Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Από την Προδοσία στην Πεντηκοστή

Σχολιάζει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΛΑΝΤΗΣ 

Στην αφήγηση της Καινής Διαθήκης ο Ιούδας προδίδει (δια φιλήματος), ο Χριστός σταυρώνεται, αλλά και ανίσταται εκ νεκρών. Οι μαθητές λιγοστεύουν, όχι επειδή ο Ιούδας δείχνει τον Ιησού στους σταυρωτές του, αλλά διότι δεν επιλέγει εν τέλει το δρόμο της μετάνοιας. Ακόμη και μετά την Ανάσταση, και αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό, δεσπόζει αμηχανία μεταξύ των πιστών του Κυρίου. Συμβαίνουν παράδοξα πράγματα, όμως κυριαρχεί ο δισταγμός, ίσως όμως μεταξύ κάποιων και μια διάθεση μελαγχολίας και παραίτησης. Πρέπει να έλθει το Πνεύμα για να πυροδοτηθεί το θαύμα της εξάπλωσης της Εκκλησίας. Και έρχεται, ως λυτρωτική βιαία πνοή.

Πρέπει να αποφεύγουμε τους επιπόλαιους παραλληλισμούς, από τη Βίβλο όμως αντλούμε διδάγματα και έμπνευση. Η Σύνοδος θα γίνει. Το Πνεύμα δύναται να ενεργήσει ακόμη και σε μια μικρή ζύμη, η οποία θα κληθεί να ζυμώσει όλο το φύραμα. Αρκεί η πίστη. Ο Πέτρος σταμάτησε να περπατάει στα κύματα όταν την έχασε. Νομίζω πως είναι και καιρός προσευχής: Αυτοί που εκίνησαν την πτέρναν, αυτοί που επέλεξαν το δρόμο της προδοσίας, να μετανοήσουν. Να μην έχουν την τύχη του Ιούδα. Γένοιτο!

Ορθοδόξων ανορθόδοξα!

"... Το λυπηρό θα είναι ότι την Πεντηκοστή στην Θεία Λειτουργία που θα γίνει από τους Προκαθημένους, η αναφορά των ονομάτων στα Δίπτυχα, αυτών που θα απουσιάζουν, περισσότερο με προσκλητήριο νεκρών θα μοιάζει..."

Γράφει ο Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Φραγκουλάκης 

[Κωνσταντίνα Κατρακάζου, «Απουσία», μικτή τεχνική, 2012]

Όχι, λοιπόν, στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο και από τη Μόσχα. Σίγουρα είναι άσχημο, όμως δεν μπορώ να καταλάβω γιατί σε σχέση με τις άλλες Εκκλησίες, δίδεται τόση σημασία στο Πατριαρχείο Μόσχας. Τι το διαφορετικό έχει; Με τρόπο ανορθόδοξο "άρπαξε" την αυτοκεφαλία του και θέλει και το προβάδισμα έναντι όλων των Ορθοδόξων. Αμφισβητεί την Οικουμενικότητα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και προσπαθεί πάντα να μειώνει τον Οικουμενικό. Έχετε δει σε επίσημα έγγραφα του να αποκαλεί ποτέ τον Παναγιότατο, Οικουμενικό; Είναι οι περισσότεροι λένε και δεν τους το αμφισβητεί κανένας. Όμως αυτό τι σχέση μπορεί να έχει με την υπερφυλετική, την οικουμενική Ορθοδοξία μας; Ο Μακαριότατος Πατριάρχης Μόσχας είχε δηλώσει στην πρώτη σύναξη των Προκαθημένων στο Φανάρι, τον Μάρτιο του 2014 ότι, "πρώτα είμαστε για το έθνος".

Το καταλαβαίνουν άραγε αυτό όλοι όσοι πανηγυρίζουν και εκθειάζουν τις παραιτηθείσες Εκκλησίες από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο ή, παρασυρμένοι από το μίσος τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στον Οικουμενικό Πατριάρχη, δεν αντιλαμβάνονται ότι, έτσι κι αλλιώς, εκτός από "γιαλαντζί" ορθόδοξοι που είναι, γίνονται και εθνικά επικίνδυνοι; Τόση τύφλα πια τους έχει δημιουργήσει το μίσος;

Καλά κάνει η Ρωσία και δεν συμμετέχει, γιατί πρόκειται για Σύνοδο των Ορθοδόξων, δεν είναι Σύνοδος των Ρώσων ή των Βουλγάρων ή οποιουδήποτε άλλου ρωσικού δορυφόρου. Δεν θα ανακόψει τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας η όποια προσπάθεια τους, που βρίσκουν πρόσκομμα ότι δήθεν δεν πρόλαβαν να μελετήσουν τα κείμενα. Δεν πρόλαβαν όμως την υπογραφή τους την έβαλαν και τώρα την αθετούν. Με τόση σοβαρότητα μεταχειρίζονται την Εκκλησία; Είπαμε ξείπαμε και τα ξαναλέμε; Και το άηθες και ενοχλητικό είναι ότι περίμεναν να εκφράσουν την υποτιθέμενη αντίθεσή τους στην κυριολεξία στο παρά πέντε.

Τώρα, τι γίνεται τώρα; Αυτό που είπε στην δήλωση του ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Γερμανίας κ. Αυγουστίνος δυστυχώς επιβεβαιώνεται: "Όσοι μέχρι τώρα είπαν «όχι» στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο έβλαψαν ασφαλώς τον εαυτό τους αλλά δυστυχώς και την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Ελπίζω η Εκκλησία της Ρωσίας να πει αύριο «ναι» για να μην δικαιωθούν αυτοί που ισχυρίζονται ότι πίσω από όλα αυτά είναι η Μόσχα. Ευχαριστούμε τον Οικουμενικό μας Πατριάρχη ο οποίος σοφά απεφάσισε να λάβει, παρά ταύτα, χώραν η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος για να μη γελά όλος ο πολιτισμένος κόσμος. Ένα «όχι» μετά από τόσα πολλά χρόνια προετοιμασίας είναι τουλάχιστον γελοίο. Ας μην υπέγραφαν οι εχθροί της ενότητας της Ορθοδοξίας. «Πάτερ, άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι»".

