Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Συνάντηση του Μητροπολίτου Σουηδίας Κλεόπα με τον Υφυπουργό Εξωτερικών Δημήτριο Μάρδα








Ο Σεβ. Μητροπολίτης Σουηδίας και πάσης Σκανδιναβίας κ. Κλεόπας παρέστη στην έναρξη των εργασιών του Ελληνοσουηδικού Επιχειρηματικού Φόρουμ (Hellenic Swedish Business Forum) που πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016, στο συνεδριακό κέντρο IVA Konferenscenter στην Στοκχόλμη. Τον Σεβασμιώτατο υπεδέχθη ο Εξοχ. Πρέσβης της Ελλάδος στην Σουηδία κ. Δημήτριος Τουλούπας, ενώ ακολούθησε συνάντηση με τον Υφυπουργό Εξωτερικών κ. Δημήτριο Μάρδα, στον οποίο ο Σεβ. εξέφρασε την χαρά για την γνωριμία και την συγκίνησή του, καθόσον ο Έλληνας πολιτικός γεννήθηκε στην Βασιλεύουσα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη.

Ακολουθώντας το υπόλοιπο πρόγραμμα, ο Μητροπολίτης παρακολούθησε με ενδιαφέρον τις εισαγωγικές ομιλίες των κ. Oscar Stenström, του Σουηδού Υφυπουργού αρμοδίου για ευρωπαϊκά θέματα και το εμπόριο (State Secretary to the Minister for EU Affairs and Trade), του Υφυπουργού Εξωτερικών κ. Δημητρίου Μάρδα, του κ. Ανδρέα Χατζηγεωργίου, Επικεφαλής Οικονομολόγου του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης (Chief Economist, Stockholm Chamber of Commerce), του κ. Ιωάννη Σαρακάκη, Προέδρου του Ελληνοσουηδικού Εμπορικού Επιμελητηρίου (Chairman of the Hellenic Swedish Chamber of Commerce), της κας Theresa Ryberg M.F., επικεφαλής του Επιχειρηματικού Γραφείου του Ευρωπαϊκού Δικτύου (Head of Office Enterprise Europe Netrwork, Företagarna Stockholm) και του κ. Jan Björnum, Προέδρου του Σουηδικού Εμπορικού Εταίρου (Chairman Trade Partner Sweden).

Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, ο κ. Μάρδας, συνοδευόμενος από τον Έλληνα Πρέσβη, επισκέφτηκε τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Γεωργίου Στοκχόλμης, όπου και έγινε δεκτός από τον Σεβ. Μητροπολίτη Σουηδίας, ο οποίος, τον καλωσόρισε εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου.

Μετά την ξενάγηση στους χώρους του Ιερού Ναού, ο Μητροπολίτης παρουσίασε στον υψηλό προσκεκλημένο το εκκλησιαστικό έργο που πραγματοποιήθηκε στην Σκανδιναβία την διετία της αρχιερατικής του διακονίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ίδρυση τεσσάρων νέων ενοριών και ενός μοναστηριού, καθώς και την στελέχωση της Ι. Μητροπόλεως με οκτώ νέους κληρικούς και πέντε λαϊκούς συνεργάτες.

Επίσης, έγινε λόγος για την συστηματική προσπάθεια προσέγγισης των νέων δεύτερης και τρίτης γενιάς  που έχουν ενσωματωθεί στην σουηδική κοινωνία, καθώς και των προσηλύτων που επιθυμούν να ενταχθούν στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με την εισαγωγή στην λατρευτική ζωή της Σουηδικής και Αγγλικής γλώσσας, ώστε να γίνει πιο κατανοητή η λατρεία. Σύντομα θα πραγματοποιηθεί η έκδοση της Θείας Λειτουργίας του Ιερού Χρυσοστόμου και των Ευαγγελικών περικοπών του έτους στις τρεις γλώσσες.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι τακτικές ποιμαντικές επισκέψεις του επισκόπου στις χώρες τις ανήκουσες στην επαρχία της Ι. Μητροπόλεως Σουηδίας, με πιο πρόσφατη επίσκεψη αυτή στην Ισλανδία, όπου κατοικούν περίπου εκατό Έλληνες.

Κάνοντας μνεία στις άοκνες προσπάθειες του Υπουργείου Εξωτερικών, ο Μητροπολίτης ευχαρίστησε στο πρόσωπο του κ. Υφυπουργού την Ελληνική Πολιτεία για τη στήριξη της ομογένειας σε μια τόσο δύσκολη περίοδο για την πατρίδα, για το γεγονός ότι δεν λησμονά να υποστηρίζει την διατήρηση της ταυτότητας των απανταχού Ελλήνων με την απόσπαση εκπαιδευτικού προσωπικού για την απρόσκοπτη λειτουργία των Ελληνικών Σχολείων. Τόνισε, επίσης, την συμπόρευση Εκκλησίας και Πολιτείας με την παροχή βοήθειας από την πλευρά της εκκλησίας στην προσπάθεια διαχείρισης των προβλημάτων που προέκυψαν από την αύξηση των μεταναστευτικών εισροών προς τη χώρα μας.

Εν κατακλείδι, ο Μητροπολίτης ευχήθηκε στον κ. Μάρδα να ευοδωθούν οι σκοποί του ταξιδίου του στη Σουηδία για τη σύσφιξη των ελληνοσουηδικών εμπορικών σχέσεων. Από την πλευρά του, ο κ. Υφυπουργός ευχαρίστησε για τη φιλοξενία και την ενημέρωση. Η συνάντηση ολοκληρώθηκε με ανταλλαγή αναμνηστικών δώρων και την λήψη αναμνηστικών φωτογραφιών.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο Σεβ. κ. Κλεόπας παρέστη με την συνοδεία του στην δεξίωση που παρετέθη στην πρεσβευτική κατοικία στην Στοκχόλμη, όπου συνεχάρη τους συμμετέχοντες στις εργασίες του Ελληνοσουηδικού Επιχειρηματικού Φόρουμ για την επιτυχή έκβασή του που επισφραγίστηκε με την σύναψη επωφελών διμερών συμφωνιών.

