαρά και προθυμία ανταπεκρίθη εις την προτροπήν ημών ταύτην και ευρίσκεται ήδη μεταξύ υμών εκ προσώπου της ημών Μετριότητος.

Ο ιερός ούτος τόπος της εσπερίας Κρήτης, συνδεδεμένος διά μέσου των αιώνων με την προσευχήν, την άσκησιν και την σιωπηλήν προσφοράν γενεών μοναχών, μαρτυρεί μέχρι σήμερον ότι η έρημος και η ησυχία δεν είναι φυγήαπό τον κόσμον, αλλά πορεία προς τον Θεόν, ηοποία μεταμορφώνει τον άνθρωπον και τον καθιστά φορέα αγάπης και ειρήνης προς όλους. Ο Όσιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι συν αυτώ Πατέρες εγκατέλειψαν τα πρόσκαιρα, όχι διότι εμίσησαν τον κόσμον, αλλά διότι ηγάπησαν περισσότερον τον Χριστόν. Ανεζήτησαν την ησυχίαν, δια να ακούσουν καθαρώτερον την φωνήν του Θεού. Επέλεξαν την άσκησιν, διά να ελευθερώσουν την καρδίαν των από τα πάθη. Ηγάπησαν την προσευχήν, διά να χωρέσουν μέσα εις αυτήν ολόκληρον τον κόσμον. Και αυτό είναι το μήνυμα, τοοποίον η σημερινή εορτή απευθύνει και προς ημάς. Εις την εποχήν μας, εποχήν θορύβου, ταραχής και διαρκών περισπασμών, ο άνθρωπος έχει ανάγκην ναεπανεύρη την εσωτερικήν του γαλήνην, να στραφή προς τον Θεόν, να συμφιλιωθή με τον αδελφόν του και να ανακαλύψηεκ νέου το μέτρον, την ταπείνωσιν και την αγάπην.
Ιδιαιτέρως σήμερον, απευθυνόμεθα μετά πατρικής στοργής προς τον Θεοφιλέστατον Ηγούμενον και τους πατέρας της Ιεράς υμών Μονής. Η παρουσία σας εις τον ιερόν τούτον τόπον, η καθημερινή τέλεσις της Θείας Λατρείας, η προσευχή, η φιλοξενία και η διαφύλαξις της παρακαταθήκης των παλαιοτέρων πατέρων αποτελούν πολύτιμον διακονίαν προς την Εκκλησίαν και τον εν Κρήτη λαόν του Θεού. Παρακαλούμεν υμάς να συνεχίσητε μετά της αυτής αφοσιώσεως, ώστε το Γουβερνέτον να παραμένη τόπος ησυχαστικής προσευχής, μετανοίας, παρηγορίας και πνευματικής αναπαύσεως. Η Μήτηρ Εκκλησία περιβάλλει την Ιεράν ταύτην Πατριαρχικήν και Σταυροπηγιακήν Μονήν μετά στοργής και αγάπης και χαίρει διά την συνέχισιν της μακραίωνος μοναστικής παραδόσεως εις τον ευλογημένον τούτον τόπον της Κρήτης.

Επί δε τη ευσήμω ταύτη ημέρα, ευχόμεθα όπως, πρεσβείαις του Οσίου Ιωάννου του Ερημίτου και των συν αυτώ Θεοφόρων Πατέρων, ο Κύριος διαφυλάττη την Ιεράν Μονήν ταύτην, ενισχύη τον Ηγούμενον και την αδελφότητα αυτής εις την μοναχικήν των πολιτείαν και χαρίζη εις πάντας τους προσκυνητάς και πανηγυριστάς υγιείαν, ειρήνην, δύναμιν και πάσαν παρά Θεού ευλογίαν. …»
Επακολούθησεκέρασμα στο Συνοδικό της Μονής και πανηγυρική Τράπεζα.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας τελέστηκε μεθέορτος Εσπερινός και Παράκληση προς τον Όσιο Ιωάννη, ενώ την επομένη Θεία Λειτουργία και Κτητορικό Μνημόσυνο.