Οποία όμως διαφορά! Από την Σύνοδο της Μητρός Εκκλησίας που εξελέγη επίσκοπος ο Γερμανίας, από την ίδια Σύνοδο, με άλλη σύνθεση, εξελέγη και άλλος επίσκοπος ο οποίος προφανώς μη αντέχοντας την υιοθεσία μετακόμισε σε άλλη δικαιοδοσία και τώρα "επαναστατικώ δικαιώματι" μοιράζει γραπτούς επαίνους και πιστοποιητικά ορθοδοξότητας, σε όσους μέχρι στιγμής έχουν αποστατήσει.

Όμως, ζει Κύριος των Δυνάμεων. Όπως και αλλού αναφέραμε, είναι το πεπρωμένο της Χριστιανοσύνης, οι δώδεκα να γίνονται ένδεκα. Πάντα θα υπάρχουν τριακονταργυράδες!

Θα συμβεί και τούτη τη φορά αυτό που λέει ο ιερός Χρυσόστομος: "Η Εκκλησία πολεμουμένη νικά· επιβουλευομένη περιγίνεται· υβριζομένη λαμπροτέρα καθίσταται· δέχεται τραύματα και ου καταπίπτει υπό των ελκών· κλυδωνίζεται, αλλ' ου καταποντίζεται· χειμάζεται, αλλά ναυάγιον ουχ υπομένει· παλαίει, αλλ' ουχ ηττάται· πυκτεύει, αλλ' ου νικάται".

Το λυπηρό θα είναι ότι την Πεντηκοστή στην Θεία Λειτουργία που θα γίνει από τους Προκαθημένους, η αναφορά των ονομάτων στα Δίπτυχα, αυτών που θα απουσιάζουν, περισσότερο με προσκλητήριο νεκρών θα μοιάζει.

Ήθελα να' ξερα, το "εις ενότητα πάντας εκάλεσε" υπάρχει μεταφρασμένο στις γλώσσες τους;

Ιδού με τι έωλο σκεπτικό και θλιβερή λογόρροια η Ρωσική Εκκλησία "στρίβει" από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Δήλωση της Ιεράς Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας


Η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ρωσίας επί δεκαετίες μετείχε και εξακολουθεί να μετέχει ενεργώς στην προπαρασκευή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αρχής γενομένης από την Α’ Πανορθόδοξη Διάσκεψη στην Ρόδο το έτος 1961 οι διακεκριμένοι Ιεράρχες και οι κορυφαίοι θεολόγοι της καθ’ημάς Εκκλησίας συνέβαλαν στην επεξεργασία των συνοδικών θεμάτων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων, τα οποία τελικά δεν εντάχθηκαν στην Ημερήσια Διάταξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Προς επιτάχυνση της συγκλήσεως της Συνόδου η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ρωσίας κατ΄επανάληψιν επιβεβαίωνε την προθυμία της δια την λήψη των δι΄ολους τους μετέχοντες της προσυνοδικής διαδικασίας αμοιβαίως αποδεκτών αποφάσεων, ακόμα και σε περίπτωση αποκλίσεως τέτοιων αποφάσεων των προσυμφωνημένων από τις Εκκλησίες αρχών προπαρασκευής της Συνόδου.

Και όμως η αρχή της Πανορθοδόξου ομοφωνίας παραμένει αδιασάλευτο θεμέλιο της προσυνοδικής διαδικασίας, αρχής γενομένης από τη Διάσκεψη της Ρόδου το έτος 1961, η οποία, κατόπιν πρωτοβουλίας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, όρισε: «Ἀποφάσεις τῶν κοινών συνελεύσεων λαμβάνονται μέ πλήρη ὁμοφωνίαν ἀντιπροσωπειῶν τῶν Ἐκκλησιῶν» (Κανονισμὸς τῆς λειτουργίας καὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐν Ρόδῳ Πανορθοδόξου Διασκέψεως, αρθ. 14). Ἐν συνεχείᾳ αυτή η αρχή κατοχυρώθηκε στον Κανονισμό των Πανορθοδόξων Προσυνοδικών Διασκέδεων του έτους 1986: «Ἡ ὑπό τῶν Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων ἀποδοχή τῶν κειμένων ἐπί τῶν καθ’ ἕκαστον θεμάτων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως γίνεται καθ’ ὁμοφωνίαν» (ἄρθ. 16). Η Σύναξη των Ορθοδόξων Προκαθημένων το έτος 2014 επιβεβαίωσε: «Ἅπασαι αἱ ἀποφάσεις, κατά τε τήν Σύνοδον καί κατά τό προπαρασκευαστικόν αὐτῆς στάδιον, λαμβάνονται καθ᾿ ὁμοφωνίαν» (Ἀποφάσεις τῆς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων, ἄρθ. 2а). Η ίδια αρχή κατοχυρώθηκε στον Κανονισμό Οργανώσεως και Λειτουργίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τον οποίο εκπόνησε η από 21 έως 28 Ιανουαρίου 2016 στο Σαμπεζύ Σύναξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Ο ἐν λόγῳ Κανονισμός μεταξύ άλλων προβλέπει ότι η Σύνοδος «συγκαλεῖται ὑπό τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, συμφρονούντων καί τῶν Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασῶν τῶν ὑπό πάντων  ἀνεγνωρισμένων κατά τόπους αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν» (ἄρθ.1).

Η πλειοψηφία των Προκαθημένων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στην ίδια Συναξη ενέκρινε την σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου από 18 έως 27 Ιουνίου 2016 στην Κρήτη. Όμως η αντιπροσωπεία της κατά Αντιόχειαν Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν υπέγραψε ούτε την απόφαση αυτή, ούτε τον Κανονισμό της Συνόδου, αλλά ούτε και το σχέδιο του συνοδικού κειμένου «Το μυστήριον του Γάμου και τα κωλύματα αυτού». Το τελευταίο κείμενο επίσης δεν υπέγραψε η αντιπροσωπεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Γεωργίας. Οι δύο ως άνω Εκκλησίες επικαλέσθησαν σοβαρούς λόγους προς τεκμηρίωση της αποφάσεως αυτών.

Εν τούτοις, η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ρωσίας διά χάριν της επιτυχούς προόδου της συγκλήσεως της Συνόδου έκρινε εφικτό να υπογράψει τα ως άνω κείμενα, ταυτοχρόνως, τόσο κατά την ίδια την Σύναξη, όσο και κατά την επακολουθήσασα αλληλογραφία με τον Παναγιώτατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο, εκφράζοντας πεποίθηση διά την ανάγκη, κατά τον υπόλοιπο χρόνο μέχρι τη Σύνοδο, καταβολής δυναμικών προσπαθειών (ακόμα και στα πλαίσια της συγκροτηθείσης από τη Σύναξη Πανορθοδόξου Γραμματείας) προς εξασφάλιση της συμφώνου γνώμης όλων των Ορθοδόξων επί κειμένων, τα οποία δεν έχουν υπογραφεί από μια ή δύο κατά τόπους Εκκλησίες, κάτι το οποίο θα επέτρεπε τη σύγκληση της Συνόδου. Διά λόγους ανεξάρτητους της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας δεν εξησφαλίσθη η περαιτέρω συζήτηση πανορθοδόξως της διαμορφωθείσης καταστάσως.

