Γράφει ο Ιερομόναχος Νικήτας Παντοκρατορινός
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Μητροπολίτου Βερολίνου Μάρκου, με τις οποίες αμφισβητεί την κανονικότητα της αυτοκεφαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας, προκαλούν εύλογα ερωτήματα, όχι τόσο για τις γνωστές θέσεις που επαναλαμβάνουν, όσο για την αξιοσημείωτη ιστορική επιλεκτικότητα που τις χαρακτηρίζει. Ο Σεβασμιώτατος εμφανίζεται ως υπερασπιστής της κανονικής τάξεως και της ελευθερίας της Εκκλησίας από τις πολιτικές παρεμβάσεις, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται υπό καθεστώς πολιτικού εξαναγκασμού είναι άκυρες και πρέπει να ανακαλούνται. Το κρίσιμο, ωστόσο, ερώτημα είναι εάν η αρχή αυτή που επικαλείται εφαρμόζεται με συνέπεια και με τα ίδια κριτήρια σε όλες τις Εκκλησίες ή εάν επιστρατεύεται επιλεκτικά, όταν εξυπηρετεί συγκεκριμένες εκκλησιαστικές επιδιώξεις. Διότι, εάν η πολιτική πίεση αποτελούσε από μόνη της λόγο ακυρότητας μιας εκκλησιαστικής αποφάσεως, αυτό θα δημιουργούσε σοβαρότατα ερωτήματα πρωτίστως για την ίδια την εκκλησιαστική ιστορία της Ρωσίας.
Όταν το 1589 ο
Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄επισκέφθηκε τη Ρωσία σε μια περίοδο κατά την
οποία το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές
δυσκολίες και αναζητούσε οικονομική ενίσχυση, η ρωσική πολιτική ηγεσία,
αξιοποίησε την παρουσία του Πατριάρχου για να προωθήσει την ανακήρυξη της
Μόσχας σε Πατριαρχείο. Οι ιστορικές μαρτυρίες αναφέρονται σε παρατεταμένες
διαπραγματεύσεις, περιορισμούς στην ελευθερία κινήσεως του Ιερεμία και πολιτικές
πιέσεις εκ μέρους της ρωσικής ηγεσίας για την αποδοχή των επιδιώξεών της. Υπό
καθεστώς ομηρίας ουσιαστικά, ο Πατριάρχης, τελικώς, συναίνεσε στην ανύψωση της
Εκκλησίας της Ρωσίας σε Πατριαρχείο.
Εδώ ακριβώς
αναδεικνύεται η αντίφαση του Μητροπολίτου Μάρκου. Εάν, όπως ο ίδιος
υποστηρίζει, οι αποφάσεις που λαμβάνονται υπό πολιτικό εξαναγκασμό είναι άκυρες
και πρέπει να ανακαλούνται, τότε οφείλει να εξηγήσει γιατί η αρχή αυτή δεν
εφαρμόζεται και στην περίπτωση της ανακηρύξεως του Πατριαρχείου Μόσχας το 1589.
Δεν είναι δυνατόν η πολιτική παρέμβαση να θεωρείται καταδικαστέα όταν αφορά την
Ουκρανία, αλλά να αντιμετωπίζεται με επιείκεια όταν συνδέεται με την
εκκλησιαστική ιστορία της Ρωσίας. Πριν, λοιπόν, ο Μητροπολίτης Μάρκος
καταδικάσει το Κίεβο του 2018, οφείλει να καταδικάσει πρώτα τη Μόσχα του 1589.
Εάν επιμένει ότι η πολιτική πίεση συνιστά καθοριστικό λόγο ακυρότητας μιας
εκκλησιαστικής αποφάσεως, πρέπει να αποδεχθεί ότι η αρχή αυτή δεσμεύει εξίσου
και τη δική του Εκκλησία. Διαφορετικά, δεν υπερασπίζεται με συνέπεια την
κανονική τάξη, αλλά επικαλείται επιλεκτικά τους κανόνες, ανάλογα με το εάν
εξυπηρετούν τις σημερινές επιδιώξεις της Μόσχας.
Στις δηλώσεις
του ο Μητροπολίτης Μάρκος χαρακτηρίζει τη Ρωσική Εκκλησία Μητέρα Εκκλησία της
Ουκρανίας, παραγνωρίζοντας όμως, ότι ο εκχριστιανισμός των Ρως του Κιέβου
πραγματοποιήθηκε το 988, επί Αγίου Βλαδιμήρου, όταν η Μόσχα δεν αποτελούσε
ακόμη εκκλησιαστικό κέντρο. Η αρχαία Μητρόπολη Κιέβου υπαγόταν στο Οικουμενικό
Πατριαρχείο, από το οποίο έλαβε την εκκλησιαστική της συγκρότηση. Ιστορικά,
επομένως, Μητέρα Εκκλησία της Ουκρανίας είναι η Κωνσταντινούπολη και όχι η
Μόσχα.