Ο Αγιασμός για την έναρξη μαθημάτων Ιεροψαλτικής στη Μητρόπολη Ζακύνθου
















Σήμερα το εσπέρας, 3 Οκτωβρίου 2016, έγινε ο Αγιασμός για την έναρξη των μαθημάτων της Σχολής Εκκλησιαστικής Μουσικής (βυζαντινού ύφους και ζακυνθινού ιδιώματος), η οποία ανοίγει τις πύλες της στη Μητρόπολη Ζακύνθου, για να δεχθεί επίδοξους ή παλαιότερους Ιεροψάλτες, εκπαιδεύοντάς τους στην ιερή τέχνη του αναμέλπειν ύμνους προς τον Θεό. 

Η προσπάθεια τελεί υπό την ευλογία του οικείου Μητροπολίτου Σεβ. Ζακύνθου κ. Διονυσίου Δ΄, θα διαθέτει δύο τμήματα (αρχαρίων και προχωρημένων), ήδη έχουν εγγραφεί περί τους τριάντα (30) σπουδαστές και πρόκειται να διδάσκει ο κ. Ιωάννης Κλάδης, πτυχιούχος Μουσικής και Ιεροψάλτης του Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Νικολάου των Ξένων. 

Τον Αγιασμό τέλεσε ο Ηγούμενος της Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου εν Ζακύνθω Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Λιβέρης, στο Αρχονταρίκι της εν λόγω Μονής, όπου μάλιστα θα γίνονται τα μαθήματα της Σχολής. Παρών ήταν ο Σεβ. Μητροπολίτης Δωδώνης κ. Χρυσόστομος, εκ προσώπου του απουσιάζοντος οικείου Μητροπολίτου. 

Ευχόμαστε ολόθερμα η Σχολή να επιτύχει τους στόχους της και να αποδώσει εύχυμους καρπούς!

[Κείμενο: π. Π. Καποδίστριας | Φωτογραφίες: Μάριος Μπενίσης]


Επικίνδυνα Θρησκευτικά;