Η γενομένη από 2 έως 3 Φεβρουαρίου 2016 Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας ενέκρινε τη θέση της αντιπροσωπείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας στη Σύναξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Σαμπεζύ και στα λοιπά προσυνοδικά όργανα, εκφράζοντας ικανοποίηση διά την ενσωμάτωση στα σχέδια κειμένων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου των απαραιτήτων τροπολογιών και συμπληρώσεων και προκαταρκτικώς τις ενέκρινε εν γένει. Επίσης ανέθεσε στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο τον ορισμό της αντιπροσωπείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας προς συμμετοχή στην Πανορθόδοξο Σύνοδο, κάτι το οποίο και εφήρμοσε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος τον Απρίλιο 2016. Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας κάλεσε το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας «να δέεται ενθέρμως προκειμένου να αποκαλύψει ο Κύριος το θέλημα Αυτού στα μέλη к της επικειμένης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ώστε η σύγκληση αυτής να ενισχύει την ενότητα της Ορθοδοξίας προς συμφέρον της Εκκλησίας του Χριστού, προς δόξαν Θεού και προς διαφύλαξη της αμωμήτου Ορθοδόξου πίστεως».

Συγχρόνως η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας εξέφρασε «την πεποίθηση ότι η ελευθέρα συμμετοχή σε αυτή των αντιπροσωπειών πασῶν των κοινώς ανεγνωρισμένων αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών αποτελεί το ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ της διεξαγωγής της Πανορθοδόξου Συνόδου» και τόνισε ότι «ως εκ τούτου ιδιαίτερη σπουδαιότητα προσλαβάνει η προσυνοδική λύση του προβλήματος, του ανακύψαντος στις σχέσεις μεταξύ των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων» (Αποφάσεις, αρθ. 6).

Με ελπίδα εξασφαλίσεως της συμφώνου γνώμης όλων των Ορθοδόξων, χωρίς την οποία κωλύεται η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ρωσίας άνευ αναβολής προχώρησε στον εξονομασμό των εκπροσώπων της στα όργανα της περαιτέρω προπαρασκευής αυτής και κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, μέσω προσωπικών επαφών και αλληλογραφίας, διά να συμμετάσχει ενεργώς στην προπαρασκευαστική διαδικασία.

Τα παραπάνω συνοδευόταν από τη μελέτη των επί σχεδίων των συνοδικών κειμένων κριτικών παρατηρήσεων, τις οποίες απέστειλαν Ιεράρχες, κληρικοί και λαϊκοί μετά την, κατόπιν πρωτοβουλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας δημοσιεύσεως αυτών, ληξάσης της ἐν Σαμπεζύ Συνάξεως των Προκαθημένων. Παρόμοιες παρατηρήσεις μαζί με όχι σπάνια και κριτική κατά της διαδικασίας προπαρασκευής της Συνόδου, σημειώθηκαν επίσης και στους κόλπους πολλών άλλων κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Προχωρώντας σε διάκριση μεταξύ των εποικοδομητικών παρατηρήσεων και των ανεδαφικών κριτικών της μελλούσης να συνέλθει Συνόδου και των κειμένων αυτής, το Τμήμα Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων προέβη σε σχετική διευκρίνιση και σχολιασμό προς ανταπόκριση σε συγχύσεις, οι οποίες δημιουργούνται στους κόλπους του ποιμνίου. Στις 3 Ιουνίου 2016 η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας αφού μελέτησε επισταμένως τις υποβληθείσες προτάσεις των Ιεραρχών, των κληρικών, των μοναχών και των λαϊκών, ενέκρινε τις τροπολογίες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας στα σχέδια κειμένων της Πανορθοδόξου Συνόδου «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» και «Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας ἐν τῳ συγχρόνῳ κόσμῳ».

Στην ίδια συνεδρία η Ιερά Σύνοδος υπογράμμισε ότι ουσιαστικές τροπολογίες στα σχέδια των συνοδικών κειμένων, οι οποίες ἐν πολλοῖς συγκλίνουν με τις προτάσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας, υποβάλλονται και από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες Γεωργίας, Σερβίας, Βουλγαρίας και Ελλάδος καθώς και από την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους. Και αυτές οι τροπολογίες χρήζουν επιμελούς αξιολογήσεως επί τῳ σκοπῳ της αναζητήσεως της πανορθοδόξου συναινέσεως, της απαραίτητης διά τις συνοδικές αποφάσεις.

Ἐν ταυτῳ ελήφθη υπόψη η από 1ης Ιουνίου 2016 απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Βουλγαρίας περί αναβολής της προγραμματισθείσης από 18 έως 27 Ιουνίου Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της μη συμμετοχής σε αυτή της Εκκλησίας της Βουλγαρίας, εάν δεν ἀνεβάλλετο η Σύνοδος. Ως εκ τούτου η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας σημείωσε ότι η αποχή έστω και μίας εκ των κοινώς ανεγνωρισμένων αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών από τη Σύνοδο «αποτελεί απόλυτο κώλυμα διά τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου».

Τα ως άνω καθώς και το την ώρα της συνεδριάσεως «αβέβαιον της συμμετοχής του Πατριαρχείου Αντιοχείας στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, όπως και η έλλειψη της προκαταρκτικής ομοφωνίας επί του σχεδίου του Κανονισμού της Συνόδου και του κειμένου ‘Το μυστήριο του Γάμου και τα κωλύματα αυτού’» κίνησαν την Ιερά Σύνοδο να δεχθεί την ανάγκη των άνευ αναβολής πανορθοδόξων ενεργειών και να υποβάλει πρόταση στον Παναγιώτατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο μέχρι τις 10 Ιουνίου,το αργότερον, να συγκαλέσει έκτακτη Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη προς αξιολόγηση και αντιμετώπιση της εκτάκτου καταστάσεως, προκειμένου κατόπιν τοιαύτης συνεδριάσεως οι Ορθόδοξες Εκκλησίες να αποφανθούν περί της συγκλήσεως της Πανορθοδόξου Συνόδου στις προκαθορισμένες ημερομηνίες.

