e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

Τα αρχαία Πατριαρχεία και η σημερινή ουκρανική κρίση

Γράφει ο Γιώργος Βλαντής 
Διευθυντής του Συμβουλίου των Εκκλησιών της Βαυαρίας - Επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου 


Η ουκρανική κρίση έχει για την Ορθοδοξία καθαρτικό χαρακτήρα. Αποκαλύπτει πολλά από όσα επιμελώς κρύβονταν επί δεκαετίες σε διάφορες Εκκλησίες και φανερώνει πόσο κίβδηλα ήσαν πράγματα που υμνολογούνταν από ιδεαλιστές, ιδεοληπτικούς ή απλώς καλοπληρωμένους ως τάχα ακεραίως ορθόδοξα. Επίσης, δίνει μια ακόμη ευκαιρία να στρέψουμε την προσοχή μας στα πρεσβυγενή Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, τα οποία γενικώς παραβλέπουμε, ενθυμούμενοι την παρουσία τους μόνο όποτε αναφύεται μία εκκλησιαστική κρίση. 

Το ότι όλα είναι εμπερίστατα είναι κοινό μυστικό, παρ᾽ ότι οι ειδικές συνθήκες ζωής του καθενός διαφέρουν. Από χριστιανική σκοπιά δικαιούται όμως κανείς να καταδικάσει ως ιταμή κάθε προσπάθεια επηρεασμού της εκκλησιαστικής τους θέσης με εκβιασμούς, γεωπολιτικά ή οικονομικά ανταλλάγματα. Δηλώσεις Ρώσων κληρικών έδειξαν ότι κάποιες τέτοιες προσπάθειες έγιναν και γίνονται. Η διαρκής επισήμανση της βαρύτητας των Σλάβων προσκυνητών για αυτά είναι ίσως η πιο κομψή έκφραση της πίεσης που τους ασκείται. 

Και όμως, μέσα στις δυσχερείς αυτές συνθήκες, τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία δεν φαίνεται να χάνουν την εκκλησιακή τους συνείδηση. Οι δηλώσεις Προκαθημένων τους με τις οποίες στήριξαν τον Μητροπολίτη Ονούφριο ήταν αναμενόμενες, καθώς εκφέρθηκαν σε μία περίοδο όπου όντως η μόνη κανονική δομή στην Ουκρανία ήταν η υπό τον (από τις 11 Οκτωβρίου ενδιαφερόντως άφωνο) αυτόν αρχιερέα. Δεν θα μπορούσε να περιμένει κανείς από Πρωθιεράρχες ότι θα ενισχύσουν σχισματικούς προτού αυτοί αποκατασταθούν στο Σώμα της Εκκλησίας, έστω και αν θα ήταν ευκταία μία ρητή έκφραση εμπιστοσύνης στην Κωνσταντινούπολη. Τόσο στην κοινή έκκληση των Προκαθημένων Αλεξανδρείας και Πολωνίας, όσο και στην αντίστοιχη εκείνων της Αντιοχείας και της Σερβίας (σημειωτέον ότι η δεύτερη δημοσιεύεται μετά τις τελευταίες αποφάσεις των Εκκλησιών Κωνσταντινουπόλεως και Μόσχας) αποφεύγεται κάθε ακραίος χαρακτηρισμός και προκρίνονται γενικόλογες διατυπώσεις καταφανώς αντικείμενες προς τη ρητορική που καθημερινά, μανικά και εμμονικά χρησιμοποιεί ο Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ και οι συν αυτώ. Ενώ η Ρωσία μιλάει για σχισματικό Βαρθολομαίο και για ένα Πατριαρχείο που αποκόπηκε από το Σώμα της Εκκλησίας, οι Πρωθιεράρχες αυτοί μιλούν για έναν αδελφό και ουδόλως οικειοποιούνται τις κανονικές συνεπαγωγές της ακραίας ρωσικής θέσης. Μάλιστα, αν πιστέψουμε στην κανονική εγκυρότητα της αρχής ότι ο «ακοινωνήτω κοινωνών ακοινώνητος», καλό θα ήταν να αναρωτηθούν οι Ρώσοι ιεράρχες τί σημαίνει γι᾽ αυτούς το ότι συνεχίζουν να κοινωνούν με Εκκλησίες που συνεχίζουν να αναγνωρίζουν κανονικά και μυστηριακά την Κωνσταντινούπολη. Η χθεσινή (22 Οκτωβρίου) τελετή στο ιεροσολυμιτικό Μετόχιο στη Βασιλίδα των Πόλεων και η γνωστοποίηση του Γράμματος του Πατριάρχη Ιεροσολύμων με το οποίο αιτείται Μύρου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, χώρια ή διόλου τυχαία προσφώνηση του Αρχιεπισκόπου Ανθηδώνος, αποτελεί σαφή πράξη όχι μόνο συναισθηματικής αλληλεγγύης, αλλά και αναγνώρισης της κανονικότητας των πράξεων της Πρωτόθρονης Εκκλησίας. Προφανώς δεν είναι δίχως σημασία και η προβολή που επιφύλαξε η Εκκλησία Αλεξανδρείας στην προ ημερών εγκάρδια συνάντηση του Προκαθημένου της με τον Πρέσβη της Ουκρανίας στην Αίγυπτο.

Είναι άλλωστε σαφές ότι ο ισοπεδωτικός αυτοκεφαλισμός που εισηγείται η Μόσχα καθρεφτίζει ουσιαστική περιφρόνηση των κανονικών προνομίων των πρεσβυγενών Πατριαρχείων και της Εκκλησίας της Κύπρου, τα οποία έχουν δοθεί από Οικουμενικές Συνόδους. Αμφισβητώντας την κανονικότητα των κινήσεων του Οικουμενικού Πατριάρχη, οι Εκκλησίες αυτές θα στρέφονταν ενάντια προς τα καλώς νοούμενα συμφέροντά τους. Το ότι, πέρα από τις εκκλησιακές έγνοιες, ακόμη και στοιχειώδης πραγματισμός φαίνεται πως θα αποτρέψει τις Εκκλησίες αυτές από ακρότητες, μόλις είναι ανάγκη να το επισημάνουμε. 

Αν πιστεύουμε ότι δεν υπάρχουν Εκκλησίες πρώτης και δεύτερης διαλογής και ότι η κοσμική δύναμη δεν πρέπει να αποτελεί τον πρωταρχικό ρυθμιστικό παράγοντα της ζωής της Εκκλησίας, είναι προφανές ότι δυνάμεθα να αντλήσουμε διδάγματα και από τον τρόπο χειρισμού της κρίσης των Εκκλησιών Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Δεν έχω κρύψει την αποδοκιμασία μου για τον τρόπο που το Πατριαρχείο Αντιοχείας εργαλειοποίησε την κρίση αυτή για να δικαιολογήσει την απουσία του από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο (αν και, ενδεχομένως, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα του Κατάρ να έχει δίκαιο), έλειψε όμως ο μελοδραματισμός, η ένταση και οι χυδαίες ύβρεις που διακρίνουν εκφραστές της ρωσικής στάσης απέναντι στην Κωνσταντινούπολη σήμερα. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με μονομερή διακοπή κοινωνίας και συναφείς μομφές, τα πρεσβυγενή όμως Πατριαρχεία Αντιοχείας και Ιεροσολύμων δεν προχώρησαν σε τέτοιας έκτασης λεκτικές βιαιότητες και αναξιοπρεπείς «διπλωματικούς» μαραθωνίους εκκλησιαστικών και πολιτικών αξιωματούχων.

