E-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μ. Ζ. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Φωτοθήκη από τη χειροτονία σε Διάκονο του π. Ισιδώρου Αρβανιτάκη

Πρωί Κυριακής του Παραλύτου, εορτή των Αγίων Μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας στον ομώνυμο και πανηγυρίζοντα Ναό τους στην κωμόπολη Μαχαιράδο Ζακύνθου, λειτουργούντος του Σεβ. Μητροπολίτου Ζακύνθου κ. Διονυσίου Δ΄.


































Η Κυριακή του Παραλύτου 2015 στην Αγία Φωτεινή Σμύρνης

Πρωί Κυριακής, 3ης Μαΐου 2015, λειτουργούντος του π. Κυρίλλου Συκή 















Λόγος εόρτιος περί των Αγίων Μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας

του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτη Καποδίστρια,
Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου,
κατά τον Αναστάσιμο Εσπερινό της μνήμης των Αγίων, στον φερώνυμο Ναό Μαχαιράδου Ζακύνθου 
(2 Μαΐου 2015)

Ήπλωσε Χριστός χείρας εν σταυρώ πάλαι,
Ήπλωσε και νυν Μαύρα συν Τιμοθέω”.

Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα της καθ' ημάς Μητροπόλεως κ. Διονύσιε, 
Σεβασμιώτατε Γέροντά μας Άγιε Δωδώνης κ. Χρυσόστομε, 
Σεβαστοί Πατέρες και Συμπρεσβύτεροι, 
Φιλέορτο εκκλησίασμα, 

Στους δύο ανωτέρω στίχους, με τους οποίους άρχισα την ομιλία μου, περικλείεται λιτά (και ως εκ τούτου άκρως μεγαλειωδώς) η ζωή και η θυσία ενός αξιοθαύμαστου κι ένθεου ανδρόγυνου: Του Τιμοθέου και της Μαύρας, των οποίων -με τόση επισημότητα και κατάνυξη- την μνήμη πανηγυρίζουμε, ώστε να τους τιμήσουμε, ή -σωστότερα- να τιμηθούμε εμείς κυρίως από την μαρτυρική φυσιογνωμία τους.

Νέος ιερέας ο Τιμόθεος, ωραιοτάτη (στην ψυχή και το σώμα) η Μαύρα, σε μιαν εποχή δυσχερέστατη για τους Χριστιανούς, εξαιτίας των σκληρότατων διωγμών εκείνων των πρώτων χριστιανικών αιώνων. Σ' έναν τόπο λίκνο αγίων και μαρτύρων της Πίστης, την Θηβαΐδα της Αιγύπτου, όπου πολύ σύντομα τους δόθηκε η ευκαιρία, αφενός μεν να θέσουν στην υπηρεσία του λαού την πάσα ιεραποστολική διάθεσή τους, αφετέρου δε -και ως συνέπεια του προηγουμένου- να εναντιωθούν, χάριν της ορθής πίστης, στο ειδωλολατρικό κατεστημένο της περιοχής τους. Αναμετρήθηκαν ευθέως με το Ψέμα και το Κάλπικο τής μέχρι τότε επιπλέουσας θρησκείας και γι' αυτό πολύ γρήγορα βρέθηκαν και οι δύο ενώπιοι ενωπίοις με τα αδίστακτα όργανα καταστολής όσων τολμούσαν να ορθώσουν το ανάστημά τους, αμφισβητώντας την παντοκρατορία των ειδώλων και την θλιβερή μονοκρατορία του Ρωμαίου αυτοκράτορα ως επίγειου, δεκάτου τρίτου θεού.

Έτσι, τότε κλήθηκαν να ομολογήσουν πάλι και πάλι Χριστόν Εσταυρωμένον και Αναστάντα”, ώσπου οδηγήθηκαν στο μαρτύριο θαρρετά και αγόγγυστα, ωσάν να επρόκειτο για μια νεότερη γαμήλια τελετή. Και όντως περί αυτού ακριβώς πρόκειται: Ο Γεώργιος ιερεύς ο Ιωαννούλης, Ζακύνθιος επιφανής υμνογράφος, γεραίροντας την σθεναρή στάση των δύο μαρτύρων, γράφει: “Τω έρωτι της του Χριστού αγάπης, τρωθέντες οι πανεύφημοι, πάσαν την του προσκαίρου βίου χλιδήν κατεφρόνησαν και τα πάθη αυτού ζηλώσαντες, εν σταυρώ ως αυτός δι' αυτόν ετανύθησαν”. Καθ' ομοίωσιν, λοιπόν, του ιδρυτού της πίστης μας, κατακλυζόμενοι κι εμφορούμενοι από την Χάρη Εκείνου και τον Θείο Έρωτα του Νυμφίου των ψυχών τους, αξιώθηκαν να οδηγηθούν στον σταυρικό θάνατο υπέρ Εκείνου. Όχι μονάχα λόγοις, αλλά και έργοις. Όχι κοντά Του στα εύκολα, αλλά κυρίως στα δύσκολα. Όχι μονάχα επιδερμική αγάπη, αλλά την “πάσαν ζωήν” τους την παρέδωσαν σ' Εκείνον. Το αίμα τους αθώο, τιμιώτατο και πανίερο εκόσμησε και εκλέϊσε την Εκκλησία, την εστήριξε και την επότισε, συνεχίζοντας την παράδοση του Πρώτου Διδάξαντος, ώστε ως δέντρο καλλίκαρπο κι ευσκιόφυλλο, να συνεχίζει στο διάβα των αιώνων το αναστατικό έργο της.