«Εγώ με μια λέξη θα έλεγα σήμερα, επειδή διάβασα τα καινούργια προγράμματα [για το Μάθημα των Θρησκευτικών] και τα είδα, πως είναι απαράδεκτα. Είναι επικίνδυνα. Είναι πράγματα που δεν θα αποδώσουν καρπούς αλλά μεγάλη ζημιά στην Παιδεία γενικότερα, στην κοινωνία μας και ρήξη στις σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία», δήλωσε πρόσφατα ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, περιστοιχιζόμενος από μέλη της αρτηριοσκληρωτικής Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (την οποία ο ίδιος φρόντιζε μέχρι πρότινος να κρατά σε απόσταση ασφαλείας, εγκαλώντας τους θεολόγους-εκπροσώπους της για τις παρωχημένες ιδέες τους).
Ώστε λοιπόν δεν αποτελούν κίνδυνο (και όνειδος) για την Εκκλησία ο αντισημιτισμός του Μητροπολίτη Πειραιώς ή η απροκάλυπτη εξύμνηση των πρωτεργατών της στρατιωτικής δικτατορίας και της εγκληματικής οργάνωσης της «Χρυσής Αυγής», καθώς και τα κηρύγματα μνησικακίας και οι κατάρες που εξαπολύει προς κάθε κατεύθυνση και με κάθε ευκαιρία ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων. Κίνδυνο για την ηγεσία της θεσμικής Εκκλησίας (και τις σχέσεις της με το κράτος...) αποτελούν οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί και τα νέα Προγράμματα για το ΜτΘ! Δεν φαίνεται όμως να απασχολεί την ηγεσία της θεσμικής Εκκλησίας η όλο και μεγαλύτερη αποξένωσή της από την κοινωνία, από τους μορφωμένους και σκεπτόμενους πολίτες και τους νέους, των οποίων εξάλλου δεν μίλησε ποτέ τη γλώσσα ούτε έκανε κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια για να τους προσεγγίσει.
Στις παραπάνω δηλώσεις του ο Αρχιεπίσκοπος είναι σαν να ακούει και να διαβάζει για πρώτη φορά για τα νέα Προγράμματα Σπουδών για το ΜτΘ. Όσοι, όμως, παρακολουθούν τα εκκλησιαστικά πράγματα γνωρίζουν πως αυτό δεν είναι ακριβές. Τα Προγράμματα εκπονήθηκαν από τους εμπειρογνώμονες θεολόγους το έτος 2010-11, ενώ από τη σχολική χρονιά 2011-12 και για τρία χρόνια τέθηκαν σε πιλοτική εφαρμογή σε αρκετά σχολεία ανά την επικράτεια. Η σχετική δε συζήτηση (με συνέδρια, ημερίδες, δημοσιεύσεις, παιδαγωγικές και επιμορφωτικές συναντήσεις, κλπ) για την αλλαγή της φυσιογνωμίας του ΜτΘ κρατάει τουλάχιστον από το 1999, και σε αυτήν έλαβαν μέρος όχι μόνο θεολόγοι καθηγητές, αλλά και ιεράρχες, οι οποίοι και συχνά φιλοξένησαν τις σχετικές διοργανώσεις.
Η ίδια η Εκκλησία της Ελλάδος, εξάλλου, επί των ημερών του σημερινού Αρχιεπισκόπου συζήτησε εν συνόδω τις προτεινόμενες αλλαγές στο ΜτΘ, τις οποίες είδε μάλλον θετικά, όπως μαρτυρούν και οι σχετικές εισηγήσεις των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Αλεξανδρουπόλεως (Μάιος 2012) και Μεσσηνίας (Νοέμβριος 2012), το Δελτίο Τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (5-11-2012), η ημερίδα που διοργανώθηκε στο Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Πεντέλη, τον Φεβρουάριο του 2013, αλλά και δημόσιοι ενθαρρυντικοί λόγοι του ίδιου του Αρχιεπισκόπου σε ενημερωτικές συναντήσεις με τους θεολόγους εμπειρογνώμονες-συντάκτες του νέου Προγράμματος, όπου γινόταν λόγος για «το έργο της αναβάθμισης του θρησκευτικού μαθήματος» με βάση τους άξονες και τις αρχές του Προγράμματος αυτού. Ο δε εισηγητής εκ μέρους του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων των νέων Προγραμμάτων για το ΜτΘ, ο Σύμβουλος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) Δρ. Σταύρος Γιαγκάζογλου, τυγχάνει από τον Οκτώβριο του 2008 στενός συνεργάτης του Μακαριωτάτου και Διευθυντής του επιστημονικού περιοδικού της Εκκλησίας της Ελλάδος «Θεολογία».
Αντί λοιπόν για την έκπληξη και δυσφορία του Μακαριωτάτου, θα πρέπει μάλλον να καταθέσουμε τη δική μας (και πολλών άλλων!) έκπληξη, απορία και ανησυχία για ορισμένες κρίσιμες αποφάσεις της ηγεσίας της θεσμικής Εκκλησίας που δεν αφορούν μόνο το ΜτΘ, αλλά σηματοδοτούν μιαν ευρύτερη συντηρητική στροφή (όποιος κάνει τον κόπο να διαβάσει το κείμενο «Ποιον Αρχιεπίσκοπο θέλουμε;» που υπέγραψαν 26 προσωπικότητες του ευρύτερου εκκλησιαστικού χώρου παραμονές των αρχιεπισκοπικών εκλογών του 2008, θα διαπιστώσει ποιες ελπίδες επενδύθηκαν τότε στις αρχιεπισκοπικές υποψηφιότητες, βλ. http://panagiotisandriopoulos.blogspot.gr/2008/02/blog-post_9678.html). Απαριθμώ, λοιπόν, χωρίς να εξαντλώ, ορισμένα μόνο από τα στοιχεία που σηματοδοτούν την συντηρητική αυτή «στροφή»:
  • Τι συνέβη και εντός λίγων μηνών (αρχής γενομένης από τον Ιανουάριο του 2016) η παραπάνω θετική στάση της Διοικούσας Εκκλησίας έναντι των νέων Προγραμμάτων, μεταβάλλεται βαθμιαία από ήπια κριτική σε ευθέως καταδικαστική; (Σε αυτό το παιχνίδι τακτικισμών και παλινωδιών που χαρακτηρίζει μάλλον διαχρονικά τη στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος σε παρόμοια ζητήματα, αξίζει να αναφέρουμε ότι τα προηγούμενα προγράμματα και διδακτικά εγχειρίδια για το ΜτΘ που η ηγεσία της θεσμικής Εκκλησίας υπερασπίζεται σήμερα ως ακραιφνώς ορθόδοξα, είχαν καταγγελθεί το 2006 από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο με επιστολή του προς το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο ως νεωτερίζοντα και εκτός εκκλησιαστικής παράδοσης!)
  • Για ποιο λόγο άραγε ο Αρχιεπίσκοπος συμμάχησε με τους πλέον ακραίους και υπερσυντηρητικούς ιεράρχες και θεολόγους; Τι τον οδήγησε να θυσιάσει τον επί χρόνια συνεργάτη του Σταύρο Γιαγκάζογλου και να τον απομακρύνει από τη διεύθυνση του περιοδικού «Θεολογία», ικανοποιώντας έτσι, καθώς λέγεται, την εκδικητική και τιμωρητική διάθεση των καινοφανών «συμμάχων» του; (Θεωρώ υποχρέωσή μου να σημειώσω εδώ ότι ο Σταύρος Γιαγκάζογλου, λαμπρός ορθόδοξος θεολόγος ειδικευμένος στη θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του ησυχασμού, παρότι στοχοποιήθηκε και συκοφαντήθηκε από τους ορθόδοξους ταλιμπάν, έμεινε σταθερός και εδραίος στις απόψεις του αναφορικά με την ανάγκη ανανέωσης του ΜτΘ, δίνοντας μαθήματα ήθους και συνέπειας. Παράλληλα επί των ημερών του η «Θεολογία» κατάφερε να συνταιριάξει το υψηλό επιστημονικό επίπεδο, με την αισθητική αρτιότητα και τον ζωντανό και δημιουργικό θεολογικό λόγο, ανεβάζοντας έτσι πολύ ψηλά τον πήχυ των απαιτήσεων για όποιον τον διαδεχτεί).