Με απόφαση της Ιεράς Συνόδου η ἐν λόγῳ πρόταση αμέσως κοινοποιήθηκε προς τον Παναγιώτατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο και όλους τους Προκαθημένους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Στην απάντησή του (Γράμμα υπ’αριθμ. Πρωτ. 676 και ημερομ. 9η Ιουνίου 2016 ) ο Παναγιώτατος Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναφέρει ότι υπό της Αγίας και Ιεράς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως «νέα ἔκτακτος Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις δέν ἐκρίθη δυνατή ἅτε μή ὑπάρχοντος θεσμικοῦ πλαισίου διὰ τήν σύκλησιν αὐτῆς καὶ μάλιστα ἐλάχιστας ἡμέρας πρὸ τῆς…ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου». «Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐπιφυλάξεις ἀδελφῶν τινων Ἐκκλησιῶν καὶ τὸ ἀβέβαιον τῆς συμμετοχῆς αὐτῶν εἰς τὴν Σύνοδον» ο Προκαθήμενος της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας είναι πεπεισμένος ότι «θέλουσιν εὐοδωθῇ αἱ καταβαλλόμεναι προσπάθειαι ὅπως ἀρθῶσι τὰ παρεμβαλλόμενα ἐμπόδια καὶ  συμμετάσχωσιν ἅπασαι αἱ Ἐκκλησίαι εἰς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον, ἡ ἀναβολὴ ἤ ματαίωσις τῆς ὁποίας τὴν δωδεκάτην ὥραν, μετὰ προετοιμασίαν δεκαετιῶν ὁλοκλήρων, ἤθελεν ἐκθέσει διεκκλησιαστικῶς καὶ διεθνῶς τὴν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Ἐκκλησίν καὶ τρώσει ἀνεπανορθώτως τὸ κῦρος αύτῆς».

Ἐπισυναπτομένως ελάβαμε και το ανακοινωθέν περί γενομένης στις 6 Ιουνίου εκτάκτου συνεδρίας της Ιεράς Ενδημούσης Συνόδου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο ενημερώνει ότι «ἡ Ἱερὰ Ἐνδημοῦσα Σύνοδος, μετ’ἐκπλήξεως καὶ ἀπορίας ἐπληροφορήθη τὰς ἐσχάτως ἐκφρασθείσα θέσεις καὶ ἀπόψεις ἐνίων ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ, αξιολογήσασα αὐτὰς, διεπίστωσεν ὅτι οὐδὲν θεσμικὸν πλαίδιον ὑφίσταται πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς ἤδη δρομολογηθείση συνοδικῆς διαδικασίας». Παράλληλα η ημερομηνία συγκλήσεως της Συνόδου χαρακτηρίζεται ως αποφασισθείσα πανορθοδόξως, ἐν τούτοις, ὅπως εσημειώθη ανωτέρω, η Εκκλησία της Αντιοχείας δεν υπέγραψε την απόφαση αυτή.

Εν τω μεταξύ η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Αντιοχείας στη συνεδρία αυτής στις 6 Ιουνίου 2016, κατόπιν παραθέσεως των εξαντλητικών τεκμηρίων υπέρ αναβολής της συγκλήσεως της Συνόδου, ομοφώνως αποφάσισε:

«1. Να καλέσει την Αυτού Παναγιότητα τον Οικουμενικό Πατριάρχη να καταβάλει περισσότερο κόπο προς την κατεύθυνση της ομοφωνίας σε όλες τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν από τις Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και που αφορούν την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, κατά τη χρονική περίοδο που μας χωρίζει από την ημερομηνία συγκλίσεως της Συνόδου αυτής. Αν οι προσπάθειες για την επίτευξη ομοφωνίας φτάσουν σε αδιέξοδο, τότε η Εκκλησία της Αντιοχείας θα καλέσει να αναβληθεί η σύγκλιση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για μεταγενέστερη ημερομηνία, όταν θα επικρατήσουν ειρηνικές σχέσεις μεταξύ όλων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και θα εξασφαλιστεί η Ορθόδοξη ομοφωνία περί των θεμάτων της Συνόδου και του Κανονισμού της, αλλά και της διαδικασίας οργανώσεως αυτής,

Να μη συμμετάσχει το Πατριαρχείο Αντιοχείας στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο μέχρι να διαλυθούν όλοι οι λόγοι που εμποδίζουν τη συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία κατά τη διάρκεια της Συνόδου, όταν βρεθεί μια οριστική λύση σχετικά με την εισπήδηση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στα όρια του Πατριαρχείου Αντιοχείας, η οποία οδήγησε σε διακοπή κοινωνίας με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων,
Να επιβεβαιώσει για ακόμη μια φορά τη σημασία της συμμετοχής όλων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησίων στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο και τη λήψη των αποφάσεων της με την παρουσία και την ομοφωνία πάντων, σύμφωνα με την αρχή της ομοφωνίας, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ενότητα της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας,
Να απευθυνθεί σε όλες τις Ορθόδοξες εκκλησίες ενημερώνοντάς αυτές για το περιεχόμενο των θέσεων της Αντιοχείας και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτές,
Να καλέσει τους πιστούς να συμμετάσχουν με την προσευχή τους, μαζί με τους ποιμένες τους, για να εμπνέει το Άγιο Πνεύμα την Εκκλησία, κατά την πορεία της προς την ενότητα, για χάρη της ενωμένης μαρτυρίας για τον Χριστό στον κόσμο».
Αυθημερόν, στις 6 Ιουνίου, ο Αγιώτατος Πατριάρχης Σερβίας Ειρηναίος απέστειλε Γράμμα προς τον Παναγιώτατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο και προς πάντας τους Προκαθημένους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, στο οποίο αφού απαρίθμησε τα υφιστάμενα προβλήματα, τόνισε ότι διά τους παραπάνω λόγους η Ορθόδοξος Εκκλησία της Σερβίας «δυσκολεύεται νὰ συμμετάσχῃ ἐν τῇ συγκληθείσῃ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Συνόδῳ καὶ προτείνει τὴν ἐπὶ τινα χρόνον ἀναβολὴν αὐτῆς».

