Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ
Το κυριακάτικο χτύπημα στην πόρτα, εκείνο το
πρωινό του Μάρτη, ξάφνιασε τους γονείς που κοιμόνταν ακόμα, αλλά και τη
δεκαεφτάχρονη κόρη τους την Ελίνα.
Δεν περίμεναν κανέναν τέτοια ώρα. Η Πηγή, η μάνα,
φώναξε της Ελίνας να δει ποιος είναι.
Σηκώθηκε βαριεστημένη η μικρή, τρίβοντας τα μάτια να ανοίξουν καλά και βρέθηκε μπροστά στον εξάδελφό της τον Ντίνο, που ζούσε στην Αθήνα κι έναν άγνωστο νέο, πολύ ψηλό, όπου την θάμπωσαν στην κυριολεξία εκτός από την κορμοστασιά του, τα υπέροχα πράσινα μάτια του, που τόνιζαν ακόμα περισσότερο τα μαύρα στιλπνά μαλλιά του.
Για μια απειροελάχιστη στιγμή, τα 'χασε η μικρή,
δεν ήξερε τι να πει.
— Ελίνα
μου, λέει ο Ντίνος, καλά τον φίλο μου δεν τον γνωρίζεις, αλλά ούτε εμένα δεν
αναγνώρισες; Μολονότι εσύ μεγάλωσες πολύ, πάνω από 5
χρόνια έχω να σε δω και ομόρφυνες ακόμα περισσότερο, εγώ σε αναγνώρισα αμέσως.
Ντροπιάστηκε η μικρή κι αγκάλιασε τον Ντίνο να τον
καλοδεχτεί, αλλά με τον άλλον, δεν ήξερε τι να κάνει.
— Έλα,
μην τα χάνεις, λέει ο Ντίνος, είναι ο Ανδρέας ο καλύτερός μου φίλος και μου
έκανε παρέα να ταξιδέψουμε μαζί να έρθω να σας δω.
Άπλωσε δειλά το χέρι η Ελίνα, να χαιρετίσει τον
Ανδρέα, μα εκείνος, άπλωσε τα δικά του και την αγκάλιασε ζεστά.
— Η
ξαδέλφη του καλύτερού μου φίλου, φίλη μου καρδιακή.
Τραβήχτηκε αναστατωμένη από το αγκάλιασμα η μικρή,
χωρίς να πει λέξη.
— Καλά,
ακούστηκε η φωνή της μάνας που σηκώθηκε, στην πόρτα τους έχεις τους ανθρώπους;
— Ντροπή,
καλώς ήρθατε Ντίνο μου κι εσύ κι ο Ανδρέας ο φίλος σου.
Η Ελίνα με τους γονείς και τον μικρό της αδελφό,
έμεναν στη Ζάκυνθο, όπου και η καταγωγή του Ντίνου. Στην Πικριδιώτισα, μια
όμορφη περιοχή, λίγο πάνω από την χώρα, δέκα δρασκελιές, κι έφταναν ή γύριζαν
από τη χώρα. Το όνομα της περιοχής από την Παναγία την Πικριδιώτισσα και την
ομώνυμη εκκλησία αφιερωμένη στη χάρη Της.
Έτσι περπατητοί είχαν έρθει και οι ταξιδιώτες,
γιατί τότε, δεν ανέβαινε αυτοκίνητο μέχρι εκεί.
Το σπίτι της Πηγής και του Νικόλα, γονιών της
Ελίνας, ήταν καινούριο, μετασεισμικό και ο Ντίνος, το έβλεπε για πρώτη φορά.
Είχε να πάει στο νησί, από προσεισμικά. Τα ταξίδια δεν ήταν εύκολα εκείνα τα
χρόνια. Ο τουρισμός, ούτε σαν λέξη δεν ήταν γνωστός. Υπήρχαν Ζακυνθινοί όπου
έφυγαν από τη Ζάκυνθο κι έκαναν 20 ή και περισσότερα χρόνια να πάνε πίσω.
Πήγαιναν, συνήθως, όταν πέθαινε ο γονιός για να τακτοποιήσουν τα κληρονομικά.
Η Πηγή, ήταν αδελφή του Πέτρου, του πατέρα του
Ντίνου. Ο Πέτρος, είχε φύγει προπολεμικά για την Αθήνα, να βρει την τύχη του
στην πρωτεύουσα, γιατί στη Ζάκυνθο δεν υπήρχαν προοπτικές για αποκατάσταση.
Παντρεύτηκε εκεί με μια καλή κοπέλα και έκαναν ωραία οικογένεια, τον Ντίνο, τη
Λίτσα και τη Μαρία. Όμως, στη Ζάκυνθο δεν αξιώθηκε να πάει παρά μόνο για λίγες
μέρες όταν πέθανε ο πατέρας του. Φεύγοντας, πήρε τη μάνα του, για να την
φροντίσει στην Αθήνα.