Συγκινητικό, τέλος, ήταν το γεγονός της προσέλευσης πολυάριθμων προσκυνητών όλων των ηλικιών στοναγιασμένο ασκητικό τόπο του Φαραγγιού του Καθολικού, όπου μαρτυρείται παρουσία ερημιτών και ασκητών από τον 10ο ήδη αιώνα, οι οποίοι, συνεχίζοντας την παράδοση μισής, σχεδόν, χιλιετίας, διένυσαν καρτερικά το πέτρινο μονοπάτι που οδηγεί εκεί, για να εισέλθουν στο βάθος του σκοτεινού και δύσβατου σπηλαίου και να προσκυνήσουν στον τόπο όπου τελειώθηκε ο Όσιος Ιωάννης.

 ORTHODOXIANEWSAGENCY.GR 

ΟΜΙΛΙΑ

τοῦ Μητροπολίτου Ρόδου Κυρίλλου ἐκφωνηθεῖσα κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς Μνήμης τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ἐρημίτου ἐν τῇ Ἱερᾷ Πατριαρχικῇ καί Σταυροπηγιακή Μονή Κυρίας τῶν Ἀγγέλων Γουβερνέτου.

(7-10-2026)

Θεοφιλέστατε ἅγιε Εὐμενείας, Καθηγούμενε τῆς ἱερᾶς Μονῆς κ. Εἰρηναῖε,

Θεοφιλέστατε ἅγιε Ταμισοῦ κ. Πανάρετε,

Ὁσιώτατοι Πατέρες καί ἀγαπητοί ἀδελφοί.

«Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε» στήν παλαίφατη καί ἱστορική τούτη Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Μονή τῆς Κυρίας τῶν Ἀγγέλων, «Τοῦ Γουβερνέτου», γιά νά πανηγυρίσουμε τήν πανίερη μνήμη τοῦ πάτρωνά της καί προστάτη καί φύλακα Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ἐρημίτου. Ἄν καί ἡ Ἱερά Μονή τιμᾶ καί γεραίρει ἰδιαιτέρα καί ξεχωριστά τόν Ὅσιο Ἰωάννη, εὔλογα, ἐφόσον ὁ τόπος τῆς ἀσκήσεως καί τελειώσεώς του σημειώνει τόν τόπο τῆς ἀπαρχῆς τῆς πολυετοῦς ζωῆς της, καί ἐπίσης διότι, ἐδῶ στά ὑψώματα τοῦ Ἀκρωτηρίου ἡ μνήμη του δέν ἀποτελεῖ ἱστορία τοῦ παρελθόντος ἀλλά ἐκφράζει ζωντανή παρουσία, τό Ἁγιολόγιο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας μνημονεύει μαζί του ὁλόκληρης τῆς χορείας τῶν Ὁσίων συνασκητῶν του, τῶν «σὺν αὐτῷ» ἐνενήκοντα καί ὀκτώ θεοφόρων Ὁσίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες αὐτόν ὡς πρόκριτο καί προϊστάμενο καί καθηγέτη ἔφτασαν στήν εὐλογημένη γῆ τῆς Κρήτης, ἀήττητοι ἀγωνιστές στό στάδιο τῆς ἐρημικῆς ζωῆς, ἀναζητοῦντες ὄχι τή δόξα καί τίς ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου, ἀλλά τήν ἡσυχία καί τήν κοινωνία μέ τόν Θεό καί ἀπεργαζόμενοι μέ τήν ἀσκητική ὑπομονή καί καρτερία τους τά δύσβατα ὄρη, τίς πέτρες, τά σπήλαια καί τίς ἐρημίες δρόμους πρός τόν οὐρανό.