Στις 10 Ιουνίου 2016 σε συνεδρίασή της συνήλθε η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Γεωργίας, η οποία κατόπιν παραθέσεως των υφισταμένων προβλημάτων, σημείωσε ότι αυτά επιλύονται μέσα από σύντονο εργασία, παράλληλα δέχθηκε ότι « σήμερον εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ὁμόνοια δέν ἔχει εἰσέτι ἐπιτευχθῆ», ενώ «ὁ στόχος τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἦτο καί εἶναι ἡ προβολή τῆς ὁμοψυχίας τῶν Ὀρθοδόξων». Όθεν η Εκκλησία της Γεωργίας «ὡς καί ἄλλαι Ἐκ­κλησίαι, ζητοῦμεν νά ἀνα­βληθῇ ἡ Σύνοδος, ἕως ὅτου ἐπιτευχθῇ πλήρης ὁμόνοια». Ως εκ τουτου η Ιερά Σύνοδος απεφάνθη: «Ἡ Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας νά μή συμμετάσχῃ εἰς τήν προγραμματισθεῖσαν εἰς τάς 17-26 Ἰουνίου ἐ.ἔ. εἰς τήν Κρήτην Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον».

Επομένως, οι τέσσερις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, εκείνες της Αντιοχείας, Γεωργίας, Σερβίας και Βουλγαρίας εξέφρασαν τη γνώμη υπέρ αναβολής της Συνόδου, με τις τρεις εξ αυτών, δηλαδή, της Αντιοχείας, της Γεωργίας και της Βουλγαρίας να έχουν δηλώσει την αποχή τους από την προγραμματισθείσα από 18 έως 27 Ιουνίου Σύνοδο. Ενώ δεν αποδέχθηκε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως την πρόταση της Ορθοδόξου Εκκλησία της Ρωσίας περί συγκλήσεως της εκτάκτου Πανορθοδόξου Προσυνοδικής Διασκέψεως. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, προφανώς δεν εφαρμόζεται ο απαραίτητος όρος δια την σύγκλησιν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ο οποίος θέλει «συμφρονούντων καί τῶν Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασῶν τῶν ὑπό πάντων  ἀνεγνωρισμένων κατά τόπους αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν» (Κανονισμός Οργανώσεως και Λειτουργίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αρθ. 1).

Η μόνη εφικτή λύση σε αυτή την περίπτωση είναι η συνέχιση της προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου με την εξασφάλιση της ομοφώνου γνώμης όλων των Ορθοδόξων περί της συγκλήσεως αυτής σε μία άλλη χρονική στιγμή.

Ως εκ των άνω προς εφαρμογή της αποφάσεως της από 2 έως 3 Φεβρουαρίου 2016 γενομένης Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας (Αποφάσεις, αρθ. 6), η Διαρκής Ιερά Σύνοδος αποφασίζει:

Να υποστηρίξει τις προτάσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών Αντιοχείας, Γεωργίας, Σερβίας και Βουλγαρίας περί αναβολής της Πανορθοδόξου Συνόδου και συγκλήσεως αυτής τη χρονική στιγμή, η οποία θα πρέπει να καθορισθεί ἐν τῳ περαιτέρω κατόπιν πανορθοδόξου συζητήσεως  και με απαραίτητο όρο την εξασφάλιση της συμφώνο γνώμης  των Προκαθημένων των όλων κοινώς ανεγνωρισμένων κατά τόπους αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών˙
Η σχετική πρόταση να αποσταλεί αμέσως προς τον Παναγιώτατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο και προς πάντας τους Προκαθημένου των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών˙
Σε περίπτωση κατά την οποία η Αγιωτάτη Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ούτε και αυτή την πρόταση θα δεχθεί, ενώ η Σύνοδος στην Κρήτη θα συγκληθεί, παρά την αντίθετη γνώμη ενίων κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, μετά βαθείας λύπης να ανακοινώσει την αδυναμία της συμμετοχής σε αυτή της αντιπροσωπείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας˙
Να συνεχίσει παντοιοτρόπως να καταβάλλει προσπάθειες προς ενίσχυση της πανορθοδόξου συνεργασίας διά την προετοιμασία της μελλούσης να συνέλθει της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, η οποία καλείται να αποτελέσει αληθινή μαρτυρία της ενότητας της Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας˙
Να επαναδιατυπώσει τη γνώμη ότι προς την επιτυχή έκβαση της προσυνοδικής προετοιμασίας θα εδύνατο να συμβάλει η εντατικοποίηση του πραγματικού έργου της Πανορθοδόξου Γραμματείας, στα πλαίσια της οποίας κρίνεται εφικτή η μελέτη προτάσεων λύσεως των προβληματικών θεμάτων, διευθετήσεως των υφισταμένων διαφωνιών, επεξεργασίας των απαραιτήτων κειμένων και άρσεως κάθε εμποδίου προς σύγκληση και θεάρεστον έκβαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας˙
Να δεχθεί, ως λίαν ευκταίον, λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις στους κόλπους πολλών κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, στην μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδο να μετάσχουν όλες οι Αρχιερείς των Αγίων του Θεού Εκκλησιών απεριορίστως, επειδή τούτο, ασφαλῶς, θα προσδώσει μεγαλύτερο κύρος πανορθοδόξως στις λαμβανόμενες συνοδικές αποφάσεις.
«Τὸ γὰρ τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλὰ ἑνώσεώς ἐστι καὶ συμφωνίας ὄνομα», διδάσκει ο Ιερός Χρυστόστομος (Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Κορινθίους ἐπιστολήν Α΄. Ομιλία 1,1, Υπόθεσις τῆς πρὸς Κορινθίους πρώτης ἐπιστολῆς). Διά χάριν συμφωνίας και ομοφροσύνης, ἐν πνεύματι συγκαταβάσεως και αδελφικής αγάπης, άνευ της προς αλλήλους μομφής και χωρίς να προκαλέσουμε νέα τραύματα στο Θεανθρώπινο Σώμα της Εκκλησίας, προσέχοντας ο ένας τον άλλο και ακόμα περισσότερα την Θεία Αποκάλυψη, η οποία σφραγίσθηκε στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, πρόκειται να ακούσουμε «τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις» (Αποκ. 2.7) και να πάρουμε τα απαραίτητα διδάγματα από τα σφάλματα, τα οποία, εξαιατίας της ανθρωπίνης αδυναμίας, διαπράχθησαν κατά την τρέχουσα πορεία προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ούτως ώστε, του Θεού συνεργούντος, να φθάσουμε στην άνευ εμποδίων πραγμάτωση αυτού του μεγάλου εγχειρήματος προς δόξαν Θεού και μεγαλύτερο συμφέρον της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Η Ιερά Σύνοδος και πάλι καλεί τους Αρχιερείς, τους κληρικούς, τους μοναχούς και τους λαϊκούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας να προσεύχονται θερμώς προκειμένου ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ἐν τῃ ὑποθέσει ταύτῃ να αναδείξει την πανίσχυρον βοήθεια και το άγιον θέλημα Αυτού.