Μετά τις χαιρετούρες και τα καλωσορίσματα, είχε
σηκωθεί και ο Νικόλας, και τον καφέ με τα κουλουράκια, έπιασαν κουβέντα οι
νεοφερμένοι με την Πηγή και τον Νικόλα. Η Ελίνα αποτραβήχτηκε λίγο και δεν
λάβαινε μέρος στη συζήτηση. Όμως, διακριτικά, έριχνε κλεφτές ματιές στον
Ανδρέα. Μέχρι τότε, τα μόνα αγόρια που γνώριζε ήταν οι συμμαθητές στο
Γυμνάσιο/Λύκειο και τα γειτονόπουλα, παιδαρέλια δηλαδή.
Μα ο Ντίνος και ο Ανδρέας, μολονότι μόνο 22 και 23
χρόνων, άνδρες, αεράτοι, μεστοί ωραίοι, προ παντός ο Ανδρέας και πολύ
ελκυστικοί. Πρωτευουσιάνοι γαρ, όχι πιτσιρικάδες.
Οι δυο νέοι, έμειναν στο νησί για δυο εβδομάδες.
Μάρτης μήνας, με μίαν όμορφη και ήπια, σχεδόν ζεστή Άνοιξη! Έγιναν αχώριστοι οι
τρεις τους. Η Ελίνα τους ξεναγούσε παντού. Πήγαν και στο κοντινό Βενετσιάνικο
Κάστρο. Πλημμυρισμένο από αγριολούλουδα, όπου, λόγω εποχής, κυριαρχούσαν οι
παπαρούνες και οι ανεμώνες. Ο Ανδρέας, καθώς περιδιάβαιναν σε όλο το Κάστρο,
μάζευε αγριολούλουδα και κάνοντας μια μικρή υπόκλιση στην Ελίνα, της πρόσφερε
κυρίως ανεμώνες συνοδευόμενες από μια φιλοφρόνηση:
— Αγνές
και όμορφες σαν κι εσένα.
Και άλλοτε:
— Ωχριούν
μπροστά στην ομορφιά σου!
Πήγαν και στο πευκόφυτο δάσος, όπου χιλιάδες
πουλιά τραγουδούσαν μελωδικά ολόγυρά τους. Ξάπλωσαν να ξαποστάσουν, κάτω από
ένα μεγάλο πεύκο και ο Ανδρέας έγειρε το κεφάλι στην αγκαλιά της Ελίνας. Παν
ευτυχές το νέο κορίτσι.
— Δεν
γινόταν αλλιώς, Ντίνο, είπε ο Ανδρέας, παρά η Ελίνα να έχει τόσο αιθέρια
ομορφιά!
— Ε,
Ανδρέα, έτσι όπως πας σε λίγο θα μου πεις ότι είσαι ερωτευμένος με την ξαδέλφη
μου.
— Μα, τι λες τώρα; Σε σένα
θα το πω; Θα το πω στην ίδια πρώτα.
Κοκκίνησε σαν τις παπαρούνες που κρατούσε η μικρή.
Ο Ντίνος, λες και το έκανε εσκεμμένα, προχωρούσε
μπροστά ή έμενε πίσω, ώστε ο Ανδρέας να μπορεί άνετα να μιλάει με την Ελίνα.
Το έδαφος στρωμένο από πευκοβελόνες και η Ελίνα
έφτιαξε μεγάλες αλυσίδες, γιορτάνια με αυτές, που τις πέρασε στον Ντίνο και
στον Ανδρέα γύρω στο λαιμό. Είχε ξεθαρρέψει πολύ η μικρή, χόρευε γύρω μόνη της
με τα τραγούδια που τραγουδούσαν και οι τρεις. Ο Ανδρέας, είχε μια υπέροχη
βαθιά φωνή το ίδιο και ο Ντίνος και κάθε τραγούδι που έλεγαν το αφιέρωναν στην
μικρή νεράιδα, όπως την αποκαλούσε ο Ανδρέας.
Κατέβαιναν και στη χώρα, γυρνούσαν παντού,
κάθονταν για γλυκό, σε διαφορετικό κάθε φορά, από τα πολλά Ζαχαροπλαστεία τότε,
(ο καφές δεν ήταν τόσο «της μόδας» ακόμα).
Ο Ντίνος διάβαζε εφημερίδα και ο Ανδρέας με την
Ελίνα μιλούσαν διαρκώς.
Πήγαν σινεμά δυο φορές κι όταν χαμήλωναν τα φώτα,
ο Ανδρέας άπλωνε το χέρι του και κρατούσε τρυφερά το χέρι της Ελίνας, ενίοτε,
το έφερνε με τρυφερότητα στα χείλη του.