Νομίζω ότι τα αρχαία Πατριαρχεία δύνανται να δείξουν πως η γλώσσα των εκβιασμών, των ύβρεων, των γεωπολιτικών και οικονομικών «ανταλλαγμάτων» δεν έχει μακροπρόθεσμα ελπίδα στην Ορθοδοξία. Είθε να συνεχίσουν να στέκονται στο ύψος των περιστάσεων, με σύνεση, αλλά και την αποφασιστικότητα που επιβάλλουν οι σημερινές συνθήκες, όντας μεν Εκκλησίες πτωχές, «πολλούς δὲ πλουτίζοντες» (Β´ Κορ. 6:10). 

Κωνσταντινούπολη, Μόσχα και το Ουκρανικό

Άποψη από τον π. ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΑΥΓΗ*
Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21.10.2018


Ποιος ακριβώς απειλεί την ενότητα; Είναι δελεαστικό, αν μη αφελές, να ερμηνεύουμε τη ρήξη μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Μόσχας –αυτή τη φορά γύρω από το αυτοκέφαλο στην Ουκρανία– από τη σκοπιά ενός εσωτερικού ανταγωνισμού για εξουσία και δικαιοδοσία. Η πραγματικότητα είναι πιο πολύπλοκη από μια ενδο-ορθόδοξη διαμάχη. Υπάρχουν γεωπολιτικές προεκτάσεις πέρα από τις θρησκευτικές ίντριγκες, ενώ το θέμα υπερβαίνει οποιαδήποτε άσκηση δικαιώματος ή εκδήλωση κυριαρχίας.

Το ζήτημα της αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία, μαζί με ερωτήματα γύρω από την εγκυρότητα ιεροσύνης και μυστηρίων, είναι ζωτικής σημασίας για την ορθόδοξη ενότητα, αλλά αυτά που μαστίζουν την Ορθοδοξία τους τελευταίους αιώνες είναι ο απομονωτισμός και ο εθνικισμός. Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να εξεταστεί η κατάσταση στην Ουκρανία.

Και αυτή είναι η προοπτική στην οποία πρέπει να εκτιμηθεί η απόφαση του Πατριαρχείου Μόσχας να διακόψει κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η διαβρωτική επίδραση της απόφασης αυτής στο ευρύτερο σώμα της Εκκλησίας –που αναγκάζει επισκόπους και συνόδους να επιλέξουν πλευρά– υπογραμμίζει πως μια χούφτα από ορθόδοξους ιεράρχες λαμβάνει αποφάσεις, αδιαφορώντας τόσο για τους πιστούς όσο και για την ευρύτερη κοινωνία. Μια τέτοια ενέργεια θα έχει ασφαλώς σοβαρότερες επιπτώσεις στη «διασπορά», όπου οι διάφορες ορθόδοξες δικαιοδοσίες συνεργάζονται σε ιεραποστολικό και ανθρωπιστικό επίπεδο.

Ασφαλώς η Ορθόδοξη Εκκλησία δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί δημοκρατική (με την πολιτική ή κοινωνική έννοια), ακόμα και στην πιο συνοδική της έκφραση. Μοιάζει μάλλον με αμοιβαία αλληλεξάρτηση μεταξύ κλήρου και λαού. Η αρχαία Εκκλησία θεωρούσε ότι «ο λόγος της αλήθειας» δεν αποτελεί προνόμιο ενός επισκόπου ή μιας συνόδου, αλλά ανήκει σε ολόκληρη την Εκκλησία. Έτσι, όταν η Μόσχα απειλεί την Κωνσταντινούπολη με αφορμή την ευτυχή και ευσπλαχνική αποκατάσταση εκατομμυρίων Ουκρανών στην κανονικότητα, αναρωτιόμαστε πώς ήταν καταρχήν δυνατό να στιγματίζονται ως σχισματικοί μια ολόκληρη γενιά πιστών!

Η απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να ανταποκριθεί στο αίτημα για αυτοκεφαλία στην Ουκρανία, που προ πολλού βρισκόταν αποξενωμένη από τη Μόσχα, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης από την πλευρά του κανονικού δικαίου και να υποστηριχθεί από ιστορικά προηγούμενα. Ωστόσο η κλιμάκωση απειλών και σαρωτικών αντιποίνων από τη Μόσχα υποδηλώνει ένα βαθύτερο σκεπτικό, που ξεπερνάει την απλή εδαφική διαμάχη. Μπορεί η Ρωσία να χάσει κάποια «περιουσία», αλλά η Κωνσταντινούπολη σίγουρα δεν κερδίζει «εξουσία». Απλά, καλώς ή κακώς, η Ορθόδοξη Εκκλησία μακροπρόθεσμα θα αποκτήσει ένα νέο μέλος – μάλιστα με παρόμοια διαδικασία όπως στην περίπτωση άλλων Εκκλησιών, όπως της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Τσεχίας. Πώς μπορεί μια εθνική Εκκλησία, που μόλις πρόσφατα αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητη, να διαμαρτύρεται ότι η αναγνώριση ανεξάρτητων Εκκλησιών σε νέες χώρες «θέτει σε κίνδυνο την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας»;

Είναι άραγε η ενότητα μια ψευδαίσθηση; Οι ορθόδοξοι επιχαίρουν για την ενότητα στο δόγμα και στα μυστήρια. Η ενότητα αυτή ήταν πάντα ελκυστική για τους απέξω, ενώ συνιστούσε μάλλον μια ρομαντική αίσθηση από μέσα. Αν η ενότητα και η κανονικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια νομικιστική ή ευσεβιστική πραγματικότητα, τότε οι ορθόδοξοι θα πρέπει να παραδεχτούμε αποτυχία και υποκρισία. Είναι αδιανόητο να κραδαίνουμε την ενότητα σαν λάβαρο αντίστασης ή όπλο επιθετικό, μονάχα όταν προκύπτουν εσωτερικά προβλήματα. Κι είναι σίγουρα ανόητο να συσχετίζουμε την ενότητα με εδαφικές διεκδικήσεις, όπως όταν η Μόσχα κατηγόρησε την Κωνσταντινούπολη πως «καταπατά τις κόκκινες γραμμές και καταστρέφει την ενότητα της παγκόσμιας Ορθοδοξίας». Εύλογα αναρωτιόμαστε για ποια άραγε ενότητα μιλάμε;

Ενώ αναμενόταν με μεγάλη ελπίδα, όταν συγκλήθηκε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Κρήτη έπειτα από αιώνες, η ενότητα αποδείχθηκε τελικά μια ψευδαίσθηση. Τότε έγινε σαφές ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία θα αρνιόταν πεισματικά να εισέλθει στον 21ο αιώνα χωρίς αντίσταση, ή ακόμη και δυσαρέσκεια.

Αυτό εκφράστηκε χαρακτηριστικά κατά την προετοιμασία των συνοδικών κειμένων, όταν ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δήλωσε πως οι συνοδικοί επίσκοποι μπορούσαν να αξιοποιήσουν περίτεχνες διατυπώσεις προκειμένου να περιγράψουν τις άλλες χριστιανικές κοινωνίες, αλλά έπρεπε σε κάθε περίπτωση να αποφύγουν να τους χαρακτηρίσουν αιρετικούς. Ακολούθησε μια απίστευτη διαδικασία, με απήχηση μέχρι σήμερα σε συντηρητικούς κύκλους. Το τελικό ψήφισμα –τροποποιημένο αρχικά για να κατευνάσει τη Ρωσία, τη Βουλγαρία και τη Γεωργία, που απείχαν τελικά από τη Σύνοδο– ήταν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει «την ιστορική ονομασία» των άλλων κοινοτήτων που ισχυρίζονται ότι είναι Εκκλησίες.