Ἡ συναξαριακή παράδοση τῆς Ἐκκλησίας παρουσιάζει τήν συγκλονιστική καί παράδοξη, κατά τό ἀνθρώπινο, πορεία τῶν Ὁσίων τούτων Ἀσκητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχοντας ἐγκαταλείψει τά ἐγκόσμια, τά ἐπίκαιρα καί φθαρτά , ὑπήκοοι στόν λόγο τοῦ Κυρίου, «ὅστις θέλει ὁπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι», περιπλανήθηκαν στήν ἀναζήτηση τόπου κατάλληλου καί ἀνεπηρέαστου ἀπό ἐξωτερικές δυσμενεῖς, γιά τό πολίτευμά τους, συνθῆκες, ὥστε νά συνεχίσουν τήν ἀσκητική βιοτή καί πολιτεία τους. Θαυμαστή ἡ ἀπό τῆς Αἰγύπτου πρός τήν Κρήτη διαδρομή τους, γιατί δέν ἀπετέλεσε, πνευματικά θεωρουμένη, μιά κοινή τυχαῖα πορεία, ἀλλά πορεία πρός τήν ἑνότητα. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης, μαζί μέ τριάντα ἕξ Πατέρες ἐγκαταλείπουν τόν τόπο τῆς ἀσκήσεώς τους στήν Αἴγυπτο καί ταξιδεύουν πρός τήν Κύπρο. Ἐκεῖ θά συναντήσουν ἄλλους τριάντα ἐννέα, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας τό αὐτό φρόνημα, ἔσπευσαν νά ἑνωθοῦν μαζί τους. Ἀπό τήν Κύπρο ταξιδεύουν πρός τήν Ἀττάλεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου φτάνοντας θά προστεθοῦν στή χορεία τους ἄλλοι εἴκοσι τέσσαρες. Τότε συμπληρώθηκε ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐνενήκοντα ἐννέα. Συγκροτοῦν πλέον μία ἀδελφότητα, ἕναν χορό θεοφόρων Μοναστῶν, ἑνωμένων στό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος, κατά τήν ὑπόσχεσή Του «Οὗ γὰρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν», διά τῆς μυστικῆς παρουσίας του γίνεται ὁ ἑκατοστός τῆς χορείας τους. Ὁ πόθος τῶν ἐνενήκοντα ἐννέα εἶναι ἕνας· ἡ ἀναζήτηση τῆς ἡσυχίας σέ τόπο πού ἡ Θεία Πρόνοια θα τούς ὑποδείκνυε ὡς κατάλληλο.

Ἐσυμφώνησαν, λοιπόν, οἱ Ὅσιοι Ἀσκητές. Καί ἀποδείχθηκε και στήν περίπτωσή τους ἀληθινός ὁ λόγος τοῦ Ἑκατοστοῦ. Τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ὑποσχέθηκε στούς Μαθητές Του: «Πάλιν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν δύο συμφωνήσωσιν ἐξ ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ἡ συμφωνία ἀποβαίνει θαλασσοπορεία. Ἡ θάλασσα ἔγινε γιά τούς νοσταλγούς τοῦ οὐρανοῦ ὁ δρόμος τῆς Θείας Πρόνοιας. Ἀπό τήν Αἴγυπτο στήν Κύπρο καί ἀπό τήν Κύπρο στήν Ἀττάλεια. Ἀκολούθως ἀπό τήν Ἀττάλεια, ἐξαιτίας τῆς θαλασσοταραχῆς στή Γαῦδο, καί ἀπό ἐκεῖ στὴν Κρήτη. Ἄλλοι, λοιπόν, ἀπό τήν Αἴγυπτο, ἄλλοι ἀπό τήν Κύπρο, ἄλλοι ἀπό τή Μικρά Ἀσία· διαφορετικοὶ τόποι, διαφορετικὲς καταβολές, ἀλλά μία πίστη, μία ἀγάπη, μία πορεία, ἕνας Χριστός. Τοῦτο δέ τό συγκλονιστικό τῆς πορείας καί θαλασσοπορείας τους: Δέν τούς ἑνώνει ὁ τόπος, ἀλλά ὁ Χριστός· δέν τούς ἀδελφοποιεῖ ἡ καταγωγή, ἀλλά ἡ κοινή πίστη καί τό αὐτό φρόνημα τῆς ἐφέσεως πρός τήν ἀπόκτηση τῶν ἀγαθῶν τῆς κατά χάριν θεώσεως. Καί ἡ Κρήτη τούς ὑποδέχθηκε. Ἡ γῆ της θά ἀποτελέσει πλέον τήν ἀσκητική τους παλαίστρα, τά σπήλαιά της θά γίνουν τά κελλιά τους, οἱ βράχοι της τά προσκεφάλαια τους. Στίς ἐρημιές της ἀπογυμνώνονται ἀπό τά καθέλκοντα στό χῶμα περιττά γιά νά ἀποκτήσουν τά οὐσιώδη καί ἀληθινά, γιά νά ἀναπτύξουν τά πνευματικά φτερά τους πρός τήν ἀνύψωση πρός τά οὐράνια. Ξεχωρίζει ὁ Ἰωάννης ἀνάμεσά τους καί καθίσταται ὁ ἰδιαίτερος μάρτυρας τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας τους στήν Κρήτη.