  • Ποια ύψιστα συμφέροντα της Εκκλησίας διακυβεύονται με τα νέα Προγράμματα, ώστε ο Αρχιεπίσκοπος να αρθρώνει πλέον έναν λόγο πολιτικό και πολωτικό (όπως o προκάτοχός του την εποχή της διαμάχης για τις ταυτότητες!), που κινδυνεύει όχι μόνο να διχάσει το σώμα των θεολόγων, αλλά και την κοινωνία ευρύτερα;
  • Είναι τυχαίο άραγε ότι τα παραπάνω λαμβάνουν χώρα παράλληλα με την τουλάχιστον αμφίσημη και διφορούμενη στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος έναντι της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου; Όπως από πολλούς ομολογείται, λόγω της ανασφάλειάς της σχετικά με το ζήτημα των λεγομένων «Νέων Χωρών», η Εκκλησία της Ελλάδος με τη στάση της λίγο πριν τη Σύνοδο της Κρήτης, άνοιξε το χορό των αμφισβητήσεων των ομοφώνως εγκεκριμένων από τη Σύναξη των Προκαθημένων στη Γενεύη σχεδίων των τελικών κειμένων (και ιδιαίτερα αυτού που αναφερόταν στις σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία της η Εκκλησία της Ελλάδος αμφισβήτησε την χρήση του όρου «Εκκλησίες» προκειμένου για τις Δυτικές χριστιανικές Εκκλησίες), προσφέροντας έτσι το πρόσχημα που αναζητούσε η Ρωσική Εκκλησία και οι δορυφόροι της προκειμένου να ματαιωθεί η Πανορθόδοξη Σύνοδος και να πληγεί το κύρος και το πρωτείο διακονίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ευτυχώς, μέχρι στιγμής, η «στροφή» αυτή του Αρχιεπισκόπου δεν συμπαρέσυρε όλο το σώμα της Ιεραρχίας. Τον Μάρτιο και τον Μάιο του 2016, σε δύο Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος (Δημητριάδος και Αλεξανδρουπόλεως) διοργανώθηκαν σε συνεργασία με την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών και υπό την αιγίδα του ΙΕΠ και του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, επιμορφωτικά σεμινάρια για τα νέα Προγράμματα του ΜτΘ, ενώ και άλλες Μητροπόλεις εκδήλωσαν ενδιαφέρον για τη διοργάνωση ανάλογων σεμιναρίων. Όσοι δε είναι σε θέση να γνωρίζουν τα εκκλησιαστικά πράγματα εκ των έσω, ξέρουν ότι και άλλες φωνές εντός του εκκλησιαστικού χώρου που δεν έχουν ακόμη ακουστεί, αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα των αλλαγών και των ανοιγμάτων, και κυρίως την επείγουσα ανάγκη συνειδητοποίησης της πραγματικότητας των πλουραλιστικών και πολυπολιτισμικών κοινωνιών.
Ο ορθόδοξος παραδοσιακός κόσμος βρίσκεται εδώ και δεκαετίες, αν όχι αιώνες ήδη, καθηλωμένος στην ακινησία με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν. Οι έννοιες της ανανέωσης, της εξέλιξης και της μεταρρύθμισης συνεχίζουν να προκαλούν φόβο και αμηχανία. Αρνούμενη, όμως, να στοχαστεί και να συζητήσει πάνω στις αναγκαίες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, κλείνοντας τα μάτια στην εξέλιξη της κοινωνίας και στις ριζικές —ενίοτε μάλιστα και βίαιες— ανατροπές, που επηρεάζουν το ίδιο της το ποίμνιο, η Εκκλησία στην Ελλάδα κινδυνεύει να παρακολουθεί ως απλός θεατής την εκδήλωση πολύ μεγαλύτερης κλίμακας αλλαγών που θα σαρώσουν τόσο τα μοντέλα κατήχησης και χριστιανικής αγωγής, όσο και το ευρύτερο πλαίσιο συγκρότησης του εκκλησιαστικού σώματος, με ορατό πλέον τον κίνδυνο της ιστορικής περιθωριοποίησης της Ορθοδοξίας.
Ας μην μας ξεγελούν τα φαινόμενα και οι φευγαλέες εντυπώσεις. Οι γεμάτοι ναοί τις ημέρες των Χριστουγέννων, της Μεγάλης Εβδομάδας ή του Πάσχα και η συρροή στις εκκλησίες αναξιοπαθούντων λόγω της δεινής οικονομικής κρίσης, δεν μπορούν να συγκαλύψουν το γεγονός ότι στην επόμενη γενιά, στη γενιά των παιδιών μας, για πολλούς και διάφορους λόγους η Εκκλησία στην Ελλάδα θα κινδυνεύσει με πλήρη κατάρρευση και ιστορική περιθωριοποίηση. Η εικόνα μιας εκτός τόπου και χρόνου ιεραρχίας, που επιμένει συνήθως να επιλέγει για επισκόπους άχρωμα στελέχη του γραφειοκρατικού της μηχανισμού (ευτυχώς υπάρχουν και εξαιρέσεις!) και που ανέχεται επισκόπους/μέλη της ιεραρχίας να πλειοδοτούν σε αντισημιτικές, αντιισλαμικές, αντιοικουμενικές, ακόμη και φιλορατσιστικές και φιλοναζιστικές εξαλλοσύνες· η προϊούσα επαγγελματοποίηση του κλήρου και η πλήρης, σχεδόν μέχρι γνωσιομαχίας, αποξένωσή του από θεολογικά κριτήρια και ευαισθησίες· τα συνεχώς συρρικνούμενα, μέχρις εξαφανίσεως πολλές φορές στις τάξεις του Λυκείου, κατηχητικά σχολεία και η κραυγαλέα απουσία ορθόδοξης κατήχησης στο υποτιθέμενο «ορθόδοξο» πλήρωμα· το αποκαρδιωτικό επίπεδο της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, όλα αυτά ειδοποιούν για την επερχόμενη κατάρρευση.
Η θορυβώδης συζήτηση για τα νέα Προγράμματα του ΜτΘ επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά τη διαπίστωση ότι η ελληνική Ορθοδοξία έχει επειγόντως ανάγκη από ριζικές τομές και μεταρρυθμίσεις, από ένα νέο «καινοτομείν τα ονόματα» για να θυμηθούμε τη διατύπωση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, και όχι από στασιμότητα και ακινησία. Η θεσμική Εκκλησία πρέπει επιτέλους να μιλήσει στους σημερινούς ανθρώπους και στη δίψα τους για πλήρωμα ζωής και ελευθερίας, να αρθρώσει λόγο πειστικό «περί της εν υμίν ελπίδος» (πρβλ. Α΄ Πέτρου 3:15), και όχι να επικαλείται συνεχώς την προσφορά της στους αγώνες του έθνους προκειμένου να διατηρήσει προνόμια και κεκτημένα μιας άλλης εποχής και ενός άλλου πολιτικού και πολιτισμικού παραδείγματος.
Η Ορθοδοξία κινδυνεύει από τη στασιμότητα και την ακινησία, από την απειλούμενη ιστορική περιθωριοποίηση, και όχι από την οικεία, από την παράδοσή της, εν Αγίω Πνεύματι δημιουργική συνάντηση με το καινούργιο. Όπως σημειώνει και ο μεγάλος ορθόδοξος θεολόγος Βλαδίμηρος Λόσκι, «δεν παραμένει τις εν τη Παραδόσει δια μιας ιστορικής αδρανείας φυλάττων ως "παράδοσιν ληφθείσαν εκ των Πατέρων" παν ό,τι δια της δυνάμεως της συνηθείας κολακεύει θεοσεβή τινά συναισθηματισμόν. Αντιθέτως, τότε είναι που τας πλείστας φοράς κινδυνεύει τις να ευρεθή τελικώς εκτός του Σώματος του Χριστού, όταν υποκαταστήση την Παράδοσιν του ζώντος εν τη Εκκλησία Αγίου Πνεύματος με το είδος αυτό των "παραδόσεων". Δεν πρέπει να πιστεύωμεν ότι μόνη η συντηρητική στάσις είναι σωτηριώδης, ούτε ότι οι αιρετικοί υπήρξαν πάντοτε "νεωτερισταί"». Ο νοών νοείτω!
---------------------
* δρος Θεολογίας, διευθυντή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου
πηγή: efsyn.gr

