Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Επιφάνιος Κιέβου: «Ο Χριστός, όχι μία Τοπική Εκκλησία, είναι η πηγή της αλήθειας»


 Παρέμβαση με αναφορά στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, στην αποστολική αντιπαράθεση Πέτρου και Παύλου και στο αίτημα της πλήρους κοινωνίας με την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας

Με μία εκτενή και θεολογικά αιχμηρή ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα, ο Μακαριώτατος Μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ. Επιφάνιος θέτει ευθέως ζήτημα για τη στάση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και ορισμένων ακόμη Ορθοδόξων Εκκλησιών απέναντι στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας. Επικαλούμενος την προς Γαλάτας Επιστολή, παραλληλίζει τη δημόσια αντίδραση του Αποστόλου Παύλου προς τον Απόστολο Πέτρο με τη σημερινή ανάγκη υπέρβασης εκκλησιαστικών επιφυλάξεων και επιμένει ότι το ιστορικό κύρος μιας Τοπικής Εκκλησίας δεν την καθιστά αλάνθαστη. Η παρέμβαση έγινε γνωστή στις 20 Οκτωβρίου 2026 και συνοδεύεται από σαφή ευχή για συμφιλίωση, όχι από πρόσκληση σε νέα ρήξη. [1][2]

Από την Αντιόχεια στα σημερινά εκκλησιαστικά αδιέξοδα

Η ανάρτηση του Μητροπολίτη Επιφανίου δεν περιορίζεται σε μία επικαιρική διαμαρτυρία περί αναγνώρισης. Αρχίζει με μία θεμελιώδη παρατήρηση: τα πιο διδακτικά γεγονότα της χριστιανικής ιστορίας δεν βρίσκονται μόνο στις αντιπαραθέσεις της Εκκλησίας με εξωτερικούς αντιπάλους, αλλά και στις δύσκολες σχέσεις ανάμεσα σε αδελφούς εν Χριστώ, ακόμη και ανάμεσα στους ίδιους τους Αποστόλους. Εκεί, υποστηρίζει, αναδεικνύεται η ανάγκη να μετακινηθεί το ενδιαφέρον από το εξωτερικό κύρος και τους θεσμικούς τίτλους στην ουσία του Ευαγγελίου. [1]

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα επιλέγει το επεισόδιο της Αντιόχειας, όπως το αφηγείται ο Απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας Επιστολή. Η επιλογή έχει ειδικό βάρος: ο Παύλος δεν αντιτάχθηκε σε διώκτη ή σε άνθρωπο ξένο προς την Εκκλησία, αλλά στον Πέτρο, έναν από τους κορυφαίους μαθητές του Χριστού. Με αυτό τον τρόπο ο Ουκρανός Προκαθήμενος θέλει να δείξει ότι η αποστολική ιδιότητα και η εκκλησιαστική ευθύνη δεν καταργούν την υποχρέωση να ελέγχεται μία εσφαλμένη πρακτική. [1][3]

Η σύγκρουση Πέτρου και Παύλου και η «αλήθεια του Ευαγγελίου»

Σύμφωνα με το Γαλ. 2, 11–14, πριν φθάσουν στην Αντιόχεια ορισμένοι «ἀπὸ Ἰακώβου», ο Πέτρος συνέτρωγε με τους εξ εθνών χριστιανούς. Όταν όμως εμφανίσθηκαν πρόσωπα συνδεδεμένα με τον κύκλο των πιστών «ἐκ περιτομῆς», απομακρύνθηκε από την κοινή τράπεζα, φοβούμενος τις αντιδράσεις. Η στάση αυτή συμπαρέσυρε και άλλους, ακόμη και τον Βαρνάβα. Ο Παύλος διαπίστωσε ότι η συμπεριφορά τους δεν ανταποκρινόταν στην «ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου» και αντέδρασε δημόσια. [3]

«Ὅτε δὲ ἦλθε Πέτρος εἰς Ἀντιόχειαν, κατὰ πρόσωπον αὐτῷ ἀντέστην, ὅτι κατεγνωσμένος ἦν.» (Γαλ. 2,11)