Θαυμάζουμε τά θαυμάσια τῆς ἀγγελοτρόπου ἀσκητικῆς ζωῆς τους ἀλλά ἐξιστάμεθα ἀναθεωροῦντες τήν ἔκβασή της. Τό τέλος τῆς ἐπιγείου πορείας τους, ἡ μακαρία κοίμησή τους σφραγίζει τήν ἑνότητα τῆς θεολέκτου συνοδείας τους. Κατά τήν παράδοση, ὅλοι κοιμήθηκαν τήν ἴδια ὥρα, ὅταν ὁ ἐξέχων τῆς συνοδείας Ὅσιος Ἰωάννης παραδίδει, τοξευθείς, τό πνεῦμα στό ἀνήλιο καί ὑγρῶδες σπήλαιο τοῦ Ἀκρωτηρίου. Ἔργο καί τοῦτο τῆς Θείας Πρόνοιας γιά νά φανερώσει ὅτι οἱ Ὅσιοι Ἀσκητές, οἱ ὁποῖο ἔζησαν σάν νά εἶχαν μιά καρδιά καί μιά ψυχή δέν χωρίστηκαν οὔτε πρός στιγμήν κατά τήν ἐπίγεία ἀναστροφή τους. Διότι, ἄν καί γεννήθηκαν σέ διαφορετικούς τόπους, ἄν καί ἔζησαν τήν ἄσκηση μέ διαφορετικά χαρίσματα, ἡ ζωή τους εἶχε ὡς κέντρο τόν Ἑκατοστό τῆς χορείας τους, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ κοινή αὐτή μετάστασή τους πρός τήν πόλη τῶν Πρωτοτόκων, τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ζωγραφίζει μιά ὡραῖα εἰκόνα ἐσχατολογικῆς ἑνότητας, διότι ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἡ ἀπομόνωση, ἡ διάλυση καί ὁ ἀφανισμός, ἀλλά ἡ κοινωνία μέ τόν Θεό καί ἡ κοινωνία τῶν προσώπων ἐν Χριστῷ. Ἐκεῖνοι συμπορεύτηκαν, συμπροσευχήθηκαν, συναγωνίστηκαν, συνέζησαν τἠν ἀληθινή ἐν Χριστῷ κοινωνία καί συναναχώρησαν πρός τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τοιουτοτρόπως τό μακάριο ἐπίγειο τέλος τους δέν σημειώνει τήν διάλυση καί τό τέλος τῆς ἱερᾶς ἀδελφότητάς τους ἀλλά τήν διάβασή τους, τό προσωπικό ἑνός ἑκάστου ἀλλά καί ὅλων μαζί  Πάσχα· τήν ἔξοδό τους ἀπό τήν ἐπίγεια κοινωνία στήν ἀτέρμονη  κοινωνία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Σέ ὅλο τόν ἀγγελότροπο βίο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου καί τῶν ἐνενήκοντα ὀκτώ θεοφόρων Πατέρων ἄν ἀναζητήσουμε μιά λέξη πού νά ἐκφράζει τήν σύνοψη τῆς θαυμαστῆς ἐπιγείου ἀναστροφῆς τους, αὐτή εἶναι ἡ λέξη ἑνότητα. Ἕνας οἱ ἐνενήκοντα ἐννέα. Πολλὰ πρόσωπα, ἀλλά ἕνα φρόνημα. Πολλὲς καρδιές, ἀλλά ἕνας πόθος. Πολλοὶ Ἀσκητές, ἀλλά ἕνας δρόμος. Πολλὲς φωνές, ἀλλά ἕνας ὕμνος καί μία δοξολογία. Δέν ἦταν ἄνθρωποι ὁμοιόμορφοι. Εἶχαν διαφορετικὲς καταβολές, διαφορετικὲς ἐμπειρίες, διαφορετικὰ χαρίσματα. Ἀλλὰ εἶχαν κάτι ἀσύγκριτα μεγαλύτερο: εἶχαν κοινὸ προσανατολισμό πρός τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶχαν τόν Ἑκατοστό, τον Κύριο Ἰησοῦ Χριστό ἐπικεφαλῆς τῆς συνοδείας τους. Αὐτός ἦταν τό κέντρο τους καί ὅταν ὁ Χριστὸς γίνεται τό κοινὸ κέντρο τῆς ζωῆς, τότε οἱ διαφορές δέν γίνονται αἰτίες διαιρέσεως. Διότι τήν ἀληθινή ἑνότητα δέν τήν χαρακτηρίζει ἡ ὁμοιομορφία ἤ ἡ κυριαρχία τοῦ ἑνός ἤ τῶν λίγων στους ὑπολοίπους ἀλλά ἡ δυνατότητα διαφορετικοί ἄνθρωποι νά μποροῦν νά συμπορεύονται, νά προσεύχονται ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο, νά κάνουν ἔργο τήν ἀποστολική προτροπή «ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε», νά μεταμορφώνουν τά πολλά «ἐγώ» σέ ἕνα «ἐμεῖς».