Όλες αυτές οι σκέψεις μας, αγαπητοί συνεορταστές, εκτέθηκαν απόψε τιμώντας αξιοχρέως δύο σεπτές μορφές της αρχαίας Χριστιανοσύνης! Όμως, είκοσι αιώνες μετά, είναι ανάγκη, αν θέλουμε όντως να τιμήσουμε τους αγίους Τιμόθεο και Μαύρα, να σταθούμε με ταπείνωση και κριτική διάθεση έναντι του εαυτού μας και μάλιστα του παλαιού, συχνότατα δε του παμπάλαιου εαυτού μας. Αυτού, που γνωρίζει το δέον, αλλ' αμελεί. Αυτού, που δέχεται τις διαρκείς ευεργεσίες του Ουρανού ξεκάθαρες και πασιφανείς, αλλά συνήθως τις ερμηνεύει κατά το δοκούν, παραθεωρώντας την μόνη κυριότητα του “Θεού των θεών και Κυρίου των κυρίων”. Του εαυτού μας, εξάλλου, ο οποίος περιορίζεται σε μιαν ανούσια, άχρωμη και άγευστη φυτο-ζωή, δίχως να θέλει να μετέχει στην εν Χριστώ ζωή, την όντως ζωή. Αυτού του εαυτού, ο οποίος στην πρώτη δύσκολη περίστατη δεν δειλιάζει να λησμονήσει τον ουράνιο Ευεργέτη, ομολογώντας νέες πίστεις, νεοφανείς δοξασίες, ασπόνδυλες ιδεολογίες άδειες από Θεό και από κάθε ουσιαστική πνευματικότητα.

Το χειρότερο όμως δεν είναι όλες αυτές (και άλλες πολλές, που θα μπορούσαμε ν' απαριθμήσουμε) πτώσεις, αλλά η επηρμένη στάση μας έναντι του θείου. Το να συνηθίζουμε ή και να καυχιόμαστε γι' αυτή την συμπεριφορά μας, το να εμμένουμε στην κατάσταση της αποστασίας και της παρακοής, προβιβάζοντας σε δόγμα την δική μας περί των θείων πραγμάτων άποψη, ούτως ώστε να χαρακτηρίζει την σύγχρονη ανθρωπότητα το κοινώς λεγόμενον: “Ο καθείς και η αίρεσή του”...

Ξέρετε, αγαπητοί μου, αποτελεί ουσιώδη πεποίθηση της διαιώνιας αγιοπατερικής Παράδοσης ότι δεν είναι τόσο αποτρόπαιο το ν' αμαρτάνει ο άνθρωπος, όσο το να εμμένει στην όποια πλάνη του, διατυμπανίζοντας μάλιστα ως αυθεντικό το Κάλπικο και ως ορθόδοξο ή και θεάρεστο το προσωπικό του Ιδιότροπο. Ενθυμούμαι το του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου σοφό: “Το πίπτειν ανθρώπινον, το εμμένειν εωσφορικόν, το μετανοείν θείον”.

Στον δικό μας καιρό και τόπο, καιρό γενικευμένης πνευματικής παχυδερμίας κι έσω τρομοκρατίας – τόπο αλλιώτικης αθέατης ειδωλολατρίας και πανδημικής κρίσης, το ευθυτενές παράστημα του μαρτυρικού ανδρόγυνου Τιμοθέου και Μαύρας μπορεί ν' αποτελέσει τύψη για τον καθένα από εμάς, που έχει ξεστρατίσει “εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω”. Τύψη αναστατική, λυτρωτική, η οποία θα οδηγήσει στην ανακάλυψη και ανάκτηση επιτέλους της χαμένης αθωότητάς μας, εκείνης της κατάστασης άκρας γνησιότητας, που κατείχε ο καθείς μας ως θείο δώρο άμα τη γεννήσει του. Η ψυχή, έστω και κατάχαμα σερνάμενη, επιποθεί πάντα την επιστροφή στην πρότερη αυθεντικότητα. “Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα”, αναφωνεί ο μέγας σύγχρονος ποιητής μας Ελύτης. 

Έε, λοιπόν, εμείς απόψε, προβάλλουμε, άξια και δίκαια, ως Κήρυκες και Σηματωρούς ορθής Πίστης, μαρτυρικού βιώματος και ανιδιοτελούς αυταπάρνησης τους αγίους Τιμόθεο και Μαύρα. Με ταπείνωση και αυτομεμψία τούς ατενίζουμε, αισθανόμενοι ολίγοι και μειονεκτικοί μπροστά στην αεί δοξαζόμενη παρουσία τους, προσκυνούμε τον Μεγάλο Αθλοθέτη Κύριο και παραδειγματιζόμαστε για την προσωπική επιστροφή από την χώρα της ασωτίας μας στην θαλπωρή της πατρικής αγκαλιάς, δίχως πια αναβολές. Ταυτόχρονα, επαναλαμβάνουμε αγαλλομένη καρδία: “Χαίροις, (...) πανσέβαστον ζεύγος, γενναιότατοι αθληταί, Τιμόθεε μάρτυς, συν τη σεπτή συνάθλω, Μαύρα τη στερροτάτη ημών το καύχημα”.