Χρέος και Ευθύνη η προστασία των Χριστιανών στην Μ. Ανατολή. Συνέντευξη του Μητροπολίτου Προύσης Ελπιδοφόρου


Ο Μητροπολίτης Προύσης Ελπιδοφόρος στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κύπρου | 3.10.2016
Του Απόστολου Τομαρά
«Κάποιοι προσπάθησαν να εμπλέξουν το Οικουμενικό στα πρόσφατα γεγονότα στην Τουρκία»

Ο Μητροπολίτης Προύσης και Ηγούμενος της Θεολογικής Σχολής Χάλκης Ελπιδοφόρος αποκαλύπτει στην «Κ» τι ανησυχεί το Πατριαρχείο από το συνεχιζόμενο κύμα βίας στη μετά το πραξικόπημα εποχή, εξαίρει το ρόλο της Εκκλησίας της Κύπρου στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, ενώ απαντά και για την στάση του Φαναρίου στο Κυπριακό.


-Πόσο ανησυχητικό για το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι το συνεχιζόμενο κύμα βίας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής; Τίθεται σε κίνδυνο το Χριστιανικό στοιχείο ;

Το Πατριαρχείο μας έχοντας την ευθύνη της εποπτείας και συναντίληψης των χειμαζομένων και εμπερίστατων Εκκλησιών, με ανησυχία πληροφορείται για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Πόσο μάλλον, όταν στην περιοχή αυτή εδρεύει μία από τις παλαίφατες και πρεσβυγενείς Εκκλησίες μας, το πολύπαθο Πατριαρχείο Αντιοχείας. Πράγματι, οι χριστιανοί όλων των δογμάτων διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο, κάτι που φάνηκε εκ πρώτης αρχής με την απαγωγή και εξαφάνιση προ ετών των δύο Μητροπολιτών Χαλεπίου, του ελληνορθοδόξου κ. Παύλου και του συροϊακωβίτη κ. Ιωάννη, των οποίων η τύχη εξακολουθεί να αγνοείται κατά πολύ περίεργο τρόπο. Εμείς στην Πόλη αισθανόμαστε πολύ έντονα τον απόηχο αυτού του κύματος βίας στο οποίο αναφερθήκατε, διότι βλέπουμε από πολύ κοντά τη δυστυχία και την απελπισία των αμέτρητων προσφύγων, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους και περιπλανώνται έρημοι σε ξένους γι’ αυτούς τόπους.

-Λέγεται ότι στην περιοχή η σύγκρουση έχει και θρησκευτικά στοιχεία. Συμμερίζεστε αυτές τις απόψεις;

Η ασύμμετρη αυτή βία στρέφεται μεν εναντίον όλων των κατοίκων της περιοχής, αλλά το μεγαλύτερο τίμημα το πληρώνουν οι χριστιανοί, οι οποίοι ως μειονότητα αποτελούν και τον ευκολότερο στόχο, το πιο ευάλωτο θύμα στις συγκρούσεις μεταξύ των μουσουλμανικών μερίδων. Η ιδιαιτερότητα του κινδύνου για τους χριστιανούς έγκειται στο γεγονός ότι για μας υπάρχει ζήτημα εξαφάνισης, εξάλειψης της παρουσίας μας από περιοχές που έχουν καθαγιαστεί στην πορεία των αιώνων και έχουν αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στην εκκλησιαστική ιστορία, στη θεολογία και σε όλες τις εκφάνσεις της πίστης μας. Για να το πω με τη σύγχρονη ορολογία: για τους χριστιανούς αυτό που συμβαίνει κινδυνεύει να λάβει διαστάσεις εξαφάνισης. Αλλά για να απαντήσω ευθέως στο ερώτημά σας, τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή ασφαλώς και δεν οφείλονται πρωτίστως στις θρησκευτικές διαφορές των ανθρώπων μεταξύ τους. Οι διαφορές αυτές υπήρχαν και πριν, δεν είναι καινούργιες. Καινούργιος είναι ο φανατισμός και η υποδαύλιση των διαφορών αυτών σε σημείο να φτάσουν οι άνθρωποι να προσδώσουν θρησκευτική χροιά και κάλυψη στην αγριότητα, στη βαρβαρότητα και στην αιματοχυσία. Γνωρίζω ότι δεν κομίζω γλαύκαν, αλλά είναι προφανές σε όσους ασχολούνται ευρύτερα με τα ζητήματα της περιοχής, ότι η κύρια αιτία των πρόσφατων βιαιοπραγιών είναι στην πραγματικότητα η προσπάθεια αναδιάταξης γεωστρατηγικών ισορροπιών στην περιοχή στη βάση της διεκδίκησης και πρόσβασης στις πλούσιες ενεργειακές πηγές. Η θρησκεία ήταν πάντα στην ιστορία, και αποδεικνύεται σήμερα ότι εξακολουθεί να είναι, ένα πρόσφορο και «χρήσιμο» μέσο κινητοποίησης πληθυσμών σε εχθροπραξίες μεταξύ τους. Τί κρίμα, όμως, η θρησκευτική πίστη, η οποία υποτίθεται ότι πρέπει να μας κάνει καλύτερους, να γίνεται εργαλείο για την δικαιολόγηση των πλέον άγριων ενστίκτων και αιμοσταγών συμπεριφορών.