Το πρόβλημα δεν ήταν μία απλή διαφορά εθιμοτυπίας ή τρόπου διατροφής. Αφορούσε τον κίνδυνο να χωριστεί η νέα εν Χριστώ κοινότητα σε πιστούς δύο κατηγοριών: από τη μία οι προερχόμενοι από τον Ιουδαϊσμό και από την άλλη οι προερχόμενοι από τα έθνη. Κατά τον Παύλο, η επιμονή σε τέτοιες διακρίσεις μπορούσε να υπονομεύσει την ευαγγελική ελευθερία και να εμφανίσει την τήρηση του μωσαϊκού τελετουργικού νόμου ως αναγκαία προϋπόθεση ένταξης στην Εκκλησία. Στην ίδια επιστολή χαρακτηρίζει «ψευδαδέλφους» όσους επιχειρούσαν να επιβάλουν αντίστοιχες δεσμεύσεις (Γαλ. 2,4). [3]

Ο Επιφάνιος αξιοποιεί το περιστατικό ως παράδειγμα έμπρακτης αδελφικής παρρησίας. Δεν ισχυρίζεται ότι οι δύο εποχές ταυτίζονται ιστορικά. Αντιθέτως, υπογραμμίζει ένα κοινό κριτήριο: κανένας ανθρώπινος φόβος, επιμέρους υπολογισμός ή θεσμικό γόητρο δεν μπορεί να υπερισχύει του χριστοκεντρικού χαρακτήρα της εκκλησιαστικής κοινωνίας. [1]

«Δεν είναι η Εκκλησία Ιεροσολύμων η πηγή της αλήθειας»

Το κεντρικό σημείο της παρέμβασης αφορά τα Ιεροσόλυμα. Ο Μακαριώτατος αναγνωρίζει απερίφραστα τον μοναδικό ιστορικό ρόλο της Αγίας Πόλης: εκεί συντελέσθηκαν τα γεγονότα του Πάθους και της Αναστάσεως και εκεί, κατά την Πεντηκοστή, συγκροτήθηκε η πρώτη χριστιανική κοινότητα με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Η πρωτοχριστιανική Εκκλησία των Ιεροσολύμων είναι, επομένως, η αρχαιότερη κατά την ιστορική αφετηρία της. [1]

Ο ίδιος, ωστόσο, διαχωρίζει τη χρονική προτεραιότητα από την αξίωση απόλυτης αυθεντίας. Απαντά ειδικά σε όσους, όπως σημειώνει, επικαλούνται την ιστορική βαρύτητα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων για να υποστηρίξουν ότι μόνο η αναγνώριση ή η κοινωνία μαζί του ορίζει ποια Εκκλησία είναι αληθινή και ποιες πράξεις είναι κανονικές. [1]

«Δεν είναι μια συγκεκριμένη Τοπική Εκκλησία η πηγή της αλήθειας, αλλά ο Ιησούς Χριστός. Δεν είναι εκείνη, αλλά ο Χριστός η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή.»

Η διατύπωση αποδίδει την ουσία του ουκρανικού κειμένου και παραπέμπει σαφώς στο Ιω. 14, 6. Για τον Προκαθήμενο της Ουκρανίας, ο σεβασμός στην αρχαιότητα και στο εκκλησιαστικό αξίωμα δεν συνεπάγεται ότι οι σημερινοί φορείς τους είναι απρόσβλητοι από ανθρώπινα σφάλματα. Γι’ αυτό προσθέτει πως ακόμη και επικεφαλής Τοπικών Εκκλησιών δύνανται να κάνουν λανθασμένες εκτιμήσεις ή επιλογές. [1]

Το επιχείρημα από την προς Γαλάτας: η αλήθεια δεν εξαρτάται από έναν τόπο

Ο Μητροπολίτης επικαλείται και την αυτοβιογραφική αναφορά του Παύλου ότι, όταν κλήθηκε να κηρύξει το Ευαγγέλιο στα έθνη, δεν έσπευσε αμέσως στα Ιεροσόλυμα για να αναζητήσει ανθρώπινη επικύρωση της αποστολής του: «οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους» (Γαλ. 1, 16–17). Κατά την ερμηνεία του, η αποστολική μαρτυρία δεν αντλεί την αλήθειά της από το γεωγραφικό κέντρο, αλλά από τον αναστάντα Χριστό. [1][4]

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Παύλος αδιαφόρησε για την ενότητα με τους λοιπούς Αποστόλους: στο ίδιο κείμενο διηγείται μεταγενέστερες συναντήσεις του με τους εκκλησιαστικούς στύλους, ενώ οι Πράξεις των Αποστόλων καταγράφουν την κοινή αντιμετώπιση του ζητήματος των εξ εθνών πιστών στη λεγόμενη Αποστολική Σύνοδο (Πράξ. 15). Η διάκριση είναι ουσιώδης. Το επιχείρημα του Επιφανίου δεν καταργεί τη συνοδικότητα ούτε την κανονική τάξη· απορρίπτει την αντίληψη ότι η αλήθεια μπορεί να μονοπωλείται από το κύρος μιας συγκεκριμένης έδρας. [1][4][11]