Η πεποίθηση του Οικουμενικού Πατριάρχη –ότι οι ουσιαστικά διαιρεμένες Ορθόδοξες Εκκλησίες πρέπει να συνεργάζονται προκειμένου να διακηρύττουν ένα πειστικότερο μήνυμα στον κόσμο– αντιμετώπισε την ίδια αντιπολίτευση (και δυσφήμηση) που τώρα αντιμετωπίζει για την Ουκρανία. Η Μεγάλη Σύνοδος προσέφερε την καταλληλότερη ευκαιρία προκειμένου να εξετασθούν οι οποιεσδήποτε θρησκευτικές ανησυχίες ή εδαφικές διεκδικήσεις. Απέχοντας, η Ρωσία έχασε μια μοναδική στιγμή να επιδείξει αυθεντική αλληλεγγύη και ηγετικότητα. Σήμερα επιμένει για πανορθόδοξη συναίνεση. Τότε, όπως και τώρα, η στρατηγική ήταν παρόμοια: απειλή σχίσματος και διακοπή κοινωνίας.

Σίγουρα οι σύνοδοι ρυθμίζουν τον τρόπο λειτουργίας της Εκκλησίας. Ωστόσο, η Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης αφορούσε λιγότερο αποφάσεις που έπρεπε να ληφθούν ή κείμενα που έπρεπε να εγκριθούν και περισσότερο την προθυμία ή την ετοιμότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών να εγκαινιάσουν μια ειλικρινέστερη συζήτηση με τη σύγχρονη κοινωνία αντί να παραμείνουν κλεισμένες στο καβούκι του μεσαιωνικού παρελθόντος.

Μια διαίρεση Ανατολής - Δύσης; Οταν η σκανδαλοθηρία και η παράνοια –τότε στην Κρήτη και τώρα στην Ουκρανία– υπαινίσσονται ότι η Κωνσταντινούπολη εξαναγκάζεται ή ελέγχεται από το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, εκείνο που βγαίνει στην επιφάνεια είναι μια λανθάνουσα εχθρότητα απέναντι στη Δύση, αιχμή του δόρατος της οποίας υπήρξε αναμφίβολα το Πατριαρχείο της Μόσχας. Η όποια ιδεολογική ρητορική ενισχύει την έντονη διάκριση ανάμεσα στην αποκλειστικότητα της Εκκλησίας και την αμαρτωλότητα της Δύσης. Έτσι, Σέρβος επίσκοπος επιμένει ότι «η Δύση προσπαθεί να διασπάσει την Ορθοδοξία, που αποτελεί τον τελευταίο μηχανισμό ενότητας των λαών της πρώην ΕΣΣΔ και της πρώην Γιουγκοσλαβίας».

Είναι βολικότερο να αμφισβητούνται εδαφικά όρια παρά να συζητούνται θέματα δικαιοσύνης. Η αυταρέσκεια για τη λειτουργική και πνευματική μας παράδοση εμπνέει μεγαλύτερη ασφάλεια από ό,τι η αντιμετώπιση του τοπικισμού και της προκατάληψης. Έτσι λοιπόν διεκδικούν μερικοί ορθόδοξοι συγγένεια με συντηρητικούς Αμερικανούς, όπως ο αντιπρόεδρος Μάικ Πενς και ο ευαγγελικός ηγέτης Φράνκλιν Γκράχαμ.

Όμως, ένας πολιτισμός ανοικτών οριζόντων απαιτεί τολμηρότητα. Και ο Οικουμενικός Πατριάρχης επιβεβαιώνει την ανάγκη για διάλογο σε όλα τα επίπεδα – αντιμετωπίζοντας μάλιστα πρωτοφανή κριτική, ακόμη και στην Ελλάδα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη αλήθεια, που διακονεί ο Βαρθολομαίος, εκπληρώντας το ιστορικό του προνόμιο ως ο ηγέτης της ανά την οικουμένη Ορθοδοξίας και διατηρώντας την Ορθόδοξη Εκκλησία πάντοτε σε επαφή με τον κόσμο του 21ου αιώνα.

Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν πολλά να μάθουν για την ανοχή και ανοικτότητα – απέναντι σε άλλες θρησκείες και κοινωνίες. Ο Βαρθολομαίος όμως έχει από καιρό αφομοιώσει αυτή την κοσμοθεωρία ως απόρροια της μοναδικής κληρονομιάς του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αυτό που του εξασφαλίζει την ευθύνη για την ενότητα είναι, κατά παράδοξο τρόπο, η μαρτυρική ταπείνωση της Μητρός Εκκλησίας –ακριβώς δηλαδή αυτό που του καταλογίζουν οι ανταγωνιστές του σαν αδυναμία– και όχι κάποιο βυζαντινό είδωλο ή μελλοντικό ιδεώδες.

Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες πάντοτε θα εκδηλώνουν εδαφικές διεκδικήσεις. Ωστόσο οι ιεράρχες θα πρέπει να επιδεικνύουν σύνεση και μετριοπάθεια. Είναι απαράδεκτο να προκαλούν μια γενικευμένη δυσπιστία, μιλώντας για «εχθρούς» της Ρωσίας. Και είναι εμπρηστικό να απειλούν για βίαιη επανάσταση, κατ’ αναλογία με τη ναζιστική Γερμανία.

Η ειρήνη και η νηνεμία απορρέουν από τη βεβαιότητα πως η θεία χάρη ποτέ δεν εγκαταλείπει την Εκκλησία. Εκατομμύρια πιστών εύχονται ότι οι εκκλησιαστικοί και πολιτικοί ηγέτες στη Ρωσία και στην Ουκρανία θα μπορέσουν να αδράξουν την παρούσα κρίση ως ευκαιρία ωρίμανσης μιας περιοχής που έχει περισσότερο να κερδίσει από τη συνδιαλλαγή παρά από τον διχασμό.

* Ο π. Ιωάννης Χρυσαυγής είναι αρχιδιάκονος του Οικουμενικού Θρόνου.

