Στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάνννου, μεταξύ τῶν ἄλλων Ἐπιστολῶν πού ἀπέστειλε ὁ Χριστός, διά τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, συγκαταλέγεται καί ἡ Ἐπιστολή πρός τόν Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σάρδεων. Γράφεται:
«Καί στόν ἄγγελο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σάρδεων γράψε: Αὐτά λέει ἐκεῖνος πού ἔχει τά ἑπτά ἀστέρια: Γνωρίζω τά ἔργα σου, τό ὄνομά σου πού λέει ὅτι ζεῖς, ὅμως εἶσαι νεκρός. Ξύπνα καί στήριξε τούς ἄλλους πού κινδυνεύουν νά πεθάνουν. Δέν βρῆκα τά ἔργα σου τέλεια μπροστά στόν Θεό μου. Θυμήσου, λοιπόν, πῶς παρέλαβες -τό μήνυμα τῆς σωτηρίας- καί πῶς τό ἄκουσες, καί ἐφάρμοζέ το καί μετανόησε. Ἐάν ὅμως δέν ξυπνήσεις, θά ἔλθω σέ ἐσένα σάν κλέπτης, καί δέν θά ξέρεις ποιά ὥρα θά ἔλθω νά σέ κρίνω. Ἔχεις ὅμως μερικά πρόσωπα στίς Σάρδεις πού δέν λέρωσαν τά ροῦχα τους. Αὐτοί θά περπατήσουν μαζί μου ντυμένοι στά λευκά, γιατί τό ἀξίζουν. Ὁ νικητής τῶν παθῶν θά ντυθεῖ μέ λευκά ροῦχα καί δέν θά διαγράψω τό ὄνομά του ἀπό τό βιβλίο τῆς ζωῆς. Θά τόν ἀναγνωρίσω ὡς δικό μου μπροστά στόν Πατέρα μου καί μπροστά στούς ἀγγέλους Του. Ὅποιος ἔχει αὐτιά ἄς ἀκούσει τί λέει τό Πνεῦμα στίς Ἐκκλησίες» (Ἀπ. γ΄, 1-6).
Οἱ Σάρδεις ἦταν ἡ παλιά πρωτεύσουσα τοῦ βασιλείου τῆς Λυδίας νότια τῶν Θυατείρων. Τήν ἐποχή πού ὁ Χριστός ἔστειλε τήν Ἐπιστολή αὐτή δέν εἶχε τήν παλαιά αἴγλη της καί φυτοζωοῦσε. Αὐτό ἐπηρεάζει καί τήν ζωή τοῦ Ἐπισκόπου τῆς πόλεως. Ὁ Χριστός στήν Ἐπιστολή αὐτή παρουσιάζεται ὡς «ὁ ἔχων τά ἑπτά πνεύματα τοῦ Θεοῦ καί τούς ἑπτά ἀστέρας». Εἶναι πολύ δυνατή αὐτή ἡ εἰκόνα. Τά ἐπτά πνεύματα τοῦ Θεοῦ εἶναι τό Ἅγιον Πνεῦμα στήν πληρότητά Του, πού εἶναι ἀποστολεύς καί κυρίαρχος τῶν ἑπτά ἀστέρων, πού εἶναι οἱ Ἐπίσκοποι τῶν ἑπτά Ἐκκλησιῶν. Οἱ Ἐπίσκοποι δέν εἶναι ἁπλοί διάκονοι, οὔτε ἁπλῶς θρησκευτικοί λειτουργοί καί ὑπάλληλοι, ἀλλά εἶναι αὐτοί πού ἔχουν τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τά ὁποῖα κρατοῦνται στό χέρι τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτή ἡ λαμπρή εἰκόνα ἔχει σχέση μέ τόν Ἐπίσκοπο τῶν Σάρδεων, ὁ ὁποῖος ἄν καί ἔχει τό χάρισμα νά εἶναι «εἰς τύπον καί τόπον» τοῦ Χριστοῦ ἔχει ἀνενέργητη αὐτήν τήν ἀνακαινιστική καί ζωοποιό ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη δηλώνει καί τήν Χάρη καί ἐνέργεια κάθε Ἐκκλησίας. Τό φοβερό στήν περίπτωση αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σάρδεων εἶναι ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος, ἐνῶ ἔχει ὄνομα ὅτι ζῆ, ἐν τούτοις στήν πραγματικότητα εἶναι νεκρός, πεθαμένος. Μερικοί ἑρμηνευτές ἐξηγοῦν ὅτι μέ αὐτό πού λέγει ὁ Χριστός πιθανόν νά γίνεται ὑπαινιγμός τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἐπισκόπου, δηλαδή νά λεγόταν Ζώσιμος ἤ Ζωτικός ἤ Ζωτίων, ὁπότε ὑποδηλώνεται ὅτι ἔχει ζωή, ἀλλά ἀπό τά ἔργα του φαίνεται ὅτι εἶναι νεκρός πνευματικά, πεθαμένος ὡς πρός τόν Θεόν.