Η αιχμή προς το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και άλλες Εκκλησίες

Στο πλέον επίκαιρο τμήμα της ανάρτησής του, ο Επιφάνιος εγκαταλείπει κάθε έμμεση αναφορά και κατονομάζει την Εκκλησία Ιεροσολύμων, μαζί με «ορισμένες άλλες Εκκλησίες», οι οποίες δεν έχουν προχωρήσει σε ανοικτή εκκλησιαστική κοινωνία με την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας. Θεωρεί ότι αυτή η στάση αποτελεί σφάλμα, έναντι του οποίου η Εκκλησία του οφείλει να εκφράσει καθαρά τη θέση της. [1][2]

«Και σήμερα εμείς, ως Τοπική Εκκλησία, αντιστεκόμαστε κατά τον ίδιο τρόπο στα σφάλματα που, δυστυχώς, διαπράττουν η Εκκλησία Ιεροσολύμων και ορισμένες άλλες Εκκλησίες, μη επιθυμώντας να έχουν ανοικτή κοινωνία μαζί μας.»

Η γλώσσα είναι ευθεία και κριτική, δεν ισοδυναμεί όμως με ανακοίνωση διακοπής κοινωνίας της Ουκρανικής Εκκλησίας με άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, ούτε συνιστά συνοδική πράξη εναντίον του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Πρόκειται για δημόσια προσωπική τοποθέτηση του Προκαθημένου, η οποία επικαλείται έναν βιβλικό παραλληλισμό προκειμένου να αμφισβητήσει την ορθότητα της σημερινής στάσης τους. Ο ίδιος χρησιμοποιεί τον όρο «σύγχρονοι ψευδάδελφοι» για όσους αντιστρατεύονται την Εκκλησία του και επικαλούνται τέτοια επιχειρήματα· δεν πρέπει αυτός ο χαρακτηρισμός να αποδοθεί αδιακρίτως σε όλους τους πιστούς ή την ιεραρχία των Ιεροσολύμων. [1]

Το κανονικό υπόβαθρο: ο Τόμος του 2019 και η αναγνώριση

Το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται ο Επιφάνιος έχει συγκεκριμένο εκκλησιαστικό υπόβαθρο. Στις 6 Ιανουαρίου 2019 το Οικουμενικό Πατριαρχείο χορήγησε, με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο, καθεστώς αυτοκεφαλίας στην εν Ουκρανία Ορθόδοξη Εκκλησία, αναγνωρίζοντας ως Προκαθήμενό της τον «Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας». Ο Τόμος περιγράφει την αυτοκεφαλία ως κανονική αυτοδιοίκηση μιας Τοπικής Εκκλησίας μέσα στο σώμα της Μίας Ορθοδόξου Εκκλησίας και καλεί τις αδελφές Εκκλησίες να την αναγνωρίσουν και να μνημονεύουν τον Προκαθήμενό της. [5]

Στη συνέχεια, η Εκκλησία της Ελλάδος το 2019, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας επίσης το 2019 και η Εκκλησία της Κύπρου το 2020 προχώρησαν σε αναγνωριστικές πράξεις και στη μνημόνευση του Επιφανίου. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η θέση της Εκκλησίας της Ουκρανίας δεν αποτελεί μόνο διμερές ζήτημα Κωνσταντινουπόλεως–Κιέβου. Την ίδια στιγμή, άλλες Τοπικές Εκκλησίες εξακολουθούν να μην έχουν προβεί σε αντίστοιχη επίσημη αναγνώριση. [6][7][8]

Εδώ απαιτείται μία σημαντική διάκριση: η απουσία επίσημης αναγνώρισης και άμεσης ευχαριστιακής συλλειτουργίας με την Εκκλησία της Ουκρανίας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι όλες οι παλαιές Εκκλησίες έχουν διακόψει την κοινωνία μεταξύ τους. Οι σχέσεις αναγνώρισης, μνημόνευσης και συλλειτουργίας δεν ταυτίζονται σε κάθε περίπτωση και πρέπει να εξετάζονται συγκεκριμένα. Είναι ακριβώς η μη καθολική ακόμη υποδοχή της ουκρανικής αυτοκεφαλίας που συντηρεί τη σχετική ενδορθόδοξη εκκρεμότητα.