Όμως, πλησίαζαν οι μέρες να φύγουν οι δυο νέοι. Με
τη βοήθεια του Ντίνου, ο Ανδρέας βρήκε ευκαιρία να μιλήσει ιδιαιτέρως, με την
Ελίνα. Της είπε πως την πρωτοείδε σε μια σχολική φωτογραφία που χρόνια πίσω,
είχε στείλει στα ξαδέλφια της στην Αθήνα. Τον μαγνήτισε η μικρή κοπέλα, γύρω
στα 13 τότε, με τη σχολική ποδιά, τα υπέροχα μάτια και την αθωότητα
ζωγραφισμένη στο όμορφο προσωπάκι. Συμφώνησαν με τον Ντίνο, ότι θα περιμένει να
μεγαλώσει και θα πάνε μαζί στη Ζάκυνθο να γνωριστούν και να την παντρευτεί, αν
φυσικά ήθελε κι εκείνη. Αυτό το σκοπό είχε το ταξίδι τους.
Ξετρελάθηκε η Ελίνα. Αποβραδίς που θα φεύγανε, ο
Ανδρέας μίλησε στους γονείς της και ο Ντίνος μπροστά επιβεβαίωσε τα προσόντα
του Ανδρέα, οικογένεια κ.λπ. Αλλά αποφάσισαν να μην το ανακοινώσουν ακόμα. Θα
επιστρέψει αργότερα με τους γονείς του ο Ανδρέας, να γίνουν οι αρραβώνες και
αργότερα ο γάμος! Ευτυχισμένοι όλοι!
Το πρωί, την ώρα που ξεκίνησαν για τη χώρα να
πάρουν το πλοίο για Πειραιά, αφού χαιρετίστηκαν και ξεκίνησαν τα παιδιά, έτρεξε
η Ελίνα, έκοψε το πιο όμορφο εκατόφυλλο τριαντάφυλλο από τον κήπο της που
περιποιόταν μόνη της, το πρόσφερε στον Ανδρέα, και,
— Να το
έχεις φυλαχτό σου μέχρι να ξανασμίξουμε.
Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν, όμως, όπως
υπολόγιζαν. Μια-δυο επιστολές από τον Ανδρέα από την Αθήνα και μετά σιωπή.
Έγραψε, ξανάγραψε η Ελίνα, καμία απάντηση. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν. Στην απελπισία
της, έστειλε τηλεγράφημα. Η απάντηση, λακωνική:
— Χαίρω
άκρας υγείας. Ανδρέας!
Τίποτα άλλο. Έπεσε να πεθάνει η μικρή. Για μήνες,
ούτε σηκωνόταν από το κρεβάτι.
Εν τω μεταξύ, έφυγε από τη ζωή ξαφνικά και ο
Ντίνος από ανακοπή καρδιάς, ούτε 23 χρονών. Κανείς δεν γνώριζε πως είχε
πρόβλημα με την καρδιά, ασφαλώς ούτε και ο ίδιος. Μεγάλο δράμα και θρήνος στην
οικογένεια.
Της στοίχησε πολύ της μικρής η εξαφάνιση του
Ανδρέα, μετά από τόσες εκδηλώσεις και υποσχέσεις αγάπης χωρίς καμίαν εξήγηση.
Το θεώρησε προδοσία και ψεύτη τον Ανδρέα. Όσο κι αν προσπαθούσε, όμως, η καρδιά
της αρνιόταν να δεχτεί πως ο Ανδρέας ήταν απατεώνας.
Και κυλούσε, ως συνήθως, ο καιρός. Πέρασαν κάμποσα
χρόνια, η μικρή Ελίνα μεγάλωσε, σπούδασε τραγούδι γιατί είχε ωραία φωνή.
Σοπράνο επιτυχημένη η Ελίνα, δεν άργησε να αναγνωριστεί και πέρα από το νησί.
Συναισθηματικά, όμως, είχε κλείσει. Εκείνη η πρώτη αγάπη των 17 της χρόνων και
προ παντός η προδοσία, όπως πίστευε, τη σημάδεψε. Γύρω στα 30, ενδίδοντας σε
πιέσεις από τους γονείς της ιδιαίτερα, πως είναι άδικο για την ίδια να
χαραμίσει τη ζωή της για ένα παιδικό αίσθημα, δέχτηκε πρόταση από έναν εξαιρετικό
νέο και αρραβωνιάστηκαν. Μα, αυτός ο αρραβώνας την έπνιγε. Όταν καθορίστηκε η
ημερομηνία γάμου, χωρίς λεπτομερείς εξηγήσεις, διέλυσε τον αρραβώνα. Το θεώρησε
ανέντιμο να παντρευτεί έναν άνθρωπο που εκτιμούσε μεν, δεν αγαπούσε δε.