            Ἀναλογιστεῖτε, πόσο ἀναγκαῖο εἶναι τοῦτο τό μήνυμα τῶν Ὁσίων Πατέρων  γιά τήν Ἐκκλησία! Διότι ἡ Ἐκκλησία δέν ζεῖ ἀπό τήν δύναμη και ἐπιβολή τῶν προσώπων, ὅποια θέση καί ἄν κατέχουν, ἀλλά ἀπό τήν ἀληθινή κοινωνία τῶν προσώπων ἐν Χριστῷ. Δέν εἶναι ἕνας χῶρος ὅπου ὁ καθένας ἔρχεται νά ἀναζητήσῃ τό προσωπικό του συμφέρον, τήν προσωπική του δικαίωσι ἢ τήν προσωπική του προβολή. Εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέσα στό ὁποῖο ὁ καθένας καλεῖται νά ἀνακαλύψῃ ὅτι ἡ σωτηρία δέν εἶναι ἀτομική ὑπόθεση ἤ προσωπικό ἐπίτευγμα καί, ὅτι αὐτή ἐπιτυγχάνεται στή λειτουργία τῶν πολλῶν ὡς μελῶν τοῦ ἑνός σώματος. Γι᾿ αὐτό καί ἡ διχόνοια, οἱ μάχες και οἱ ἔριδες εἶναι τόσο ἐπώδυνες πληγές γιά τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Διότι ἐκεῖ ὅπου κυριαρχεῖ «ἐγώ», στραγγαλίζεται τὀ «ἐμεῖς». Ἐκεῖ ὅπου ὁ καθένας προσπαθεῖ νά ἐπιβληθεῖ, ἡ κοινωνία τραυματίζεται. Ἐκεῖ ὅπου ὁ ἕνας παύει νά βλέπει στό πρόσωπο τοῦ ἄλλου τόν ἀδελφό, ὁ περί τῆς ἀγάπης κηρυσσόμενος λόγος ἀποβαίνει κενός. Ἡ ἑνότητα, λοιπόν, δέν εἶναι μιά εὐγενική συμβουλή οὔτε μια ὑψηλή ἰδέα. Εἶναι ἀνάγκη πνευματική. Εἶναι προϋπόθεση γνήσιας, αὐθεντικῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Εἶναι καρπὸς ταπεινώσεως, συγχωρήσεως καὶ ἀγάπης. Εἶναι χάρισμα τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος.

Τοῦτο, λοιπόν, εἶναι καί τό μεγάλο μήνυμα πού οἱ Ὅσιοι Πατέρες ἀπευθύνουν σήμερα, κατά τόν ἑορτασμό τῆς μνήμης τους. Αὐτοί ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τά ἐγκόσμια γιά νά κληρονομήσουν τά οὐράνια. Κατοίκησαν στίς ἐρημιές τῶν βουνῶν τῆς Κρήτης καί τίς ἀνέδειξαν τόπο κοινωνίας· μεταποίησαν τή μοναξιά σέ ἀδελφοσύνη καί φανέρωσαν τήν ἄσκησή τους ὡς μαρτυρία ἑνότητας. Μᾶς λένε λοιπόν: Πολλοί, ἀλλά ἕνα. Πολλὲς καρδιές, ἀλλά ἕνας Χριστός. Διαφορετικές διακονίες καί πλοῦτος χαρισμάτων, ἀλλά ἕνα Σῶμα. Πολλά πρόσωπα ἀδελφῶν, ἀλλά μία Ἐκκλησία. Εἶναι ἡ παρακαταθήκη πού μᾶς παραδίδουν. Τό νά ἀκούσουμε τό μήνυμά τους ἀποτελεῖ τήν μεγαλύτερη τιμὴ ποὺ μποροῦμε νά τούς ἀποδώσουμε: ὄχι μόνον νά ἐπικαλούμαστε την χάρη τῆς πρεσβείας τους, ἀλλά νά μιμηθοῦμε τό φρόνημά τους· ὄχι μόνον νά ἐορτάζουμε τὴ μνήμη τους, ἀλλὰ νά γίνουμε καί ἐμεῖς φορεῖς τῆς ἑνότητος πού αὐτοί ἐβίωσαν.