Το Αμμάν και οι διαφορετικές αντιλήψεις περί πανορθόδοξης συνεννόησης

Η στάση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων δεν είναι άσχετη με το ιστορικό των τελευταίων ετών. Τον Φεβρουάριο του 2020 ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλος Γ΄ ανέλαβε πρωτοβουλία για συνάντηση Προκαθημένων και αντιπροσωπειών στο Αμμάν της Ιορδανίας. Σύμφωνα με το επίσημο ανακοινωθέν των συμμετεχόντων, η συνάντηση αποσκοπούσε στον διάλογο και στην ενότητα, ενώ για το ουκρανικό ζήτημα τονίσθηκε η ανάγκη πανορθόδοξης συζήτησης και συναίνεσης. Συμμετείχαν μόλις 6 από τις 15 τοπικές Αυτοκέφαλες Εκκλησίες διά των Προκαθημένων τους ή αντιπροσωπειών τους, όχι συνεπώς το σύνολο της Ορθοδοξίας. [9]

Η Κωνσταντινούπολη είχε αντιταχθεί στον συγκεκριμένο τρόπο σύγκλησης, θεωρώντας ότι η πρωτοβουλία παρακάμπτει την καθιερωμένη ευθύνη και τα πρεσβεία του Οικουμενικού Θρόνου για πανορθόδοξο συντονισμό. Η σχετική αλληλογραφία μεταξύ του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του Πατριάρχη Θεοφίλου καταγράφει την ουσιαστική διαφωνία ως προς τη διαδικασία και τις εκκλησιολογικές προϋποθέσεις του διαλόγου. Η αντίθεση αφορά πραγματικές διαφορετικές κανονικές προσεγγίσεις, όχι απλώς προσωπικές αντιπάθειες. [10]

Από αυτή την οπτική, η σημερινή παρέμβαση του Επιφανίου επαναφέρει το ουκρανικό ζήτημα στο πεδίο της εκκλησιολογίας: ποιος και με ποια κριτήρια διαπιστώνει την κανονική κατάσταση μιας νέας αυτοκέφαλης Εκκλησίας, ποια είναι η βαρύτητα της πανορθόδοξης υποδοχής και πώς συμβιβάζονται η αυτοκεφαλία, η συνοδικότητα και η ενότητα της ευχαριστιακής κοινωνίας;

Ο βιβλικός παραλληλισμός: όταν η αλήθεια της Εκκλησίας υπερισχύει του κύρους των προσώπων

Ο παραλληλισμός που επιχειρεί ο Μητροπολίτης Κιέβου Επιφάνιος ανάμεσα στη διαφωνία των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και στη σημερινή εκκλησιαστική πραγματικότητα δεν αποτελεί απλώς μια γενική ηθική αναφορά. Αντιθέτως, στηρίζεται σε ένα εξαιρετικά ισχυρό ιστορικό και εκκλησιολογικό προηγούμενο, το οποίο αναδεικνύει μια θεμελιώδη αρχή της ζωής της Εκκλησίας: η ορθότητα μιας εκκλησιαστικής θέσης δεν εξαρτάται από την αρχαιότητα, το αξίωμα, το κύρος ή την επιρροή εκείνου που την υποστηρίζει, αλλά από τη συμφωνία της με την αλήθεια του Ευαγγελίου. [1][3]

Ο Απόστολος Πέτρος ανήκε στον στενότερο κύκλο των μαθητών του Χριστού και συγκαταλεγόταν στους κορυφαίους Αποστόλους. Διέθετε αναμφισβήτητο κύρος στην πρώτη Εκκλησία, πολύ μεγαλύτερο, από ανθρώπινη άποψη, από εκείνο του Παύλου, ο οποίος είχε προσέλθει μεταγενέστερα στην αποστολική κοινότητα. Και όμως, όταν στην Αντιόχεια ο Πέτρος, υποχωρώντας στις πιέσεις των προερχομένων από την περιτομή, απομακρύνθηκε από την κοινή τράπεζα με τους εξ εθνών χριστιανούς, ο Παύλος δεν δίστασε να του αντιταχθεί δημοσίως. Όπως χαρακτηριστικά καταγράφει στην προς Γαλάτας επιστολή, «κατὰ πρόσωπον αὐτῷ ἀντέστην, ὅτι κατεγνωσμένος ἦν» (Γαλ. 2,11). [3]