-Θα υπάρξει συνέχεια στην πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχη και του Πάπα για τους μετανάστες;

Στην περιοχή αυτή, αλλά και γενικότερα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο πάντα αποτελεί παράγοντα σταθερότητας, ειρήνης και γεφύρωσης των διαφορών και των χασμάτων σε κάθε επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, ο Πατριάρχης μας θεώρησε φυσικό του καθήκον να κινητοποιήσει όλες τις εκκλησιαστικές δυνάμεις που διαθέτει, ώστε να προσελκύσει τη διεθνή κοινή γνώμη στο ανθρωπιστικό δράμα, το οποίο καλούνται από κοινού να αντιμετωπίσουν οι δύο γειτονικές χώρες (Ελλάδα και Τουρκία): το προσφυγικό. Στην πρωτοβουλία του αυτή ο Πατριάρχης μας βρήκε ως συνοδοιπόρους την Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Ιερώνυμο και τον Πάπα Φραγκίσκο, οι οποίοι τον συνόδεψαν σε ένα πολυσήμαντο ταξίδι στη Μυτιλήνη, η οποία δέχεται μεγάλο κύμα μεταναστών, και επισκέφθηκαν τους εμπερίστατους συνανθρώπους μας. Αγκάλιασαν τους πρόσφυγες, προσευχήθηκαν για όσους έχασαν τη μάχη με τα κύματα και κάθισαν στο ίδιο φτωχικό τραπέζι με όσους επέζησαν. Επειδή, όμως, όλο αυτό πηγάζει από την ίδια τη φύση της Εκκλησίας, που αγκαλιάζει και νοιάζεται για όλους τους ανθρώπους, και από την παράδοση του Πατριαρχείου μας να είναι γεφυροποιός στα χάσματα και ειρηνοποιός στις διενέξεις, είμαι σίγουρος ότι σε εύθετο καιρό, ο Παναγιώτατος θα επαναλάβει τέτοιου είδους πρωτοβουλίες που θα ανακουφίζουν τον πόνο των συνανθρώπων μας.

-Στην Κύπρο βρίσκεστε για μια σημαντική εκδήλωση που έχει να κάνει με την Θεολογική Σχολή της Χάλκης.

Πράγματι, είμαι πολύ συγκινημένος που βρίσκομαι στην Κύπρο για πρώτη φορά. Οι δεσμοί της Εκκλησίας της Κύπρου με τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης είναι παλαιοί και ισχυροί. Πολλοί και σημαντικοί ιεράρχες, κληρικοί και θεολόγοι της Κύπρου εφοίτησαν στη Σχολή μας. Από τους κεκοιμημένους επιτρέψτε μου να θυμηθώ μεταξύ άλλων τους Επίσκοπο Πατάρων Ειρηναίο Βασιλείου, τους Αρχιμανδρίτες Αλέξιο Γεωργιάδη και Άνθιμο Αναστασίου (από Λάρνακα), και τους Βάσο Κυπριανίδη (καθηγητή στο Γυμνάσιο Μόρφου), Τάκη Χριστοφόρου και Ανδρέα Μητσίδη. Ένας τέτοιος εκλεκτός κληρικός, ο Ηγούμενος της Χρυσορρογιατίσσης κ. Διονύσιος, είχε την ευγένεια να καλέσει μεταξύ άλλων και την ελαχιστότητά μου σε ένα Συνέδριο με θέμα τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Έχοντας την άδεια και την ευλογία του Πατριάρχη μας, έχω την ιδιαίτερη χαρά να βρίσκομαι στη ιερή γη της Κύπρου.

- Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης μπορεί να επαναλειτουργήσει και πώς;

Η Θεολογική μας Σχολή όχι απλά μπορεί, αλλά και είναι απόλυτη ανάγκη να λειτουργήσει, και μάλιστα το συντομώτερο δυνατό. Από κτιριακής άποψης δεν υπάρχει καμία δυσκολία και είναι καθ’ όλα έτοιμη, αν και υπάρχουν ήδη έτοιμες μελέτες για την βελτίωση των υποδομών και τον εκσυγχρονισμό της κτιριακής κατάστασης. Από ακαδημαϊκής άποψης είναι επίσης έτοιμο το διδακτικό πρόγραμμα και το εκπαιδευτικό πλαίσιο. Από νομικής άποψης έχουμε τη διαβεβαίωση και δημόσια δήλωση ανώτατων κυβερνητικών αξιωματούχων ότι δεν υφίσταται νομικό εμπόδιο για την επαναλειτουργία της Σχολής. Το Πατριαρχείο μας είναι επίσης έτοιμο ανά πάσα στιγμή να λειτουργήσει τη Σχολή. Πέραν, όμως, τούτων η επαναλειτουργία για μας δεν είναι μία πολυτέλεια, αλλά μία ζωτική ανάγκη επιβίωσης, όπως επανειλημμένα έχει τονίσει ο Πατριάρχης μας. Είναι η μόνη δυνατότητά μας να επιμορφώσουμε και να καταρτίσουμε τον κάθε βαθμίδας κλήρο μας για την επάνδρωση όχι μόνο των κεντρικών μας υπηρεσιών στο Φανάρι, αλλά και των επαρχιών του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως σε όλο τον κόσμο. Ένα πράγμα λείπει, επομένως, για την επαναλειτουργία της Σχολής: η πολιτική βούληση και το πολιτικό θάρρος των κυβερνώντων. Ελπίζουμε, όμως, ότι και αυτά θα βρεθούν σύντομα, ώστε να ικανοποιηθεί ένα δίκαιο αίτημα 45 ήδη ετών.