Αὐτός ὁ λόγος εἶναι φοβερός, φοβερότερος ἀπό ὅλους τούς λόγους πού λέγεται γιά τούς Ἐπισκόπους στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου. Εἶναι κάποιος Χριστιανός, γίνεται Κληρικός, ἔχει τήν Χάρη τῆς τελέσεως τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, ἀσκεῖ τήν ποιμαντική διακονία, ἀλλά εἶναι πνευματικά νεκρός ὡς πρός τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή τελεῖ τά Μυστήρια, ἀλλά δέν ἔχει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν λεγομένη πνευματική καί χαρισματική ἱερωσύνη. Ὅπως γράφει ὁ ἱερός Νικόλαος Καβάσιλας, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ Κληρικοῦ μεταβάλλει τόν ἄρτο καί τόν οἶνο σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, ἀλλά ὁ Χριστός διά τοῦ Σώματός Του δέν ἁγιάζει τόν Κληρικό. Δέν ἀρκεῖ νά ἔχει κανείς τήν Χάρη τῆς ἱερωσύνης, ἀλλά πρέπει νά ἔχει ἐνεργουμένη καί τήν Χάρη τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος. Βεβαίως, ἐπειδή τά ὅσα λέγει ὁ Χριστός στίς Ἐπιστολές αὐτές ἀναφέρονται καί στίς Ἐκκλησίες, ἐδῶ σημαίνει ὅτι αὐτή ἡ πνευματική νέκρωση τοῦ Ἐπισκόπου μεταδίδεται καί στά ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Χριστός λέγει στόν Ἐπίσκοπο ὅτι τόν δοκίμασε καί βρῆκε ὅτι τά ἔργα του δέν μποροῦν νά σταθοῦν μπροστά στόν Πατέρα Του, ὁπότε εἶναι πλήρης ἀποτυχία τά ἔργα του καί ἡ διακονία του. Γι’ αὐτό τοῦ συνιστᾶ νά θυμᾶται αὐτά πού ἔλαβε καί ἄκουσε ἤ καί τό ἀντίστροφο, νά θυμᾶται αὐτά πού ἄκουσε καί ἔλαβε, καί νά μετανοήση. Ἡ μετάνοια δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ἀλλαγή σκέψεων, ἀλλά ἀλλαγή ζωῆς, εἶναι ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ, εἶναι ἡ ἐπιστροφή ἀπό τό παρά φύσιν στό κατά φύσιν καί ἀπό ἐκεῖ εἶναι ἡ ἄνοδος στό ὑπέρ φύσιν, δηλαδή ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ζωή τῶν παθῶν καί ἡ ἐπιστροφή στόν Θεό.
Τόν διαβεβαιώνει ὅτι ἐάν δέν μετανοήση, ἐάν δέν ξυπνήση ἀπό τόν πνευματικό θάνατο, θά ἔλθη ὅπως ἔρχεται ὁ κλέπτης τήν νύκτα, χωρίς νά προειδοποιῆ. Αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι ἄγνωστος ὁ χρόνος τοῦ θανάτου μας, ἀλλά εἶναι καί ἄγνωστος ὁ χρόνος τοῦ τέλους τοῦ κόσμου καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ παροῦσα βιολογική ζωή εἶναι ζωή προετοιμασίας γιά τήν μέλλουσα αἰώνια ζωή, δέν εἶναι περίοδος ἀδιαφορίας καί ἁμαρτιῶν. Ὁ Χριστός μᾶς δίνει πολλές εὐκαιρίες μετανοίας, καί χρειάζεται νά τίς ἀξιοποιοῦμε.
Δυστυχῶς, ἔχουμε τήν αἴσθηση τῆς αἰωνιότητος σέ αὐτήν τήν ζωή, ὅτι θά ζήσουμε πολλά χρόνια, αἰώνια σέ αὐτόν τόν κόσμο, καί διώχνουμε κάθε σκέψη γιά τό αἰώνιο μέλλον μας. Σέ πολλούς, ὅμως, ὑπάρχει καί ἡ σκέψη ὅτι ὁ θάνατος εἶναι εἴσοδος στό «ἀπόλυτο μηδέν», στήν ἀνυπαρξία, σάν νά γινόμαστε μετά τόν θάνατο μιά «ἀστρο-σκόνη». Μιά τέτοια σκέψη συνιστᾶ πρακτική καί θεωρητική ἀθεΐα, γιατί εἶναι ἄρνηση τῶν ὅσων εἶπε ὁ Χριστός γιά τήν αἰώνια ζωή. Ἐάν ἔχουμε τέτοιες σκέψεις, τότε δέν εἴμαστε πραγματικoί Χριστιανοί.