Στη συγκεκριμένη διαφωνία ο Πέτρος έσφαλε και ο Παύλος είχε δίκιο. Ο δεύτερος διέκρινε ότι η συμπεριφορά του πρώτου, ανεξαρτήτως των προθέσεών του, υπονόμευε στην πράξη τη θεμελιώδη ευαγγελική αλήθεια ότι η ένταξη στην Εκκλησία του Χριστού δεν προϋπέθετε την προηγούμενη υπαγωγή στον Μωσαϊκό Νόμο. Ο Παύλος δεν αμφισβήτησε το αποστολικό αξίωμα του Πέτρου ούτε επιχείρησε να διασπάσει την Εκκλησία. Υπερασπίστηκε την αλήθεια της κοινής πίστεως απέναντι σε μια συμπεριφορά που δημιουργούσε διακρίσεις μεταξύ των μελών του ίδιου εκκλησιαστικού σώματος. [3]

Το αποφασιστικότερο, ωστόσο, στοιχείο του ιστορικού αυτού παραλληλισμού βρίσκεται στην κοινή αποστολική θέση που επικράτησε στη ζωή της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δικαίωσε και υιοθέτησε τη θεολογική θέση που υπερασπίστηκε ο Παύλος: οι προερχόμενοι από τα έθνη μπορούσαν να γίνονται πλήρη μέλη της χωρίς να περιτέμνονται και χωρίς να υποχρεούνται προηγουμένως να αποδεχθούν το σύνολο των διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Στο 15ο κεφάλαιο των Πράξεων των Αποστόλων, η Αποστολική Σύνοδος των Ιεροσολύμων αποτυπώνει συνοδικώς αυτή την ίδια αρχή. Ο ίδιος ο Πέτρος εμφανίζεται εκεί να υπερασπίζεται την αποδοχή των εθνικών χωρίς την επιβολή του ιουδαϊκού ζυγού (Πράξ. 15,7-11), ενώ η αποστολική απόφαση αποτυπώνει την κοινή πλέον εκκλησιαστική θέση (Πράξ. 15,22-29). [11]

Επομένως, η ιστορία αυτή δεν καταγράφει απλώς μια πρόσκαιρη προσωπική αντιπαράθεση δύο μεγάλων Αποστόλων. Αποκαλύπτει ότι ένας νεότερος ως προς την αποστολική του κλήση μπορούσε να διορθώσει έναν από τους κορυφαίους Αποστόλους και ότι η θέση την οποία υπερασπίστηκε μπορούσε να αναγνωριστεί ως ορθή και να αποτελέσει διαρκή παρακαταθήκη της Εκκλησίας. Η επικράτηση της ευαγγελικής αλήθειας δεν σήμαινε την απαξίωση του Πέτρου, αλλά την υπέρβαση μιας εσφαλμένης πρακτικής και την αποκατάσταση της ενότητας πάνω σε ορθά θεμέλια. [3][11]

Ακριβώς εδώ εντοπίζεται η ουσιαστική αναλογικότητα με τη σύγχρονη εκκλησιαστική διαφωνία στην οποία αναφέρεται ο Επιφάνιος. Τα δύο περιστατικά δεν χρειάζεται να είναι ταυτόσημα ως προς το ιστορικό τους αντικείμενο για να παρουσιάζουν έναν βαθύ εκκλησιολογικό παραλληλισμό. Και στις δύο περιπτώσεις ανακύπτει το ερώτημα εάν το κύρος, η παλαιότητα και η ισχύς μιας εκκλησιαστικής αυθεντίας αρκούν για να καθορίσουν ποιος έχει δίκιο. Το αποστολικό προηγούμενο δίνει μια σαφή απάντηση: κανένα πρόσωπο και κανένα εκκλησιαστικό αξίωμα δεν βρίσκεται υπεράνω της αλήθειας, ενώ η διαφωνία με μια ισχυρότερη ή παλαιότερη αυθεντία δεν συνιστά αυτομάτως εκκλησιαστική απείθεια ή αποστασία. [1][3]

Υπό αυτό το πρίσμα, ο παραλληλισμός του Ουκρανού Προκαθημένου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στη συζήτηση για την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας και τις αντιδράσεις που αυτή εξακολουθεί να προκαλεί. Ο Επιφάνιος υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία δεν καλείται να κρίνει ποιος διαθέτει τη μεγαλύτερη ιστορική ισχύ ή επιρροή, αλλά ποια θέση ανταποκρίνεται στην εκκλησιαστική αλήθεια, στην κανονική τάξη και στην πραγματική ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος. [1][5]