Συνέντευξη του δημοσιογράφου Ανδρέα Λουδάρου στο Ucrinform για την Ουκρανική Αυτοκεφαλία


Μιαν ιδιαίτερα κατατοπιστική κι ενδιαφέρουσα συνέντευξη σχετικά με τις εξελίξεις και τις επιπτώσεις του ουκρανικού εκκλησιαστικού ζητήματος παραχώρησε στο επίσημο Πρακτορείο Ειδήσεων της Ουκρανίας «Ucrinform» o δημοσιογράφος Ανδρέας Λουδάρος.
Ο ιδρυτής του πρώτου Πρακτορείου Εκκλησιαστικών Ειδήσεων στην Ελλάδα (RNN – 2004) καθώς και του ψηφιακού περιοδικού orthodoxia.info απάντησε στα ερωτήματα των Ουκρανών δημοσιογράφων σχετικά με τις παραμέτρους του ζητήματος το οποίο μονοπωλεί την ουκρανική επικαιρότητα αλλά κατέχει πρωτεύουσα θέση και στις στήλες του συνόλου των διεθνών ΜΜΕ, τα περισσότερα εκ των οποίων αναμεταδίδουν σχεδόν σε καθημερινή βάση τα δημοσιεύματα της συντακτικής ομάδας του www.orthodoxia.info.
Δείτε τη δημοσίευση στην επίσημη ιστοσελίδα του Πρακτορείου Ucrinform: στα ουκρανικά, στα ρωσικά
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης στην ελληνική γλώσσα:
Στις 15 Οκτωβρίου η Ι. Σ της Ρωσικής Εκκλησίας διέκοψε την ευχαριστιακή κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αντιδρώντας στην απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη να εκκινήσει τις διαδικασίες απονομής Αυτοκεφάλου στην Εκκλησία της Ουκρανίας. Μάλιστα, από την πλευρά της Εκκλησίας της Ρωσίας ακούστηκαν προσβλητικοί χαρακτηρισμοί κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριάρχη Βαρθολομαίου προσωπικά. Πως αξιολογείτε την απόφαση αυτή αλλά και τη στάση της Μόσχας, της «Τρίτης Ρώμης»;
-Πρόκειται για μια αναμενόμενη αντίδραση την οποία η Εκκλησία της Ρωσίας είχε προαναγγείλει. Βέβαια πρέπει να σημειώσω πως αυτή η απόφαση ήρθε νωρίτερα απ’ ότι περιμέναμε. Θυμίζω πως όταν η Κωνσταντινούπολη απέστειλε στο Κίεβο τους Εξάρχους της, η Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας αποφάσισε την διακοπή Κοινωνίας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη και τους αρχιερείς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προειδοποιώντας πως, αν η Κωνσταντινούπολη εκδώσει τον Τόμο, θα προχωρήσει σε ολοκληρωτική διακοπή Κοινωνίας.
Αυτό τελικά συνέβη όχι όμως με την έκδοση του Τόμου αλλά μετά την απόφαση για άρση της επιστολής του 1686 και την επαναφορά των σχισματικών επισκόπων. Αναρωτιέμαι ποια θα είναι η αντίδραση της Εκκλησίας της Ρωσίας όταν τελικά εκδοθεί ο Τόμος.
Αυτό που με προβληματίζει είναι το επίπεδο και η ποιότητα των επιχειρημάτων της Εκκλησίας της Ρωσίας. Ακούμε για μείωση των Ρώσων τουριστών στους προσκυνηματικούς προορισμούς. Διαβάζουμε για απαγόρευση δωρεών σε μοναστήρια του Άθω. Δεν είναι αυτά εκκλησιαστικά επιχειρήματα. Πιο πολύ θυμίζουν διακρατικές διαφωνίες. Μέχρι για τον ισλαμικό χαρακτήρα της χώρας στην οποία εδρεύει το Οικουμενικό Πατριαρχείο ακούσαμε. Δηλαδή, όταν η Κωνσταντινούπολη αναγνώρισε το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ρωσίας και την αναβάθμισε σε Πατριαρχείο, πού βρισκόταν, σε κάποιον «ορθόδοξο Παράδεισο»; Δεν είναι σοβαρά επιχειρήματα αυτά.
Μπορεί το Πατριαρχείο της Μόσχας να θεωρείται κανονική Εκκλησία μετά την απόφασή του να διακόψει την ευχαριστιακή κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο; Τι αντιδράσεις μπορούν να ακολουθήσουν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά την απόφαση της Μόσχας; Θα στηρίξουν οι υπόλοιπες Εκκλησίες τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο ή την απόφαση της ρωσικής Εκκλησίας; Κινδυνεύει η ρωσική Εκκλησία με αυτο-απομόνωση;
-Δεν είμαι θεολόγος για να σας απαντήσω με σαφήνεια σε αυτό το ερώτημα αλλά σε κάθε περίπτωση, όταν κάποιος διακόπτει την Κοινωνία με την πηγή της ύπαρξής του, γιατί αυτό είναι η Κωνσταντινούπολη για τη Ρωσική Εκκλησία, νομίζω πως έχει πρόβλημα. Δεν περιμένουμε αυτή τη στιγμή κάποια συγκεκριμένη αντίδραση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορεί να πράξει αλλά φαίνεται πως δεν αλλάζει κάτι στην διαδικασία, που έχει πάρει τον δρόμο της.
Η απομόνωση της Εκκλησίας της Ρωσίας, που με ρωτάτε, είναι κάτι πολύ πιθανό να συμβεί εάν θυμηθούμε ότι πρόσφατα, στη Σύνοδο της Κρήτης, μόλις τρείς Εκκλησίες στάθηκαν στο πλευρό του Πατριάρχη Κυρίλλου. Νομίζω πάντως πως τα τελευταία γεγονότα θα πρέπει να προβληματίσουν την ηγεσία της Εκκλησίας της Ρωσίας που ίσως θα πρέπει να δει καλύτερα πως τοποθετεί η ίδια τον εαυτό της στον ορθόδοξο κόσμο και πως ο κόσμος αυτός την αποδέχεται.
Πως αξιολογείτε τις αποφάσεις της Ι. Σ. του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 11/10/2018 σχετικά με το ουκρανικό ζήτημα; Ξέρετε πόσες Εκκλησίες συμμετείχαν στη Σύνοδο αυτή και στήριξαν την αυτοκεφαλία και πόσες τάχθηκαν με την πλευρά της Ρωσίας;
-Στη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης συμμετέχουν μόνο οι μητροπολίτες του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μέχρι στιγμής καμία άλλη Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει συμμετάσχει σε αυτές τις αποφάσεις. Οι υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες θα κληθούν να λάβουν θέση όταν θα ληφθεί η τελική απόφαση της έκδοσης του Τόμου. Τότε θα δούμε ποιες Εκκλησίες στηρίζουν την Εκκλησία της Ρωσίας.
Σίγουρα υπάρχουν κάποιες Εκκλησίες που έχουν εκφράσει τον προβληματισμό τους, όπως η Εκκλησία της Αντιόχειας, της Σερβίας και της Πολωνίας αλλά προτείνω να περιμένουμε τις τελικές αποφάσεις τους.
Η επόμενη συνεδρίαση της Ι. Σ. θα γίνει τον Νοέμβριο. Υπάρχει πιθανότητα κατά τη διάρκεια αυτής της συνεδρίασης να εκδοθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ο Τόμος; Είναι πιθανό ο Οικουμενικός Πατριάρχης να υποχωρήσει κάτω από τις πιέσεις και τις απειλές της Μόσχας;
-Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στην τελευταία ανακοίνωσή του, ξεκαθάρισε πως η διαδικασία προχωρά κανονικά. Δεν μπορώ, όμως, να προβλέψω τις επόμενες ενέργειές του, γιατί υπάρχουν πολλές παράμετροι που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Δεν θεωρώ απίθανο να έχουμε εξελίξεις στην επόμενη συνεδρίαση του Νοεμβρίου αλλά δεν θα πρέπει να προσπεράσουμε το γεγονός πως από την πλευρά του Κιέβου ακούγονται κάποιες «παραφωνίες».
Για παράδειγμα, ο επικεφαλής του «Πατριαρχείου της Ουκρανίας» Φιλάρετος εξακολουθεί να αναγνωρίζει τον εαυτό του ως Πατριάρχη. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει «Πατριαρχείο Κιέβου» ούτε Πατριάρχης. Νομίζω πως αυτά τα πράγματα θα πρέπει να λυθούν πριν ληφθούν οι τελικές αποφάσεις. Κατά τη γνώμη μου, αν υπάρχει κάτι το οποίο μπορεί να κάνει τον Οικουμενικό Πατριάρχη να αλλάξει στάση, δεν είναι οι ρωσικές πιέσεις αλλά η αδυναμία ορισμένων να ακολουθήσουν τους παγκόσμιους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Κατά την άποψή σας, η παροχή Αυτοκεφάλου στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας θα αποδυναμώσει τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή, αντίθετα, θα ενισχύσει την εξουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τη θέση της Κωνσταντινούπολης («δεύτερη Ρώμη») ως κύριας πρωτεύουσας του Ορθόδοξου κόσμου στον αγώνα της με τη Μόσχα, η οποία θεωρεί τον εαυτό της την «τρίτη Ρώμη», επιδεικνύοντας το μεγάλο ποίμνιο της;
-Δεν υπήρξε ποτέ «δεύτερη Ρώμη». Αυτό που υπάρχει είναι η «Νέα Ρώμη» η οποία έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες που της δόθηκαν από Οικουμενικές Συνόδους. Όταν κάποτε συγκληθεί μια νέα Οικουμενική Σύνοδος, τότε αυτό το θέμα μπορεί να τεθεί. Αλλά όσο δεν υπάρχει μια τέτοια Σύνοδος, υπάρχουν κανόνες οι οποίοι τηρούνται.
Αν κάθε φορά που κάποιος νιώθει πιο δυνατός από τους άλλους διεκδικεί την ηγεσία, τότε η Ορθόδοξη Εκκλησία θα μετατραπεί σε αγέλη. Ο ηγέτης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όμως, έχει καθαρά πνευματική αποστολή, δεν είναι το «alpha male».
Ποιες θα ειναι οι επιπτώσεις από το Αυτοκέφαλο της ουκρανικής Εκκλησίας, τόσο στη ρωσική Εκκλησία ως σύνολο όσο και προσωπικά στον Πατριάρχη Κύριλλο;
-Δεδομένης της στενής σχέσης που έχει στη Ρωσία το Πατριαρχείο με το Κρεμλίνο, πολύ φοβάμαι πως η υπόθεση της ουκρανικής Αυτοκεφαλίας θα προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις. Το πώς θα διαχειριστεί η Ρωσία αυτό το θέμα είναι σαφώς δική της υπόθεση και κανείς δεν μπορεί να της υποδείξει τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να κάνει.
Σίγουρα, όμως, η απώλεια της επιρροής της Μόσχας στην ουκρανική Εκκλησία είναι κάτι το οποίο θα στιγματίσει ιστορικά την πατριαρχεία του Πατριάρχη Κύριλλου. Η κίνηση του Πατριάρχη Κυρίλλου να συγκαλέσει για πρώτη φορά την Ιερά Σύνοδο στη Λευκορωσία, κατά την άποψη μου, δεν δείχνει κάποιον ισχυρό ο οποίος είναι σίγουρος για τις δυνάμεις του αλλά κάποιον ο οποίος φοβάται για το τι μπορεί να του φέρει η επόμενη μέρα.
Πάντως, νομίζω πως η επίδειξη της αριθμητικής υπεροχής της Εκκλησίας της Ρωσίας απέναντι στις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες απλά την αδικεί. Η Ρωσία έχει πλούσιο πνευματικό κεφάλαιο να επιδείξει και να υπερηφανεύεται γι’ αυτό. Η Εκκλησία της Ρωσίας είναι παραπάνω από «πολλοί άνθρωποι με δύναμη και χρήματα» και αυτό πρέπει να το δει πρώτα η ίδια η Ρωσία.