Η θέση, που
επαναλαμβάνει ο Μητροπολίτης, ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχώρησε
οριστικά τη Μητρόπολη Κιέβου στη Μόσχα το 1686, όπως έχουμε πει πολλές φορές,
δεν είναι αληθής. Η πράξη εκείνη έδωσε το δικαίωμα στον Πατριάρχη Μόσχας να
χειροτονεί τον Μητροπολίτη Κιέβου υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μεταξύ των
οποίων τη μνημόνευση του Οικουμενικού Πατριάρχου από τον Μητροπολίτη Κιέβου. Από
πότε το δικαίωμα χειροτονίας που δίνεται σε έναν επίσκοπο μπορεί να μετατραπεί
σε οριστική παραχώρηση ολόκληρης της Μητροπόλεως;
Ιδιαίτερα
ατυχής είναι η ειρωνική αναφορά του Μητροπολίτου Μάρκου στα προνόμια του
Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τα προνόμια αυτά δεν αποτελούν προσωπική επινόηση
του Πατριάρχου Βαρθολομαίου ούτε έκφραση προσωπικής φιλοδοξίας, αλλά προέρχονται
από αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων. Ο Γ΄ Κανόνας της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, ο
ΚΗ΄ Κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, καθώς και οι Θ΄ και ΙΖ΄ Κανόνες της
τελευταίας, αποτελούν βασικά σημεία αναφοράς στη συζήτηση για τη θέση της
Κωνσταντινουπόλεως και τα προνόμια του Οικουμενικού Θρόνου, συμπεριλαμβανομένου
του ζητήματος του εκκλήτου. Ο Μητροπολίτης Μάρκος, βέβαια, αμφισβητεί τα
προνόμια του Οικουμενικού Θρόνου, παρ’ όλα αυτά αποδέχεται τα αποτελέσματα της
ασκήσεώς τους όταν αυτά αφορούν την πατριαρχική αναγνώριση της δικής του
Εκκλησίας. Η αναγνώριση της πατριαρχικής αξίας της Εκκλησίας της Ρωσίας το 1589
συνδέθηκε με την πράξη του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιερεμία Β΄ και την
επακόλουθη συνοδική επικύρωση. Είναι, επομένως, ιστορικά αντιφατικό να
αναγνωρίζεται το κύρος των προνομίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου όταν αυτά
συνδέονται με την εκκλησιαστική υπόσταση της Μόσχας και να αμφισβητούνται όταν
αφορούν τα δικαιώματα μιας άλλης τοπικής Εκκλησίας. Το ουσιαστικό ζήτημα,
λοιπόν, δεν είναι εάν η Εκκλησία της Ρωσίας συμφωνεί με τον τρόπο ασκήσεως των
προνομίων του Οικουμενικού Θρόνου, αλλά εάν είναι διατεθειμένη να αναγνωρίσει
την ιστορική και κανονική τους βάση ακόμη και όταν οι συνέπειές τους δεν
εξυπηρετούν τις δικές της επιδιώξεις. Η ιεροκανονική παράδοση δεν μπορεί να
ερμηνεύεται κατά περίπτωση ούτε τα προνόμια του Οικουμενικού Πατριαρχείου να
θεωρούνται έγκυρα όταν ωφελούν τη Ρωσία και ανύπαρκτα όταν αφορούν την
Ουκρανία.