Το παράδειγμα Πέτρου και Παύλου αποδεικνύει ότι η ιστορική δικαίωση δεν ανήκει υποχρεωτικά στον ισχυρότερο ή στον αρχαιότερο, αλλά σε εκείνον που υπερασπίζεται το ορθό. Στην Αντιόχεια ο Παύλος αντιστάθηκε στον Πέτρο, και η αρχή την οποία υπερασπίστηκε αναγνωρίστηκε από την Εκκλησία ως αναπόσπαστο στοιχείο της πίστεως και της ζωής της. Αυτή ακριβώς είναι η ουσία του επιχειρήματος του Επιφανίου: η εκκλησιαστική ενότητα δεν οικοδομείται πάνω στην άκριτη αποδοχή του κύρους, αλλά πάνω στην αλήθεια, η οποία μπορεί να αναδειχθεί ακόμη και μέσα από την παρρησία εκείνων που τολμούν να αντιταχθούν στις ισχυρότερες αυθεντίες της εποχής τους. [1][3][11]

Καταληκτικός τόνος συμφιλίωσης και κοινής δοξολογίας

Παρά τις αυστηρές αναφορές του, ο Επιφάνιος δεν ολοκληρώνει το μήνυμά του με καταγγελία αλλά με προσδοκία. Εκφράζει την πεποίθηση ότι, όπως η αποστολική Εκκλησία διατήρησε την ενότητά της και κατέληξε σε κοινή θέση για την αποδοχή των εξ εθνών, έτσι και τα Ιεροσόλυμα και οι υπόλοιπες Εκκλησίες θα επανεξετάσουν τις σχέσεις τους με την Εκκλησία της Ουκρανίας. [1][11]

«Είθε ο Κύριος να επισπεύσει τον χρόνο αυτό, ώστε από όλες τις Εκκλησίες, με ομόνοια και αληθινή αδελφοσύνη, να δοξάζεται το όνομά Του. Αμήν.»

Εδώ εντοπίζεται και η ουσία της παρέμβασης: ο Προκαθήμενος της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας θεωρεί ότι η εκκλησιαστική αποδοχή της δεν πρέπει να εξαρτάται από μία και μόνο αρχαία έδρα και ζητεί να υπερβούν οι επιφυλακτικές Εκκλησίες τη σημερινή τους στάση. Ταυτόχρονα, παρουσιάζει ως τελικό στόχο όχι την επικράτηση μιας πλευράς έναντι της άλλης, αλλά την αποκατάσταση πλήρους αδελφικής κοινωνίας, ώστε η ορατή ενότητα της Ορθοδοξίας να ανταποκρίνεται στην κοινή πίστη της στον Χριστό. [1][2]

Πηγές και τεκμήρια

[1] Μητροπολίτης Κιέβου Επιφάνιος — πρωτότυπη ουκρανόγλωσση ανάρτηση στο Facebook, 20.10.2026.

[2] Orthodox Times — δημοσίευμα για την παρέμβαση του Επιφανίου, 20.10.2026.

[3] Καινή Διαθήκη — Προς Γαλάτας 2, 11–21, ελληνικό κείμενο.

[4] Καινή Διαθήκη — Προς Γαλάτας 1, 11–17, ελληνικό κείμενο.

[5] Οικουμενικό Πατριαρχείο — Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας, 06.01.2019.

[6] Εκκλησία της Ελλάδος — Απόφαση της Ιεραρχίας, 12 Οκτωβρίου 2019

[7] Πατριαρχείο Αλεξανδρείας — Αναγνώριση της Εκκλησίας της Ουκρανίας, 8 Νοεμβρίου 2019

[8] Εκκλησία της Κύπρου — Επιστολή Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄ προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη για τη μνημόνευση Επιφανίου, 20.10.2020 (ανάρτηση Νοεμβρίου 2020).

[9] Πατριαρχείο Ιεροσολύμων — επίσημο ανακοινωθέν συνάντησης του Αμμάν, 26.02.2020.

[10] Αντιπροσωπεία Οικουμενικού Πατριαρχείου στο ΠΣΕ — δεύτερη απαντητική επιστολή προς τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων (επιστολή 25.02.2020, δημοσίευση 26.02.2020).

[11] Καινή Διαθήκη — Πράξεις των Αποστόλων 15, 1–29, ελληνικό κείμενο (Αποστολική Σύνοδος Ιεροσολύμων).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.