Η επίθεση της «τρίτης Ρώμης» στο Οικουμενικό Πατριαρχείο

Ηλίας Κουσκουβέλης - Παύλος Σεραφείμ | huffingtonpost.gr | 23.10.2018 


Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, για μία ακόμη φορά στην μακραίωνη ιστορία του, δέχεται ανοίκεια και σφοδρή επίθεση. Αυτήν τη φορά, δυστυχώς, η επίθεση δεν προέρχεται από κάποια άλλη καθολική ή προτεσταντική εκκλησία ή από αλλόθρησκους, αλλά από μία άλλη Ορθόδοξη εκκλησία, την Εκκλησία της Ρωσίας, η οποία στα μάτια πολλών Ορθοδόξων, Ελλήνων και όχι μόνον, χαίρει ιδιαίτερης τιμής. Και τούτο διότι, στις 11 Οκτωβρίου 2018, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε, όπως είχε δικαίωμα, να χορηγήσει αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ουκρανίας, να άρει τα αναθέματα και να αποκαταστήσει στον αρχιερατικό τους βαθμό τους ιεράρχες Φιλάρετο Ντενισένκο και Μακάριο Μαλετίτς, και να άρει την ισχύ του Συνοδικού Γράμματος Εκδόσεως του έτους 1686.
Το Πατριαρχείο Μόσχας, επικουρούμενο από το ρωσικό κράτος και συνεπές στις φιλοδοξίες του για αύξηση της επιρροής του επί του συνόλου της Ορθοδοξίας, αντέδρασε δυναμικά ανακοινώνοντας στις 18 Οκτωβρίου 2018 την διακοπή κοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και κάλεσε τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες να λάβουν θέση. Παράλληλα, εξέφρασε την πλήρη υποστήριξή του στον μητροπολίτη Ονούφριο και την υπ’ αυτόν «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριαρχείο Μόσχας)». Αυτά βέβαια επισήμως, διότι ανεπισήμως οι διαδικτυακές επιθέσεις στο Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι πλείστες και ανάρμοστες, όπως μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς με μία σύντομη περιήγησή του στο διαδίκτυο.

Πώς όμως φθάσαμε σε αυτήν τη ρήξη;