Το Συμβούλιο των Χριστιανικών Εκκλησιών Βαυαρίας καλεί σε προσευχή υπέρ της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου

Μας ενημερώνει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΛΑΝΤΗΣ 


Το Συμβούλιο των Χριστιανικών Εκκλησιών της Βαυαρίας (Arbeitsgemeinschaft Christlicher Kirchen in Bayern) έστειλε επιστολή υπογεγραμμένη από τον πρόεδρό του δρ. Bertram Meier με τη σύσταση όλες οι Εκκλησίες-μέλη του να προσευχηθούν την ερχόμενη Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016, για την ευόδωση των εργασίων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας. 

Είκοσι διαφορετικές Εκκλησίες με τις πολυάριθμες ενορίες τους αναμένεται να ανταποκριθούν στη σύσταση του Συμβουλίου. Δείγμα οικουμενικής αλληλεγγύης την ώρα που πλείστοι όσοι Ορθόδοξοι υπονομεύουν συστηματικά την ενότητα της Εκκλησίας τους.

Ο Μητροπολίτης Καλής Ελπίδος κ. Σέργιος στο περιοδικό "Missione Oggi", με αναφορά στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Interview of HE Archibishop of Good Hope and Metropolitan Bishop of Cape Town Sergios Kykkotis to the Italian magazine "Missione Oggi" April 2016.


1. What are the historical roots of the Orthodox presence in Africa, its present and the consistency of its prospects?

The beginnings of Christianity in Africa can be traced to Alexandria in Egypt, where the Apostle Mark, one of the four Evangelists and one of the 70 Apostles, preached and spread the word of Christ. He was undoubtedly the first bishop of the Church in Africa, which has been confirmed by historical research. The activities and contribution of the Apostle Mark to the spread of Christianity throughout the continent of Africa are well-noted and he has been venerated by the Christians of Africa since the very beginning. Recently, the remnants of the Basilica of St Mark were discovered in the sea near Alexandria. The early Christians of Africa were of Greek, Egyptian and Jewish origin, and became the first members of the first Christian and community. Alexandria quickly developed into a spiritual centre and was originally the greatest Christian hub, where people of all nationalities congregated. The Patriarchate of Alexandria founded many dioceses, especially throughout Egypt, as well as in other places in North Africa, such as Egypt, Cyrene, Tripoli and Carthage. Due to the presence of Greek and other Mediterranean people in North Africa who travelled to other parts of Africa, Christianity spread to the rest of Africa south of the Sahara, which we now have evidence for. The spread of the Word continued in the so-called Byzantine period, as missionaries were sent to Ethiopia and other places that are not known today. There are some tentative signs indicating the presence of monks in parts of central and southern Africa, a broader area known as "remote border forts”.

During the fifth century, the secession of the Egyptian portion of the Church, namely that of Christians of Coptic origin or Jacobites, took place when they did not accept the decisions of the Fourth Ecumenical Council and they remain known to this day as the Monophysites of Egypt. During the course of many centuries, the Patriarchate of Alexandria has maintained a good relationship with this wider Christian family, although without Eucharistic communion. Since then it has been called the Roman Church (Rum) and is the local Church that remains in unbroken communion with the Church in other places. In AD 536, another section of “Greek” Christians, or Melkites, was established. They identified with the ruling empire and remained faithful to the political power of Byzantium. After the Great Schism in 1054, the Church retained the same name, with the addition of the adjective “Orthodox”, and became known as the Rum Orthodox Church (Roman Orthodox). In this it showed the right belief of the peoples of the East, in contrast to the term “Roman Catholic” that was used in the West.

Today there are many Christian denominations on the African continent and Africa can basically be identified as a Christian continent. The Church, under the Patriarchate of Alexandria and All Africa, has bishoprics and parishes everywhere. There are both ancient communities and recently-established ones that have emerged due to the movement of Orthodox groups from North African communities and also due to of the missionary activity of the Church.

There are catechetical schools and seminaries to prepare men for ordination and for other ministries in Kenya and Egypt, and an operational university in Central Africa. These have been set up near the old parishes that were originally created mainly by migrant Greeks from Greece and other Greek-speaking regions, such as Cyprus or Asia Minor, or by the original inhabitants of the area.

In recent times, ethnically-orientated communities were created throughout the rest of Africa, which formed the platform for the creation of new parishes, such as the parishes of Cape Town and Johannesburg in South Africa as well as in most neighbouring countries. Recently, with the political changes in the world, many believers have come from Eastern European countries and have either joined existing parishes or created new parishes under the canonical jurisdiction and spiritual authority of the local bishops.

The Orthodox mission was initiated by Archbishop Makarios III of Cyprus, the monks of Mount Athos and missionary groups from Greece and Cyprus. They were sent to Kenya, Tanzania, Uganda and Central and West Africa where they founded missionary parishes that are still showing surprising growth today.

Within this multicultural environment, and under the guidance of the ruling Church, many churches were built where a continual programme of worship, systematic spiritual support for believers, plus missionary and social service programmes were put in place. A blossoming of sacramental life and a continuous testimony to the presence and the energy of the Holy Spirit can be witnessed in the activities of the members of the Church. We are confident that God will bless the people of Africa and that they will withstand the challenges that they face due to poverty, religious and political disturbances and other dysfunctional situations.

2. How does African culture impact on the experience of the ancient Christian traditions of the East?

Because Africa is a huge continent, traditions, habits and cultural backgrounds vary. There are Africans who were isolated for several centuries and others who had contact with either foreign visitors or opportunistic colonialists from areas of Europe. As a result, they developed proportionate and appropriate relationships. Where there was violent imposition, one can notice that they did not identify with the settlers and only tolerated them. Where there is exploitation, there is also underlying mistrust.

Irrespective of their experiences with any European, Arabic or any other peoples with whom they came in contact, Africans remain largely tied to their distant traditions and culture. They still adhere to aspects of animism, with strong elements of ancestor worship and the acceptance of the existence of spirits that are found in objects around them and in natural phenomena. Although they are professed members of Christian groups, many nevertheless maintain the customs and habits that refer back to their past. They are fond of ceremonies that showcase their status within society and maintain a hierarchy that plays a key role in their lives. They are also concerned about negative power that is transmitted through magic. Through the encounter with previous missionary activity most of the African peoples have become Christians today, but many have adopted only the most basic elements of the Christian faith.