Θεοφιλέστατοι,

Ἀγαπητοί Πατέρες καί ἀδελφοί.

Τιμοῦμε σήμερα τόν Ὅσιο Ἰωάννη ἐδῶ, στήν περιοχή τῆς ἀσκήσεώς του, στήν ἱερά τούτη Μονή τοῦ Γουβερνέτου. Ἕνα αἰωνόβιο μοναστικό Καθίδρυμα, ἐδῶ ψηλά στό Ἀκρωτήρι τῶν Χανίων, ὅπου ἡ γῆ τῆς Κρήτης συναντᾶ τό πέλαγος καί ὁ οὐρανός φαίνεται νά κατέρχεται γιά νά ἐνωτισθεῖ τίς προσευχές καί τούς ὕμνους μας. Στεκόμαστε σέ τόπο ἅγιασμένο, ὁ ὁποῖος δέν ἐπισκέπτεται ἁπλῶς τήν ἱστορία, ἀλλά ἀπό τίς ἀπαρχές τῆς ἱστορικῆς παρουσίας του καί ἐντεῦθεν, ἀπό τόν 16ο αἰῶνα μέχρι σήμερα, ἔγραψε καί γράφει ἱστορία. Ὡς Πατριαρχική καὶ Σταυροπηγιακή Μονή συνδέεται μέ τήν πορεία καί τήν παράδοση τῆς Μητρός Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί βαστάζει τό βάρος τῆς παρακαταθήκης αἰώνων, παρακαταθήκης πού ὑπερβαίνει τά ὄρια καιρῶν καί χρόνων. Ἡ ἱστορία της συνδέεται μὲ τοὺς μεγάλους ἀγῶνες τοῦ κρητικοῦ λαοῦ, διότι καί αὐτή, ὅπως ὅλα τά  μοναστήρια μας, ὑπῆρξε ὄχι μόνο τόπος ἀσκήσεως καί λατρείας, ἀλλὰ καὶ προπύργιο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς παιδείας, καί τῆς διαφύλαξης τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ Γένους μας. Γνώρισε ἡμέρες ἀκμῆς, ἀλλά καί λεηλασίες καί καταστροφές, οἱ ὁποῖες ὅμως δέν κατόρθωσαν νά καταστρέψουν τή μνήμη καί νά φιμώσουν τήν πνευματική φωνή της. Ἐδῶ κρύβεται καί ἡ ἀληθινή δύναμή της· στό γεγονός ὅτι ἡ ἱστορία της δέν ἀποτελεῖ νεκρό μουσειακό κατάλοιπο, ἀλλὰ ζωντανή πραγματικότητα. Διαβαίνοντας τήν πύλη της δέν εἰσερχόμαστε ἁπλῶς σέ ἕνα ἀρχιτεκτονικό συγκρότημα· εἰσερχόμαστε σέ ἕνα κομμάτι τῆς κρητικῆς ἱστορίας. Πίσω ἀπό τά τείχη της μποροῦμε νά ἀναζητήσουμε τούς Μοναχούς πού ἔζησαν ἐδῶ πατώντας στη γῆ καί  ἀτενίζοντας τόν οὐρανό, τούς ἀγωνιστές πού ζήτησαν καταφύγιο, τούς πιστούς ἀνθρώπους πού ἔφθασαν γιά νά βροῦν πνευματική ἀντίληψη καί νά ἀναθέσουν την ἐλπίδα τους στήν Κυρία τῶν Ἀγγέλων.