Για να γίνει αντιληπτό το τι συμβαίνει, στη συνέχεια, παρουσιάζονται εν συντομία η εκκλησιαστική κατάσταση στην Ουκρανία, οι «κανονικές» (εκκλησιαστικού δικαίου) πτυχές της διαμάχης, αλλά και το πολιτικό πλαίσιο των γεγονότων.
Σήμερα στην Ουκρανία υπάρχουν τρεις ορθόδοξες εκκλησίες.Η πρώτη είναιη «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριαρχείο Μόσχας)», η οποία τελεί σε στενή πνευματική σχέση με το Πατριαρχείο Μόσχας και έχει ως επικεφαλής της τον μητροπολίτη Ονούφριο Μπερεζόφσκι. Η Εκκλησία αυτή ιδρύθηκε το 1990 ως μια αυτοδιοικούμενη εκκλησία και θεωρείται ότι έχει τους περισσότερους πιστούς στην Ουκρανία σήμερα.
Δεύτερη κατά σειρά και σημασία είναι η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία – Πατριαρχείο Κιέβου», της οποίας ηγείται, από το 1995, ο (αυτοαποκαλούμενος Πατριάρχης) Φιλάρετος Ντενισένκο. Ο Φιλάρετος πρώτα ανήκε στις τάξεις της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ως μητροπολίτης Κιέβου, όμως το 1992 εξωθήθηκε σε παραίτηση από τον θρόνο του Κιέβου, καθώς κατηγορήθηκε από την ρωσική εκκλησία ως πράκτορας της KGB∙ σημειώνεται ότι, λίγα χρόνια πριν, το 1990, ο Φιλάρετος ήταν βασικός διεκδικητής του θρόνου του Πατριαρχείου Μόσχας, αλλά δεν κατόρθωσε να αναρριχηθεί σε αυτόν, καθώς ηττήθηκε από τον Αλέξιο.
Η παραίτησή του βέβαια ήταν προσωρινή, διότι σύντομα την ανακάλεσε και πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (6 Ιουνίου 1992), της οποίας, έπειτα από 3 χρόνια, ανέλαβε τις τύχες. Το Πατριαρχείο Μόσχας στις 11 Ιουνίου 1992 αντέδρασε αφορίζοντας τον Φιλάρετο και κηρύσσοντάς τον σχισματικό, ενώ θεώρησε όλες του τις ενέργειες αντικανονικές. Μάλιστα, κατήγγειλε τις ενέργειές του και στις υπόλοιπες ορθόδοξες εκκλησίες, οι οποίες, θεωρώντας μέχρι πρόσφατα την Ουκρανία ως ανήκουσα από κανονικής απόψεως στο Πατριαρχείο Μόσχας, δεν είχαν αναγνωρίσει στην μεγάλη τους πλειοψηφία την εκκλησία του Φιλάρετου.
Η τρίτη εκκλησία είναι η «Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία» με επικεφαλής της τον μητροπολίτη Μακάριο Μαλετίτς. Η εν λόγω εκκλησία θεωρεί τον εαυτό της διάδοχο της ουκρανικής εκκλησίας που είχε ιδρυθεί στη χώρα το 1921 και ότι απλώς το 1991 επανιδρύθηκε. Το Πατριαρχείο Μόσχας και αυτήν την εκκλησία την θεωρεί σχισματική και δεν την αναγνωρίζει κανονικά.
Από πολιτική άποψη, η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριαρχείο Μόσχας)» έχει φιλορωσικό προσανατολισμό, ενώ αντίθετα οι άλλες δύο, και κυριότερα η «Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Κιέβου» έχουν φιλοδυτικό προσανατολισμό και υποστηρίζονται από τον Πρόεδρο της Ουκρανίας Ποροσένκο.
Το τελευταίο διάστημα, ως γνωστόν, τα πράγματα οξύνθηκαν. Συγκεκριμένα, ο μητροπολίτης Φιλάρετος, έχοντας τη σαφή υποστήριξη του Ποροσένκο, απευθύνθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για την επίλυση του εκκλησιαστικού ζητήματος, ζητώντας από αυτό αφενός την άρση του αναθέματος και της ακοινωνησίας του και αφετέρου την αναγνώριση της εκκλησίας του ως αυτοκέφαλης και ανεξάρτητης εκκλησίας. Πραγματικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανταποκρίθηκε στο αίτημα και παρενέβη, καθώς θεώρησε ότι από κανονικής απόψεως είχε κάθε δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση να πράξει κάτι τέτοιο. Η παρέμβαση όμως αυτή του Φαναρίου συνάντησε τη σφοδρή αντίθεση του Πατριαρχείου Μόσχας που κατηγόρησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο για «εισπήδηση», εισβολή δηλαδή στα εκκλησιαστικά όρια μιας άλλης ορθόδοξης εκκλησίας.

Οι ισχυρισμοί του Πατριαρχείου Μόσχας

Το Πατριαρχείο Μόσχας ισχυρίζεται, από την πλευρά του, ότι για πάνω από τρεις αιώνες η εκκλησία της Ουκρανίας ανήκει στη δικαιοδοσία του, καθώς το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο με Πράξη κατά το έτος 1686 είχε εκχωρήσει στη Μόσχα τη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Κιέβου, που αποτελούσε την τότε Ουκρανική Εκκλησία. Έκτοτε, κατά το Πατριαρχείο Μόσχας ουδέποτε αμφισβητήθηκε η μεταβολή αυτή, ενώ δεν αποτελεί πρακτική και έθος στην ορθόδοξη παράδοση να αμφισβητούνται αρχαία εκκλησιαστικά έγγραφα τέτοιου είδους. Παράλληλα, υπενθύμισε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ότι, όταν κατά το παρελθόν η ρωσική εκκλησία είχε επιβάλει το επιτίμιο της ακοινωνησίας στον Φιλάρετο, το Φανάρι θεώρησε το θέμα εσωτερικό ζήτημα του Πατριαρχείου Μόσχας και είχε συμφωνήσει με την επιβαλλόμενη ποινή στον Φιλάρετο. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το Πατριαρχείο Μόσχας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έχει κανένα δικαίωμα παρέμβασης στα ουκρανικά εκκλησιαστικά πράγματα.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντίθετα θεωρεί ότι είχε (και έχει) κάθε δικαίωμα από εκκλησιαστικής άποψης να επέμβει, καθώς αποτελεί την «Μητέρα Εκκλησία» που εκχριστιάνισε όχι μόνο τους Ουκρανούς, αλλά και γενικά όλους τους Ρώσους. Επιπλέον, ισχυρίζεται πως η μητρόπολη Κιέβου τελούσε πάντα υπό την εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ακόμη και μετά την εξύψωση της μητρόπολης Μόσχας σε Πατριαρχείο το έτος 1589. Μάλιστα, το έτος 1620 η εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, αποδεικνύοντας το ζωηρό της ενδιαφέρον για την Ουκρανική εκκλησία, την διέσωσε από την Καθολική Ουνία, αποστέλλοντας ως εκπρόσωπό της στη χώρα τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφάνη Γ’, ο οποίος και την ανέστησε εκκλησιαστικά.

Πράξη του 1686

Σε ό,τι αφορά την Πράξη του 1686, με την οποία πέρασε η μητρόπολη Κιέβου στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο απαντά πως αυτή έγινε κατόπιν πολλών παρασκηνιακών πολιτικών πιέσεων. Ακόμη όμως και υπ’ αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες για το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνθήκες, η υπαγωγή αυτή έγινε «τρόπω συγκαταβατικώ» και «οικονομικώς», για τις ανάγκες της εποχής εκείνης. Με άλλα λόγια, η υπαγωγή αυτή έγινε προσωρινά, «επιτροπικώς έως ημέρας επισκέψεως θείας». Επιπρόσθετα, η υπαγωγή αυτή δεν ήταν πλήρης, διότι αφορούσε μόνο το δικαίωμα της χειροτονίας, και όχι εκλογής (η εκλογή θα γινόταν από τους Ουκρανούς), του μητροπολίτη Κιέβου από τον Πατριάρχη Μόσχας, ενώ η οριζόμενη σαφώς στην Πράξη υποχρέωση του εκάστοτε μητροπολίτη Κιέβου να μνημονεύει τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως πριν από το Πατριάρχη Μόσχας αποδεικνύει την πνευματική υπαγωγή της εκκλησίας του Κιέβου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Τέλος, κατά πάγια πρακτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η παραχώρηση κανονικού εδάφους του πατριαρχείου σε άλλη εκκλησία γίνεται με έκδοση ειδικού εγγράφου, του «Τόμου», και όχι με απλή «Πράξη» ή συνοδικού «Γράμματος Εκδόσεως», όπως έγινε στην περίπτωση της εκκλησίας του Κιέβου. Κατά συνέπεια, ποτέ το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν απώλεσε το κυριαρχικό του δικαίωμα στην Ουκρανία, παρά την παραβίαση από την πλευρά του Πατριαρχείου Μόσχας της ουσίας και των τύπων της Πράξης του 1686 και ουδέποτε αποκήρυξε την «προσήκουσαν μητρικήν μέριμναν περί της Εκκλησίας της Ουκρανίας».