Many African Christians do not belong to any particular confession or sect or else they are members of various denominations, and even those who are members of specific denominations often lack theological awareness. From our experience of ministry in South Africa, we see that the Orthodox standards and specific provisions for the relationships between people who are governed by the balanced and philanthropic perceptions of our Church are enabling Africans to adopt the Orthodox faith and way of life. For example, celibacy is not considered acceptable to Africans, but in the Orthodox faith it is acceptable for a married believer to become a priest. In addition, the ritual elements of the Eastern tradition, such as the vestments, icons, utensils and buildings, together with the music and chanting, all combine to create a more accessible environment for Africans. Perhaps this is a sentimental memory of older times, a remnant of the interaction with Egypt and Ethiopia that has diffused over time into neighbouring nations where we find elements that reflect these perceptions and beliefs even today. Throughout the centuries, nations and peoples have often combined cultural and religious beliefs and created strong cultures that have survived the passage of time. We are opposed to any religious syncretism (the amalgamation of different religions), but where the content of faith remains, some habits and cultural elements of the past can still persist. We believe that there is no need for any form of civilisation that accepts only the elements of Western civilisation, nor should specific ethnic and cultural precepts be imposed. Rather, Africans should be encouraged to continue according to their own traditions, with the only difference being to follow the type of life required of them by the rules of the Church, which is useful for their own spiritual progress and therefore also leads to their salvation.

3. What expectations do the Orthodox communities in Africa have of the next pan-Orthodox Synod?

Given that the Holy and Great Synod has been much-publicised, and that it has been presented as a great event, everyone expected that it would solve many problems, especially relating to fasting and marriage, which were certainly some of the topics on its agenda. It was also expected to address other special issues that relate to participation in the Church’s life of worship and to address modern problems arising from the challenges of new issues in the relations among people, such as the cohabitation of same-sex couples, the interruption of pregnancy, surrogate births, organ transplantation, euthanasia and other related bioethical and scientific issues.

The Christian communities of Africa, as well as those around the world, expect the Holy Synod to lay down a solid confirmation of the content of our faith. They expect the Council’s decisions and provisions to be a natural continuation of the Ecumenical Councils of the Church, or even the other councils of the Orthodox Church, which were convened at a local level and have not been classified until now as ecumenical.

The Church’s message will be relayed to all Christians and non-Christians and will expose the specific conditions that are caused by economic and political instability, the destruction of the environment, the management of technology and the distribution of information, the rise of religious fanaticism, moral depression and other crucial issues that involve individuals and communities.

It is important to note that Africa, as a missionary region, is particularly sensitive to the observance of moral and religious precepts, and so we expect the Church to express clearly and in simple terms its opinion on all issues. However, in the present situation, we await the outcome with limited optimism. The process of preparation was only conducted at a committee level. Moreover, the Great Synod will not include the participation of all the bishops, but only a fixed number agreed upon by the primates of the Church, rather than according to the traditional way. The pious have certainly been informed of the preparations, with the publication by the secretariat of the proposed texts after the recent meeting of the primates in Geneva, Switzerland, in January. Regarding mission, it might be an indication of the Church's special interest if the Holy and Great Synod expressed its willingness to support the Orthodox Patriarchate of Alexandria’s projects on the African continent during the course of its deliberations.

4. How do you see the relations between "patriarchal headquarters" and the Orthodox communities of the diaspora, especially in Africa?

The co-existence of many ecclesiastical jurisdictions in an area is indeed problematic as it is in opposition to the Church’s rules and canons, which specify that there should be only one exclusive ecclesiastical authority in each specific area. This is a phenomenon of the recent past centuries that occurred with the movement of Christians into the new countries, such as America, Australia, the Far East and elsewhere. One finds a number of parishes in a specific area that belong to different ecclesiastical jurisdictions (which refer to and are under the spiritual jurisdiction of their Mother Churches, outside of their state boundaries and the normative jurisdiction of the local Church). The temporary co-existence of these various ecclesiastical authorities has been addressed by the agenda of the Great Synod with the establishment of Episcopal Assemblies that were decided on by the Fourth Preconciliar Pan-Orthodox Conference. However, there is no so-called "diaspora" in Africa as all the Orthodox communities and parishes belong to the normative jurisdiction of the Patriarchate of Alexandria and All Africa. Through regular interaction on a frequent basis, all regions participate in one annual or special meetings of the Church in Africa. Under the guidance of the spiritual leader, the Pope and Patriarch of Alexandria and all Africa, who is also President of the Holy Synod of the African Church, the work is co-ordinated with the co-operation of the local metropolitans and bishops. The clergy belong to the clergy of the patriarchate and report regularly to the patriarch and the bishops concerned.

All African countries have parishes that include members of various ethnic backgrounds. They are served by clergy who are either native Orthodox men who have been ordained, or by clergy from other regions. This is done by proper arrangement and with the approval of the patriarchate’s Holy Synod and in accordance with Church law and the appropriate canonical documents. New parishes are created in accordance with the needs of the area by the establishment of parish committees under the direct oversight of the local priest and the approval of the bishop. The bishop is accountable to the Church’s synod that meets at regular intervals, and also in cases of particular need. The patriarch, as the primate (primus) or first in honour among the bishops of the African Church, in addition to co-operating with the metropolitans and bishops of the Holy Synod, has the opportunity for direct contact with the flock through his visits to local bishoprics and parishes, and also by meeting with local authorities, particularly heads of state and other politicians and leaders. The experience of centuries helps to streamline and systematise the co-ordination of this work of pastoral care in such a huge area. The goodwill, humility, but above all the self-sacrifice of all sides, ensures the best results from the efforts of the flock and their spiritual leaders in the world’s arena.

In this situation, the only opponent is the enemy of this world, the devil himself. We must face the sin that is derived from him by all the means and opportunities that are at our disposal.

No one can be seen as a competitor and no one is without responsibility in the Church. Everyone has the right to work and we all have a duty that is owed to God and His people. So, following the rules, the experience of centuries, but also aware of the institutional position of every local spiritual leader, the task of the Church continues undisturbed by challenges.

5. What could be the specific contribution of the experience and the reflection of the African Orthodox communities to the great Orthodox tradition?