Χρόνια αργότερα η Ελίνα, που έμενε μόνιμα στην
Αθήνα, πήγε στη Ζάκυνθο, όπου την προσκάλεσαν να δώσει μια συναυλία στον τόπο
της με βαρύτονο συντοπίτη της. Ο χώρος που είχαν επιλέξει οι οργανωτές, πολύ
ευρύχωρος γιατί περίμεναν ότι σύσσωμο το νησί θα πήγαινε να απολαύσουν τα δύο
δικά τους παιδιά!
Η συναυλία είχε πολύ μεγάλη επιτυχία, όπως
περίμεναν άλλωστε.
Η σκηνή πλημμύρισε από μεγάλες ανθοδέσμες, όπως
ήταν αναμενόμενο.
Χαρούμενη η Ελίνα και χαμογελαστή από την μεγάλη
επιτυχία. Όμως, αν κάποιος κοίταζε προσεκτικά το όμορφο, χαμογελαστό της
πρόσωπο, θα διέκρινε σκιά μελαγχολίας στα μάτια.
Είχε αναχωρήσει ο περισσότερος κόσμος και η Ελίνα
μόλις έμπαινε στο καμαρίνι της, όταν την πλησίασε ένας ευπαρουσίαστος,
μεσόκοπος άνδρας, κρατώντας ένα κομψά συσκευασμένο μικρό κουτί, δεμένο
προσεκτικά με μια γαλάζια κορδέλα.
— Αρχικά,
θερμά συγχαρητήρια κυρία μου, είσαστε υπέροχη! Δεν θα σας κρατήσω πολύ.
— Έχω
αυτό το κουτί για εσάς, από έναν παλιό φίλο, τον Ανδρέα. Μου το εμπιστεύτηκε
λίγο πριν πεθάνει, λέγοντάς μου ότι κρύβει κάτι χωρίς καμία υλική αξία, αλλά
είναι ανυπολόγιστης συναισθηματικής αξίας και να το παραδώσω στα χέρια σας.
Βλέποντας πόσο αναστατώθηκε, ο κύριος συνέχισε. Ο Ανδρέας έφυγε από τη ζωή
λίγους μήνες πριν. Μου είχε μιλήσει για εσάς. Σας αγάπησε και σας αγαπούσε πολύ
μέχρι την τελευταία στιγμή.
Συγκλονισμένη και άφωνη η Ελίνα ρουφούσε κάθε του
λέξη, ιδιαίτερα το, «σας αγαπούσε πολύ».
Της μίλησε και με απλά λόγια, της εξήγησε τι
μεσολάβησε.
— Ο
Ανδρέας ήταν πολύ έντιμος άνθρωπος. Γυρίζοντας στην Αθήνα με τον Ντίνο, τότε
όταν έφυγαν από το νησί πολύ ερωτευμένος μαζί σας και με πολλά σχέδια για την
ένωσή σας, ενημερώθηκε πως μια κοπέλα με την οποία είχε μια σύντομη και
επιπόλαιη σχέση προ καιρού, ήταν τριών μηνών έγκυος.
Ορκιζόταν πως ποτέ δεν πήγε με άλλον άνδρα και το
παιδί ήταν του Ανδρέα. Σαν έντιμος άνδρας, παραμέρισε τα δικά του αισθήματα για
εσάς και παντρεύτηκε, ως όφειλε, την κοπέλα που σε λίγους μήνες θα γεννούσε το
παιδί του.
Τα υπόλοιπα, είναι ιστορία. Μπορεί να ζούσε με τη
γυναίκα του και τα παιδιά του, απέκτησαν άλλα δύο, αλλά μέσα του ζούσατε πάντα
εσείς!
Βαθιά ανάσα ανακούφισης βγήκε από το στήθος της
Ελίνας.
Τώρα πια, έμαθε, ήξερε. Έμαθε πως ο άνθρωπος που
αγάπησε τόσο πολύ στα 17 της χρόνια, δεν την πρόδωσε ποτέ!
Την αγάπησε όσο τον αγάπησε κι εκείνη, άλλο αν το
ιερό χρέος του καθήκοντος, δεν τον άφησε να εγκαταλείψει τη μάνα του παιδιού
του!
Όταν έμεινε μόνη, άνοιξε με τρεμάμενα χέρια το
κουτί, αν και υπολόγιζε το περιεχόμενό του.
Ήταν, μαραμένο μεν, ολοζώντανο δε για εκείνην, το εκατόφυλλο τριαντάφυλλο που πολλά χρόνια πίσω, η δεκαεφτάχρονη κοπελίτσα, είχε προσφέρει στον αγαπημένο της.
δ. μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.