Με βάση τα παραπάνω, δύο πρώτες εκτιμήσεις μπορούν να γίνουν με ασφάλεια:

Πρώτον, εκκλησιαστικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε και έχει το δικαίωμα παρέμβασης στην ουκρανική υπόθεση, καθώς τα επιχειρήματά του είναι ισχυρά τόσο από «κανονική» άποψη, όσο και από την ορθόδοξη παράδοση και πρακτική.
Δεύτερον, κατά την διαχείριση της υπόθεσης αυτής το Πατριαρχείο Μόσχας μάλλον προέβη σε ορισμένες άστοχες κινήσεις. Προέβη σε μονομερείς ενέργειες, χωρίς συνεννόηση και διάλογο με τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες, ενώ φάνηκε να είναι αποκομμένο από το σύνολο αυτών. Επικαλέστηκε όμως τη βοήθειά τους στη δύσκολη για το ίδιο στιγμή. Κατά την ανακοίνωση της διακοπής της κοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ζήτησε, για παράδειγμα, από τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες να πάρουν θέση – πράγμα δύσκολο για αυτές. Εάν όμως είχε συμμετάσχει στην Πανορθόδοξη Σύνοδο που συγκάλεσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στο Κολυμπάρι των Χανίων (2016), και δεν απείχε επιδεικτικά απαξιώνοντας όχι μόνο τη Σύνοδο αλλά και τις συμμετέχουσες σε αυτό εκκλησίες, είναι βέβαιο πως τα πράγματα θα εξελίσσονταν διαφορετικά και το θέμα θα μπορούσε να επιλυθεί μέσω διαλόγου και ίσως πιο ανώδυνα για το Πατριαρχείο Μόσχας.
Φυσικά, η εκκλησιαστική αυτή διαμάχη είναι δύσκολο να κατανοηθεί, εάν κάποιος την προσεγγίσει μόνο εκκλησιαστικά, απομονώνοντάς την από την πολιτική πραγματικότητα.
Στην Ουκρανία αντιτίθενται δύο πλευρές, η μια εκκλησία προσβλέπει στην Ανατολή, στη Ρωσία, και η άλλη στη Δύση. Η κυβέρνηση της Ουκρανίας – ιδιαίτερα μετά την με στρατιωτικά μέσα προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσία – αποφάσισε να ξεφύγει από την όποια επιρροή της Ρωσίας και να ακολουθήσει έναν αυτόνομο εθνικά δρόμο. Σε αυτήν την πολιτική εντάσσεται και το να καταστεί αυτοκέφαλη η εκκλησία της Ουκρανίας με προφανή στόχο να μην επιτρέπεται η διαχείριση των εκκλησιαστικών θεμάτων της από την εκκλησιαστική αρχή μιας άλλης χώρας (κατά μία έννοια η αρχή cuiusregioeiusreligio).
Η αξίωση αυτή δεν είναι ξένη προς το έθος της ορθόδοξης παράδοσης: διότι η πρακτική ήταν πως κάθε φορά που ένα ορθόδοξο έθνος κέρδιζε την πολιτική του ανεξαρτησία, αυτό με το πλήρωμα του χρόνου αποκτούσε και ανεξάρτητη εθνική εκκλησία. Υπάρχουν χαρακτηριστικά παραδείγματα: η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία και σχεδόν όλες οι ορθόδοξες χώρες, απέκτησαν, αργά ή γρήγορα, μετά την ίδρυση των κρατών τους και ανεξάρτητη εθνική εκκλησία. Αυτήν την ίδια προσέγγιση υιοθετεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο και στην περίπτωση της Ουκρανίας.

Η επόμενη μέρα

Τί θα γίνει από εδώ και πέρα; Ασφαλώς το κλειδί των εξελίξεων το κρατά πλέον η ρωσική πλευρά, δηλαδή το Πατριαρχείο Μόσχας και η ρωσική κυβέρνηση. Εάν αφήσουν τα πράγματα να εξελιχθούν ομαλά, τότε όπως έχει συμβεί κατ’ επανάληψη σε ανάλογες περιπτώσεις, η κατάσταση, αργά ή γρήγορα, θα ομαλοποιηθεί εκκλησιαστικά και ο ουκρανικός λαός θα ειρηνεύσει. Εάν όμως, θελήσουν να χρησιμοποιήσουν την εκκλησία ως ένα μέσο διαίρεσης του ουκρανικού ορθόδοξου ποιμνίου και κατ’ επέκταση ως ένα μέσο απόκτησης πλεονεκτημάτων στο πολιτικό πεδίο, τότε θα υπάρξουν πολλά ακόμη επεισόδια στην κρίση της ορθόδοξης εκκλησίας στην Ουκρανία. Πολύ δε περισσότερο αν θελήσουν να συνεχίσουν να υποσκάπτουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ώστε η Μόσχα να αναδειχθεί – όπως για πολλούς αιώνες και διακαώς επιθυμεί – ως η «τρίτη Ρώμη» ή το Πατριαρχείο στη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Και επειδή από τα δύο ενδεχόμενα, πιο πιθανό είναι το δεύτερο που θα συνδυασθεί και με νέες επιθέσεις κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ως προς τις πληροφορίες που αναπαράγονται, τις αναλύσεις που γίνονται, αλλά, κυρίως, τις συχνά ανάρμοστες και υβριστικές επιθέσεις στο πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη. Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά ότι Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι μόνο ένα, δεν υπάρχει άλλο, και θα πρέπει να διαφυλαχθεί με κάθε τρόπο ή μέσο.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος αναρρώνει ομαλά. Έλαβε εξιτήριο από το Νοσοκομείο


Ο Μακ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος έλαβε το απόγευμα της Δευτέρας 22 Οκτωβρίου 2018 εξιτήριο από το νοσοκομείο στο Λονδίνο, όπου υποβλήθηκε σε λαπαροσκοπική επέμβαση, για αφαίρεση δύο ογκιδίων από στο συκώτι την περασμένη Τρίτη 16 Οκτωβρίου.

Ο Μακαριώτατος μίλησε στο ΡΙΚ από το Λονδίνο, τονίζοντας ότι αναρρώνει πολύ καλά και ομαλά. Αισθάνεται ευδιάθετος. Χαρακτηριστικά ανέφερε «δεν είμαι ασθενής»! Θα παραμείνει, όπως ανέφερε, για ακόμα μια εβδομάδα στο Λονδίνο, μεχρι να ολοκληρωθούν και οι βιοψίες των ιατρών και ακολούθως θα επιστρέψει στην Κύπρο στις 30 Οκτωβρίου 2018.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου είχε ολοκληρώσει κύκλο χημειοθεραπείας στο Ογκολογικό της Τράπεζας Κύπρου, προτού μεταβεί στο Λονδίνο.

Ο Μακαριώτατος έστειλε μήνυμα προς τους καρκινοπαθείς ότι «η ασθένεια είναι ιάσιμη και κυρίως, όταν εντοπιστεί εγκαίρως».

Δεν παρέλειψε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου να ευχαριστήσει τον θεράποντα ιατρό δρ. Παπαμιχαήλ και τους ιατρούς που προέβησαν στην επέμβαση στο Λονδίνο.