The antiquity of the Church and the vibrancy that distinguishes it, help to make it the upcoming local Church. The parishes now have those elements that characterise living Church organisations, enabling them to become spiritual centres. Many African Christians live in societies with conditions that are similar to the early Christian times, and in which the principles of coexistence and mutual respect apply, something that we seem to have lost in the so-called civilised world. In this, they can serve as a role model for Christians in other places.

Weddings and funerals, for example, are social events that show the family relationship and the sanctity of the person, and usually provide an opportunity for mutual joy or comfort. This also applies to the Holy Eucharist, where we are participants in the sacramental sharing of the Body of Christ, and which also provides a good opportunity for strengthening family ties, friendship, solidarity and fraternity.

However, this does not stop at the family level but proceeds to the philosophical and theological perception of ubuntu. This word encapsulates the African understanding of human experience, a quality that includes essential human virtues such as compassion and humanity through communion with one’s fellow human beings. The concept of ubuntu can easily be identified with the Gospel message of love of neighbour and a life in communion that leads to man’s salvation. Someone who is isolated due to excess wealth, selfishness or immorality cannot be complete if he or she does not realise the true nature of humanity through the process of exchange with the other fellow human beings.

Poverty has undoubtedly influenced the African peoples, providing them with experience that has taught them how to cope. In new parishes, the places of worship have often been simple straw huts or shacks, but surprisingly they have not lagged behind in enjoying the benefits that the sacraments held for them. With only a few essential goods, they have learned to enjoy the spiritual goods and higher provisions of the soul. For centuries these people had not experienced the unnecessary accumulation of material goods, and they did not seek improvement that was aligned with material worth, which they rather underestimated and despised.

This wisdom and experience gained from their years of survival under conditions of colonial exploitation carried out by "civilised" peoples from advanced countries is essential for the rest of the world that is now suffering from an economic crisis.

Patience and persistence, tolerance and acceptance, humility and other virtues developed during the difficult times of enslavement are exactly what contemporary man needs today in order to end his contemporary exploitation by those that belong to dark forces and are supported by invisible groups.
Finally, living in harmony with nature and with other beings, Africans have maintained the harmonious use of natural resources. Despite the impact of outside abuse on the African continent, they have ensured that the impact of environmental degradation is less than anywhere else. Nowhere else have so many species survived, despite man’s contribution to the destruction of natural resources, fauna and flora.

6. What do you expect from the relationship with the Roman Catholic Church, now under the guidance of Pope Francisco?

Each new leader has a role in the evolution of our world, which is in a state of constant upheaval and, as such, gathers the concerned gaze of others, particularly people in need. Dramatic developments are taking place today in the wider Mediterranean region and people are in a difficult situation due to political conflict and religious rivalries. The phenomenon of migration and the existence of millions of refugees in hitherto Christian Europe, the global market and its consequences, inequality and racism, together with religious fanaticism, are issues that require drastic and immediate attention.

A lack of good political leaders, corruption in administration, the weakening of institutions that had previously provided a balance in society, the apparent immorality that is constantly displayed on social media and in other channels of communication, the tragic phenomenon of legislators imposing immoral laws that exploit their peoples and resources, all these factors do not leave much hope that solutions will be found. There are many cases in which anonymous or hidden forces are trapping the rulers of our society and through them controlling economic, social and political life, thus worsening the already negative situation.

Religious leaders may be the only hope left for the world, especially those whose attitudes and actions indicate that they have the people’s benefit at heart. This is particularly true when their work is for the moral and spiritual support of the faithful, and also of our other fellow human beings.

Perhaps today we need less fewer sermons from the pulpit as there are now new means of communication that can immediately convey the teachings of religious leaders to the public. In addition, everything we communicate by means of social media is open to scrutiny by those in our congregations and by the entire society. Therefore, if the leaders themselves become role models by their actions, we can be optimistic about the future of our world.

Pope Francis comes from Latin America, where the people have gone through terrible difficulties and are still suffering. The sensitivity he has gained as a clergyman in a country that still suffers from so many problems will be helpful in his ministry. He will obviously be able to understand the problems of the poor, the victims of drugs and other addictions, the victims of sexual and other abuse, human trafficking, the scourge of discrimination and racial inequality amongst his brothers and sisters throughout the world.

The discontinuation of ecclesial communion of Catholics with the Orthodox Church, over many centuries, is a sad fact. The kind of negativity that followed the schism and kept the Christian world divided may have affected the whole world. It may have created the opportunity for different religions to take advantage of Christianity and it may be the cause of many evils in the Middle East and North Africa. Since that time, we have prayed for unity and for the return to the One Church, to the One, indivisible Body of Christ. These efforts are still continuing at all levels.

Pope Francis is one of the powerful Christian leaders and he may be the catalyst towards the solutions of many problems. His contribution will therefore be significant. In this endeavour, he will find many allies in the Orthodox world, as the Ecumenical Patriarch and other Orthodox primates seek to spearhead actions that will bring the various parties closer together. Of course, there is the perception in society that such unity is not possible due to doctrinal differences. These differences must naturally be respected by both sides in order to satisfy all sensitive groups who are seeking to preserve the true faith as derived from the Ecumenical Councils and the Holy Tradition the Church. Many theologians do not accept that the Church is divided, but rather see other Christian groups as separated from the Body of the Church. For them, the only acceptable result of ecumenical efforts is the return of the Roman Catholics, together with other denominations, to the one Body of the Church. This poses a serious challenge and addressing it will require great courage, substantiated by serious theological understanding and sound ecclesiological arguments.

Moreover, the numerical strength or material power of a particular denomination cannot be sufficient grounds for determining who is in the right, dominating others or forcing compromise.

In addition, it is important to clarify that the only criterion in the process of the restoration of ecclesial communion is the preservation of the purity of the faith, which will ensure the confession of truth with theological accuracy, rather than the acceptance of any form of compromise, which is only suitable for civil proceedings.

Certainly, then, we are in a more positive situation, having overcome centuries of complete schism and a breakdown of communication in which curses and excommunications dominated. Now all the sides exchange courteous commendations and engage in ongoing dialogues on a systematic basis, with sincere efforts to bring the various parties closer together. It is obvious that there is progress in communication, but it will take a long time to achieve unity and canonical ecclesial communion. Until then, it is useful to maintain contact through meetings at different levels between the various religious confessions. Moreover, co-operation between different groups can help us to address the critical issues facing the world, such as those related to bioethics, technology, interpersonal and inter-communal relationships, and worship and order within the religious life, and can help to promote the solutions to the problems we all face.