-Πώς βλέπετε τις τελευταίες εξελίξεις στην Τουρκία; Υπάρχει δυσμενής αντίκτυπος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και ευρύτερα στην Ομογένεια;

Η προσπάθεια ανατροπής της δημοκρατικής τάξης μας ανησύχησε βαθύτατα, όπως και ολόκληρη την κοινωνία της χώρας και ολόκληρο το φάσμα των πολιτικών κομμάτων. Ως πολίτες, αλλά και ως θεσμός που διαβιώνει στη χώρα αυτή, επηρεαζόμαστε άμεσα από οποιαδήποτε αστάθεια. Το Πατριαρχείο μας, όμως, είναι καθαρά πνευματικός και εκκλησιαστικός θεσμός και δεν εμπλέκεται σε πολιτικές ή διπλωματικές διαφορές, και προσπαθεί να επιτελέσει το πνευματικό του έργο με φόβο Θεού, σεβόμενο τη διάκριση Κράτους και Θρησκείας, όπως αυτό ισχύει στην Τουρκία. Ασφαλώς μας ανησυχεί το γεγονός ότι κάποιοι κύκλοι προσπάθησαν να μας εμπλέξουν στις εσωτερικές αντιπαλότητες που είναι σε εξέλιξη σήμερα στην Τουρκία, αλλά ευτυχώς απεδείχθησαν άμεσα οι πλαστογραφίες, και οι εν λόγω προσπάθειες περιορίστηκαν στο περιθώριο του πολιτικού και κοινωνικού βίου. Οι αρχές είναι σε θέση να γνωρίζουν το ήθος και το ύφος του Πατριαρχείου μας καθώς και τις πραγματικές προθέσεις εκείνων, οι οποίοι επεχείρησαν να το εμπλέξουν. Η ομογένεια στην Πόλη είναι σε εγρήγορση, στο βαθμό που είναι ανήσυχοι και όλοι οι πολίτες της χώρας, αλλά νομίζω ότι σήμερα πλέον μπορούμε να πούμε ότι η κατάσταση είναι υπό έλεγχο και αποκαθίσταται βαθμιαία η τάξη και η νομιμότητα.

- Οι σχέσεις με το μουσουλμανικό στοιχείο της Τουρκίας σε όλα τα επίπεδα πως τις κρίνετε;

Ίσως να ακουστούν κοινοτυπίες αυτά που θα σας πω, είναι όμως η αλήθεια. Εγώ γεννήθηκα και ζω στην Πόλη. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, η πλειοψηφία των γειτόνων και των συμπολιτών μου είναι μουσουλμάνοι. Οι σχέσεις μας μαζί τους ήταν πάντοτε αρμονικές, φιλικές και ζεστές. Υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός των διαφορών μας σε γλωσσικό, θρησκευτικό και πολιτισμικό επίπεδο. Λίγες είναι οι περιπτώσεις που έλειψε ο σεβασμός αυτός και συνήθως οφειλόταν σε περιόδους πολιτικής έντασης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας (όπως για παράδειγμα με αφορμή το κυπριακό), όπου η αύξηση των εθνικιστικών αισθημάτων εκτονωνόταν πάνω στις μειονότητες που δεν μπορούσαν εκ των πραγμάτων να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Οι, έστω και κατ’ εξαίρεσιν, όμως, αυτές επιθετικότητες του παρελθόντος τραυμάτισαν βαριά τις συνειδήσεις και την παρουσία της ρωμιοσύνης στην Πόλη, στην Ίμβρο και την Τένεδο, με αποτέλεσμα τη σημερινή δραματική μείωση του αριθμού μας.

-Υπάρχει ένα ανοιχτό ζήτημα μεταξύ Πατριαρχείου Αντιοχείας και Πατριαρχείου Ιεροσολύμων για την δικαιοδοσία στο Κατάρ. Ο Πατριάρχης Αντιοχείας δεν προσήλθε στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Πως μπορεί να επιλυθεί αυτή η διαφορά;

Πράγματι, είναι τόσο λυπηρό το γεγονός ότι αυτό το ζήτημα παραμένει ακόμη εκκρεμές και δεν έχει επιλυθεί μέχρι σήμερα. Το Πατριαρχείο μας κατέβαλε έντονες προσπάθειες προς την κατεύθυνση της επιλύσεως του θέματος από την πρώτη στιγμή που προέκυψε, συγκαλώντας τριμερείς συσκέψεις και διατυπώνοντας συγκεκριμένες προτάσεις. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι το ζήτημα είναι τόσο περίπλοκο και μεγάλο. Θα μπορούσε με απλά βήματα και με καλή θέληση να γεφυρωθεί το χάσμα. Νομίζω όμως ότι η συγκυρία ήταν τέτοια που δεν βοήθησε καθόλου: ήταν οι παραμονές της σύγκλησης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, με ένταση στις σχέσεις των Εκκλησιών μας. Η δυσκολία ήταν ότι συνδέθηκε η επίλυση του θέματος του Κατάρ με τη συμμετοχή σε ένα τόσο μείζον γεγονός στην ιστορία της Ορθοδοξίας, όπως είναι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, ενώ είναι προφανές ότι τα μεγέθη είναι δυσανάλογα. Το αποτέλεσμα ήταν να αυτοεγκλωβιστεί η Εκκλησία της Αντιοχείας στην απόφασή της να συνδέσει τα δύο θέματα και να απομονωθεί από ένα τόσο σπουδαίο γεγονός της εκκλησιαστικής ιστορίας. και θα μπορούσαν οι δύο πλευρές να την αξιοποιήσουν για να επέλθει και πάλι η αρμονία και η ειρήνη σε μια περιοχή που ήδη αρκετά σπαράσσεται από αντιπαραθέσεις. Το Πατριαρχείο μας, όμως, έχει ήδη προ της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου αποφασίσει την συγκρότηση μιας ειδικής επιτροπής για τη λύση του συγκεκριμένου θέματος.