Ἀπό τὸν 16ον αἰῶνα μέχρι τῶν ἡμερῶν μας,  πέρασαν ἐποχές καί χρόνοι, κατακτητές ἦλθαν καί ἔφυγαν, ἐπαναστάσεις ἀνάψαν καὶ ἔσβησαν, ἡ μιά γενεά διαδέχθηκε τήν ἄλλη. Ἀλλά ἡ Μονή Γουβερνέτου παρέμεινε ἐδῶ, λύχνος ἐπί τήν λυχνίαν μέσα στίς ἀλλαγές καί τίς καταιγίδες τῶν καιρῶν, ζωντανή παρουσία, δεσμός ἱερός καί καθαγιασμένος μεταξύ παρελθόντος καί παρόντος, μάρτυρας τῆς ἱστορίας καί φύλακας ἀκοίμητος μιᾶς παραδόσεως πού πέρασε μέσα ἀπὸ δοκιμασίες καί θυσίες. Ὑπῆρξε χῶρος ἀσκήσεως καί προσευχῆς, ἀλλά καί χῶρος ὅπου διαφυλάχθηκε ἡ μνήμη ὡς πολύτιμος θησαυρός. Δέν ὑπῆρξε ἁπλῶς καταφύγιο, ἀλλά ἔγινε σύμβολο. Ὑπῆρξε τόπος ἡσυχίας, ἀλλὰ καὶ τόπος ὅπου συνηπῆρξε ἡ προσευχή καί ἡ θυσία, ἡ μοναχική ἄσκηση καί ἡ συναντίληψη στίς περιπέτειες τοῦ λαοῦ. Ἡ τιμή, λοιπόν, ποὺ ὀφείλουμε σήμερα στὸ Γουβερνέτο νά μήν εἶναι μόνον ἡ ἀναφορά στό ἔνδοξο και ἁγιασμένο παρελθόν του, ἀλλά ἡ συνειδητοποίηση τοῦ χρέους ἀπέναντι στὴν παρακαταθήκη πού παρέδωσαν οἱ προαπελθόντες, τήν ὁποία καλεῖται νά διαφυλάξει ἡ σημερινή συγκροτημένη χαριτωμένη Μοναστική Ἀδελφότητα, ἡ ὁποία φανερώνει στήν σύγχρονη ἐποχή μας, ἐποχή κρίσεως θεσμῶν καί ἀξιῶν, μία ζῶσα μαρτυρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί τῆς Ὀρθοδόξου μοναχικῆς παραδόσεως.

Θεοφιλέστατοι,

Ἀγαπητοί Πατέρες καί ἀδελφοί.

Συνεορτάζουμε καί συμπανηγυρίζουμε τή μνήμη τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου μέ τήν νοερά παρουσία τοῦ Ἐπισκόπου τῆς ἱερᾶς αὐτῆς Μονῆς, τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος τίμησε την ἐλαχιστότητά μου ἀναθέτοντάς μου τήν ἐκπροσώπησή του κατά τήν εὔσημο καί λαμπρά τούτη ἡμέρα τῆς πανηγύρεως. Ὑπήκοος στή σεπτή ἐντολή του, πρός μέν τούς ἀγαπητούς ἀδελφούς Ἀρχιερεῖς, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυδωνίας και Ἀποκορώνου κ. Τίτο καί τόν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Εὐμενείας καί Καθηγούμενο τῆς ἱερᾶς Μονῆς κ. Εἰρηναῖο μεταφέρω τόν ἀδελφικό ἀσπασμό καί χαιρετισμό του, πρός δέ τήν μοναστική Ἀδελφότητα καί τούς εὐλαβεῖς προσκυνητές, ὅλους ἐσᾶς, πού ἤλθατε σήμερα ἐδῶ, ὄχι ἁπλῶς γιά νά συμμετάσχετε καί τιμήσετε μιά πανήγυρη, ἀλλά γιά νά προσκυνήσετε τό τίμιο λείψανο  καί ἐκζητήσετε τίς πρεσβεῖες τοῦ τιμωμένου Ἁγίου, τήν πατρική καί πατριαρχική εὐλογία καί εὐχή του.