Ὅμως, τό ἐκπληκτικό στήν Ἐκκλησία τῶν Σάρδεων εἶναι ὅτι, ἐνῶ ὁ Ἐπίσκοπός της ἦταν πνευματικά νεκρός, ὑπῆρχαν μερικοί Χριστιανοί, πού δέν μόλυναν τά ἰμάτιά τους καί γι’ αὐτό θά περπατήσουν μαζί Του, μέ τόν Χριστό, μέσα στά λευκά, ἐπειδή εἶναι ἄξιοι. Πρόκειται γιά ἁγίους οἱ ὁποῖοι δέν μόλυναν τά σώματά τους καί μέσα τους ὑπάρχει τό Φῶς τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν βαπτιστήκαμε, γίναμε μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἔχοντας τό Φῶς τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Γι’ αὐτό ἀμέσως μετά τό Βάπτισμα μᾶς ἔνδυσαν μέ λευκά ἐνδύματα καί ψάλλαμε τό ἀποστολικό χωρίο: «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε, ἀλληλούϊα» (Γαλ. δ΄, 27). Φῶς εἶναι ὁ Χριστός καί ἔτσι Τόν εἶδαν οἱ Μαθητές ἐπάνω στό ὄρος Θαβώρ, ἀλλά φῶς γίνονται καί ὅσοι εἶναι μέλη τοῦ Σώματός Του. Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι τό Φῶς στόν Χριστό εἶναι κατά φύση, σέ ἐμᾶς εἶναι κατά Χάρη, δηλαδή ἐμεῖς μετέχουμε κατά Χάρη τοῦ Φωτός.
Ἐπίσης, στήν Ἐπιστολή αὐτή δίνεται ἡ διαβεβαίωση ὅτι αὐτός πού θά νικήση «τά πάθη τῆς σαρκός» θά ἔχη τρία ἀποτελέσματα. Πρῶτον θά περιβληθῆ μέ λευκά ἱμάτια τῆς νίκης πού εἶναι ἡ μετοχή τοῦ Φωτός τοῦ Θεοῦ, δέν θά λάμπουν μόνον οἱ ψυχές τους, ἀλλά καί τά σώματά τους. Δεύτερον, τό ὄνομά τους πού γράφτηκε στό βιβλίο τῆς ζωῆς θά μείνη ἀνεξάλειπτο, πού σημαίνει ὅτι δέν εἶναι δεδομένη ἡ σωτηρία μας μετά τό βάπτισμα, ἀλλά χρειάζεται καί ἀγώνας σέ ὅλη τήν ζωή μας, μέ τήν κάθαρση καί τόν φωτισμό. Καί τρίτον ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός θά τόν χαρακτηρίση ὡς δικό Του, κατά τήν Δευτέρα Παρουσία Του, ἔτσι θά τόν χαρακτηρίση καί ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων Του, θά τόν ὁμολογήση ὡς νικητή. Αὐτό εἶναι συνέπεια ὅτι ὁ Χριστός τόν γνώριζε κατά τήν διάρκεια τῆς ζωῆς του ὡς δικό Του, καί ἔτσι θά τόν ὁμολογήση μπροστά στόν Πατέρα Του, ὅπως ὁ Ἴδιος εἶπε στούς μαθητές Του: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς• ὅστις δ᾿ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγώ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ι΄, 32).
Ἡ Ἐπιστολή στόν Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σάρδεων δείχνει ὅτι ὅλοι ἔχουμε εὐθύνη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, Κληρικοί καί λαϊκοί. Οὔτε οἱ Κληρικοί πρέπει νά ἐφησυχάζουν, διότι ἔχουν ἱερά ἀποστολή, ἀλλά οὔτε καί οἱ λαϊκοί-Χριστιανοί νά δικαιολογοῦνται ὅτι δέν ἔχουν καλή καθοδήγηση. Ὁ Χριστός διευθύνει τήν Ἐκκλησία καί τίς ἐπί μέρους Ἐπισκοπές, ἄρα ἔχουμε εὐθύνη, ὅταν ἀδιαφοροῦμε.
Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.