Παρακάτω, ο
Μητροπολίτης Μάρκος κατηγορεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο για υποταγή σε δυτικές
πολιτικές δυνάμεις. Η κατηγορία αυτή, όμως, δεν μπορεί να ληφθεί στα σοβαρά
όταν προέρχεται από έναν Ιεράρχη που αποφεύγει να εξετάσει με την ίδια
αυστηρότητα τη στενή διασύνδεση της Ρωσικής Εκκλησίας με την κρατική εξουσία. Η
ιστορία του Πατριαρχείου Μόσχας, ιδίως από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου,
αποκαλύπτει πόσο βαθιά μπορεί να φθάσει η κρατική παρέμβαση στην εκκλησιαστική
διοίκηση. Και στη σύγχρονη εποχή, η στενή σχέση της ηγεσίας του Πατριαρχείου
Μόσχας με τη ρωσική πολιτική εξουσία δεν μπορεί να παραβλέπεται, όταν συζητούμε
για την ελευθερία της Εκκλησίας από κρατικές επιρροές. Έχει φτάσει στο σημείο
να θεωρείται η Εκκλησία ως ένα Υπουργείο της Ρωσικής κυβέρνησης. Φτάσαμε στο
σημείο να δούμε υβριστική ανακοίνωση του Γραφείο Τύπου της Υπηρεσίας Εξωτερικών
Πληροφοριών της Ρωσίας για τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Εδώ ακριβώς
αποκαλύπτεται άλλη μια αντίφαση του Μητροπολίτη: καταγγέλλει την πολιτική
επιρροή όταν αφορά το Οικουμενικό Πατριαρχείο, παραβλέποντας και αποκρύβοντας την
απόλυτη εξάρτηση της Εκκλησίας της Ρωσίας με το πολιτικό καθεστώς. Πριν,
λοιπόν, η Εκκλησία της Ρωσίας παραδώσει μαθήματα εκκλησιαστικής ανεξαρτησίας στο
Οικουμενικό Πατριαρχείο, ας κοιτάξει πρώτα τον εαυτό της στον καθρέφτη της
ιστορίας. Όποιος απαιτεί από τους άλλους να αποδείξουν την ανεξαρτησία τους,
οφείλει πρώτος να αποδείξει τη δική του. Διαφορετικά, δεν υπερασπίζεται την
ελευθερία της Εκκλησίας, αλλά διεκδικεί για τον εαυτό του το προνόμιο να κρίνει
τους πάντες χωρίς να κρίνεται από κανέναν.
Η παρουσίαση
της ουκρανικής αυτοκεφαλίας ως πολιτικού κατασκευάσματος παραμερίζει την
ιστορική πορεία του εκκλησιαστικού ζητήματος και την υπαρκτή επιθυμία των
Ουκρανών για εκκλησιαστική ανεξαρτησία. Επιθυμία που υπάρχει περισσότερο από
έναν αιώνα. Δεν εμφανίστηκε ξαφνικά τώρα. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο θεράπευσε μια
μακροχρόνια εκκλησιαστική κρίση, αποκαθιστώντας την κοινωνία και χορηγώντας την
αυτοκεφαλία. Πλεόν οι Ορθόδοξοι ουκρανοί βρίσκονται σε κανονική οδό σωτηρίας.
Όσο και αν κάποιοι επιμένουν στο αντίθετο. Η Εκκλησία της Ουκρανίας έχει
αναγνωριστεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και
τις Εκκλησίες της Ελλάδος και της Κύπρου. Η διαφωνία άλλων Εκκλησιών δεν
νομιμοποιεί την παραχάραξη της ιστορικής πραγματικότητας ούτε επιτρέπει να
παρουσιάζεται ως ανύπαρκτη μια εκκλησιαστική οντότητα που έχει ήδη αναγνωριστεί
από άλλες τοπικές Εκκλησίες. Διότι όπως και να το κάνουμε, η αυτοκεφαλία της
Εκκλησίας της Ουκρανίας είναι μια πράξη τετελεσμένη.
Ο Οικουμενικός
Θρόνος δεν είναι υπεράνω κριτικής. Ούτε οι αποφάσεις του απαλλάσσονται από την
ανάγκη ιστορικής και κανονικής τεκμηριώσεως. Αλλά και η Εκκλησία της Ρωσίας δεν
είναι υπεράνω της ιστορίας. Εάν ο Μητροπολίτης Μάρκος επιθυμεί πράγματι να
υπερασπιστεί την ελευθερία της Εκκλησίας από τον πολιτικό εξαναγκασμό, οφείλει
να το πράξει χωρίς εξαιρέσεις. Ας αρχίσει, λοιπόν, από την ιστορία της δικής
του Εκκλησίας. Διότι δεν μπορεί κανείς να επικαλείται τον εξαναγκασμό για να
αμφισβητήσει την αυτοκεφαλία της Ουκρανίας, ενώ αποσιωπά τις πολιτικές πιέσεις
υπό τις οποίες αναγνωρίστηκε το Πατριαρχείο της Μόσχας. Η κανονικότητα που
εφαρμόζεται επιλεκτικά παύει να υπηρετεί την εκκλησιαστική αλήθεια και
μετατρέπεται σε όργανο εκκλησιαστικής ισχύος.
Η ιστορία της Εκκλησίας δεν γράφεται εκ νέου ανάλογα με τις επιδιώξεις της κάθε εποχής. Αυτή είναι η ουσία του ζητήματος. Και αυτή είναι η αντίφαση την οποία ο Μητροπολίτης Βερολίνου Μάρκος οφείλει να απαντήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.