Οἱ κομιζόμενες ἀπό τήν ἐλαχιστότητά μου εὐχές τοῦ Πατριάρχου μας δέν εἶναι συνήθεις τυπικές ἑόρτιες εὐχές. Ἔρχονται ἀπό τό Φανάριον, τὴν ἕδρα τῆς Μητρός Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας καί ἐκφράζουν ὅλη τήν ἀγάπη, τή στοργή καί τήν προσευχητική μέριμνα τοῦ Παναγιωτάτου γιά τά Πατριαρχικά καί Σταυροπηγιακά Καθιδρύματα. Διότι οἱ ἱερές Μονές πού περικοσμοῦνται μέ τήν Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή ἀξία δέν κατέχουν ἁπλῶς ἕνα τιμητικό τίτλο ἤ ἕνα ἱστορικό προνόμιο, διασωζόμενο ἀπό τό παρελθόν, ἀλλά μιά ἰδιαίτερη πνευματική καί κανονική ἀναφορά πρός τόν Οἰκουμενικό Θρόνο, ἡ ὁποία φανερώνει ὅτι αὐτές ἀποτελοῦν ἀναπόσπαστο μέρος τῆς παραδόσεως καί τῆς διακονίας του. Ἡ μέριμνα δέ τοῦ Παναγιωτάτου γιά αὐτές εἶναι, ὡς ἐκ τούτου, μέριμνα ὄχι μόνο διοικητική, ἀλλά πρώτιστα πνευματική. Εἶναι ἔγνοια, φροντίδα καί μέριμνα ἡ ὁποία ἀποσκοπεῖ στή διατήρηση καί καλλιέργεια τοῦ γνησίου μοναχικοῦ φρονήματος, στὴν ἐνίσχυση τῶν μοναστικῶν Ἀδελφοτήτων, στήν προστασία τῆς πνευματικῆς παραδόσεως, στή διαφύλαξη τῶν καθαγιασμένων προνομίων τοῦ Θρόνου, τά ὁποῖα καί οἱ διάφοροι ἀνά τούς αἰῶνες δορυκτήτορες σεβάστηκαν, ἰδιαίτερα, καί αὐτό πρέπει νά τονιστεῖ, στήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Ἡ Ἱερά αὐτή Μονὴ τῆς Κυρίας τῶν Ἀγγέλων Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὡς Πατριαρχικό καὶ Σταυροπηγιακό καθίδρυμα, ἀποτελεῖ ἕναν τέτοιον ζωντανὸ κρίκο ἀνάμεσα στό παρελθὸν καί τό παρόν, ἀνάμεσα στήν ἱερά παράδοση καί στή σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ ζωή.

Εἴθε, δι᾽ εὐχῶν τοῦ Παναγιωτάτου Πατριάρχου μας καί διά τῶν πρεσβειῶν τῆς Κυρίας τῶν Ἀγγέλων Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ἐρημίτου καί τῶν λοιπόν 98 θεοφόρων Πατέρων, ὁ Κύριος νά χαρίζει στόν Θεοφιλέστατο ἅγιο Καθηγούμενο καί στήν ἐκλεκτή συνοδεία του ὑγεία καί δύναμη, ὑπομονή καἰ διάκριση καί νά τούς συνοδεύει στήν πορεία τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεώς τους ὥστε «ἐν μιᾷ καρδίᾳ καί ἑνί φρονήματι», μἐ ἀγάπη και ὁμόνοια, νά φυλάσσουν τόν τόπο καί τήν παρακαταθήκη τῶν Ἁγίων πού τόν ἁγίασαν, καθώς καί τῶν ἀπ᾽  αἰώνων Πατέρων πού ἐνταῦθα πορεύτηκαν τόν δρόμο τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Γιά νά συνεχίζει ἡ ἱερά Μονή τήν καθαγιασμένη ζωή της καί νά παραμένει τόπος μετανοίας καί προσευχῆς, καταφύγιο καί λιμάνι ψυχῶν, σταθμός πνευματικῆς ἀναψυχῆς γιά κάθε ἄνθρωπο, ὁδοιπόρο τῆς ἐν κόσμῳ ζωῆς.

Εἴθε, ἡ ἀγομένη πανήγυρις νά ἀνανεώσει στά ἐνδότερα τή συνείδηση ὅτι ἀνήκουμε στή μία Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα οἱ πολλοί, μία πνευματική οἰκογένεια. Ὅπως δέ ἡ Σταυροπηγιακή καί Πατριαρχική ἀξία συνδέει τήν ἱερά αὐτή Μονή μέ τόν Οἰκουμενικό Θρόνο, τοιουτοτρόπως ἡ πίστη, ἡ  ἀγάπη, ἡ έλπίδα καὶ ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία νὰ συνδέουν ὅλους ἐμᾶς μεταξύ μας καί ὅλους μαζί μέ τήν Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Γιά νά δοξάζεται τό ὑπερύμνητον ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ χάρις, διὰ πρεσβειῶν τῆς Κυρίας τῶν Ἀγγέλων, τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ἐρημίτου καὶ τῶν λοιπῶν συνασκητῶν του Ὁσίων Πατέρων «εἴη μετά πάντων ἡμῶν».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.