-Πώς εκτιμάτε το ρόλο που διαδραμάτισε η Εκκλησία της Κύπρου στην σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου;

Σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δίνετε να εξάρω τη σπουδαία στάση της Εκκλησίας της Κύπρου και κυρίως του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου, ο οποίος στάθηκε πραγματικός καταλύτης σε δύσκολες στιγμές της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και με την ανδρεία και αδαμάντινη στάση του έδωσε διεξόδους στα αδιέξοδα. Η Εκκλησία της Κύπρου απέδειξε ότι έχει το αλάθητο εκείνο εκκλησιαστικό κριτήριο να διαχωρίζει τα ουσιώδη από τα επουσιώδη, τα προσωρινά από τα αιώνια και την ορθόδοξη παράδοση από τις πολιτικές σκοπιμότητες και τις τάσεις του συρμού. Συμπεριφέρθηκε, δηλαδή, ως εκκλησία: με θεολογικά κριτήρια και με γνώμονα τους πατέρες μας και το συνοδικό πνεύμα. Νομίζω ότι μπορούν οι κύπριοι αδελφοί μας να καυχώνται για την Εκκλησία τους και για τον Αρχιεπίσκοπό τους. Όταν κάποτε θα δημοσιευθούν τα Πρακτικά της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, θα φανεί για ακόμη μία φορά ότι η μεγαλοσύνη μιας Εκκλησίας δεν μετριέται με τον αριθμό των πιστών ή των επισκόπων της, αλλά με το ήθος και το ανδρείο εκκλησιαστικό φρόνημα των στελεχών της, και τη βαριά παράδοση, της οποίας είναι η Εκκλησία αυτή φορέας.

-Τι σημαίνει για το Οικουμενικό Πατριαρχείο η πλήρωση του θρόνου της Μητροπόλεως Σμύρνης η οποία παρέμενε κενή για ενενήντα τέσσερα χρόνια;

Αποτελεί ρηξικέλευθη ενέργεια του Παναγιωτάτου Πατριάρχου μας, η οποία, πάντως δεν εξένισε εμάς που είμαστε κοντά του τόσα χρόνια. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είναι εκείνος, ο οποίος δεν συνέχισε απλά την εκλογή Μητροπολιτών της Μικρασίας που «ενδημούν» στην Πόλη, αλλά τους ενέπνευσε να αναζητήσουν τρόπους να αναβιώσουν τις Μητροπόλεις αυτές μέσα, ασφαλώς, στα σημερινά πλαίσια και δεδομένα. Και εκ των πραγμάτων δικαιώθηκε, αφού αποδείχθηκε ότι πολλά μπορούν να γίνουν: αγοράστηκαν παλαιές ορθόδοξες εκκλησίες και ανακαινίστηκαν, δημιουργήθηκαν νέες ενορίες για τους ορθοδόξους (σλαβικής κυρίως καταγωγής) που κατοικούν σήμερα στις περιοχές αυτές: Αττάλεια, Αλάνια, Προύσα, Σμύρνη. Συγκεκριμένα, όμως, η Σμύρνη εντυπωσίασε και συγκίνησε την κοινή γνώμη, διότι είναι συνδεδεμένη με την καταστροφή και τη σκοτεινή μοίρα του μικρασιατικού ελληνισμού. Για πόσο καιρό, όμως, θα έπρεπε να θρηνούμε; Δεν έπρεπε κάποτε να υπερβούμε τη διάθεση θρήνου και πένθους; Δεν πρέπει το Πατριαρχείο να ανασυγκροτήσει κάποια στιγμή εσωτερικά τις επαρχίες του προσαρμοζόμενο στις σημερινές συνθήκες; Αυτό δεν είναι ασέβεια στη μνήμη των πατέρων μας. Αντίθετα, είναι η πλέον θετική έκφραση του σεβασμού μας στο έργο και την προσφορά τους στην Εκκλησία και το Γένος. Ο Πατριάρχης μας γυρίζει, πλέον, σελίδα και διατηρώντας ακέραιο το σεβασμό στο παρελθόν, οραματίζεται και σχεδιάζει το μέλλον. Κάτι που αντιλαμβάνεστε ότι είναι πιο δύσκολο και απαιτεί περισσότερο θάρρος και τόλμη. Έχουμε, όμως, την τύχη ο Πατριάρχης του Γένους να διαθέτει και τα δύο.

-Ορισμένοι, στην Ελλάδα κυρίως, ισχυρίζονται ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφεύγει να πάρει θέση στο ζήτημα της επίλυσης του κυπριακού. Πώς το σχολιάζετε αυτό;

Το Πατριαρχείο μας έχει περάσει μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές διαδρομές, οι οποίες έχουν διαμορφώσει το σημερινό του ύφος και συμπεριφορά. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι είμαστε Εκκλησία, και ως τέτοια οφείλουμε να εκφραζόμαστε στο σύγχρονο κόσμο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν αναμιγνύεται σε πολιτικά, διπλωματικά και άλλα διεθνή ζητήματα, παραμένοντας πιστό στον πνευματικό και ποιμαντικό του ρόλο. Στο πλαίσιο αυτό ερμηνεύεται και η μη ανάμιξή του σε ένα θέμα που δεν είναι της αρμοδιότητάς του. Για το κυπριακό ζήτημα υπάρχουν οι υπεύθυνοι εκείνοι, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον της αναζήτησης μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης. Η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, παρ’ όλο το γεγονός ότι κατέβαλε μεγάλο κόστος και υπέστη σοβαρές συνέπειες από τότε που δημιουργήθηκε το κυπριακό ζήτημα, δεν υπέκυψε στον πειρασμό να ξεφύγει από τον καθαρά πνευματικό και εκκλησιαστικό του ρόλο. Δεν έπαψε, όμως, ποτέ, να προσεύχεται για την ευημερία και την ευτυχία και, κυρίως, για την ειρήνη στην Κύπρο.