Οι υιϊκές μας ευχές συνοδεύουν σταθερά τον Μακαριώτατο. Ο κλήρος και λαός προσευχόμαστε να επιστρέψει υγιής και δυνατός να συνεχίσει το Θεάρεστο έργο για τη σωτηρία του Χριστεπωνύμου πληρώματος της παλαιφάτου Αποστολικής Εκκλησίας της Κύπρου.

Από το Γραφείο Ενημερώσεως και Επικοινωνίας

Η 27η επέτειος πατριαρχίας Βαρθολομαίου εν Φαναρίω + άλλες ειδήσεις 22ας Οκτωβρίου 2018

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ 
Ἐκκλησιαστικαί Εἰδήσεις 


Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος, ἐπί τῇ 27ῃ ἐπετείῳ ἀπό τῆς ἐκλογῆς Αὐτοῦ εἰς τόν Πάνσεπτον Οἰκουμενικόν Θρόνον, τήν Δευτέραν, 22αν Ὀκτωβρίου, ἐδέχθη ἐν τῷ Ἐπισήμῳ Αὐτοῦ Γραφείῳ τά ἑόρτια συγχαρητήρια τῆς ἐνταῦθα Σεβασμίας Ἱεραρχίας τοῦ Θρόνου, ἐν συνεχείᾳ δέ παρέθεσε πρός τιμήν αὐτῆς καί τῶν παρεπιδημούντων ἁγίων Ἀρχιερέων ἑόρτιον γεῦμα εἰς τό Ἑστιατόριον «Sunset», εἰς ὅ παρεκάθησε καί ἡ Εὐγεν. κ. Γεωργία Σουλτανοπούλου, Γεν. Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Πόλει. 

* * *

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐχοροστάτησεν ἐν τῷ ἐν Νεοχωρίῳ Μετοχίῳ τοῦ Παναγίου Τάφου, κατά τόν Ἑσπερινόν τῆς Θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, τήν Δευτέραν, 22αν ἰδίου, ἐπί τῇ ἱ. μνήμῃ τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, πρώτου Ἱεράρχου Ἱεροσολύμων, προσκληθείς ὑπό τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀνθηδῶνος κ. Νεκταρίου, Ἐπιτρόπου αὐτοῦ ἐν τῇ Πόλει. 
     Τόν θεῖον λόγον ἐκήρυξεν ὁ Πανοσιολ. Μ. Ἱεροκῆρυξ κ. Πανάρετος. 
     Παρέστησαν συμπροσευχόμενοι οἱ Σεβ. Μητροπολῖται Γέρων Δέρκων κ. Ἀπόστολος, Μυριοφύτου καί Περιστάσεως κ. Εἰρηναῖος, Ἰκονίου κ. Θεόληπτος, Καλλιουπόλεως καί Μαδύτου κ. Στέφανος, Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρος καί Ἀδριανουπόλεως κ. Ἀμφιλόχιος, οἱ Θεοφιλ. Ἐπίσκοποι Χριστουπόλεως κ. Μακάριος, Ἁλικαρνασσοῦ κ. Ἀδριανός καί Ἐρυθρῶν κ. Κύριλλος, ἡ Εὐγεν. κ. Γεωργία Σουλτανοπούλου, Γεν. Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐνταῦθα, Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας καί πιστοί ἐντεῦθεν καί ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. 
     Ἐν τῷ τέλει ὡμίλησαν ὁ Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνθηδῶνος, ὅστις διεβίβασε τόν ἀδελφικόν ἀσπασμόν καί τάς εὐχάς τῆς Α. Μ. τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεοφίλου Γ´, καί ὁ Παναγιώτατος, ἀντιφωνήσας καταλλήλως καί ἀναφερθείς εἰς τάς παραδοσιακάς ἀγαστάς σχέσεις μεταξύ τῶν Πρεσβυγενῶν Ἀποστολικῶν καί Πατριαρχικῶν Θρόνων Κωνσταντινουπόλεως καί Ἱεροσολύμων.
     Τέλος, ἀδελφικῇ παρακλήσει τῆς Α. Μακαριότητος, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, ἐξ ὀνόματος τῆς ἡγεσίας τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας, ἀπένειμε τῷ Ἐντιμολ. Μ. Χαρτοφύλακι τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μ. Ἐκκλησίας κ. Παντελεήμονι Βίγκᾳ τό ὀφφίκιον τοῦ Σταυροφόρου τοῦ Τάγματος τῶν Ὀρθοδόξων Σταυροφόρων τοῦ Παναγίου Τάφου, εἰς ἐπιβράβευσιν τοῦ ὑπό τοῦ Ἄρχοντος πρός τά Ἱερά ἐν τῇ Πόλει Μετόχια αὐτοῦ ἐπιδειχθέντος ἀμερίστου ἐνδιαφέροντος. 

* * * 

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐδέξατο εἰς ἀκρόασιν
- Τόν Σεβ. Μητροπολίτην Τρανουπόλεως κ. Γερμανόν, Ἀρχιερατικῶς Προϊστάμενον τῆς Μεγαλωνύμου Κοινότητος Σταυροδρομίου, μετά τῶν Κληρικῶν αὐτῆς Αἰδεσιμ. Πρεσβυτέρων κ.κ. Φωτίου Ζωγραφίδου, Δημητρίου Μαγιόγλου καί Γενναδίου Μαυράκη, εἰς οὕς ἀπένειμε τό ὀφφίκιον τοῦ Οἰκονόμου, τῆς χειροθεσίας αὐτῶν εἰς τοῦτο γενησομένης ὑπό τοῦ ἁγίου Τρανουπόλεως. 
- Τόν Σεβ. Μητροπολίτην Σασίμων κ. Γεννάδιον, Ἐπόπτην τῆς Περιφερείας Ταταούλων, μετά τῶν Αἰδεσιμ. Οἰκονόμου κ. Ἰακώβου Χαβιαροπούλου, Ἐφημερίου τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου, καί Ἐλλογιμ. κ. Δημητρίου Ζώτου, Λυκειάρχου, Προέδρου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπικεφαλῆς τῶν μελῶν αὐτῆς, κομίσαντας Αὐτῷ τόν εἰθισμένον ἄρτον, ἐπί τῇ ἐγγιζούσῃ πανηγύρει τοῦ Ἱ. Ναοῦ. 
- Τόν Σεβ. Μητροπολίτην Ἀδριανουπόλεως κ. Ἀμφιλόχιον, Διευθυντήν τοῦ ἐν Ἀθήναις Γραφείου Ἐκπροσωπήσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. 
- Τόν Θεοφιλ. Ἐπίσκοπον Χριστουπόλεως κ. Μακάριον, ἐξ Ἐσθονίας. 
- Τόν Ἐντιμ. κ. Κυριακόν Κουτσομάλλην, Διευθυντήν τοῦ Ἱδρύματος Γουλανδρῆ, ἐξ Ἀθηνῶν. 
- Τόν Ἐντιμ. κ. İsmail Erdem, Ἀντιδήμαρχον τοῦ Δήμου Sarıyer, μετά τῆς Εὐγεν. κ. Meltem Gürsoy Yangöz, Στελέχους αὐτοῦ. 
- Ὅμιλον ἐκ τῶν ἐν Οὐκρανίᾳ πολεμικῶν συρράξεων ἀπορφανισθέντων παιδίων, ὑπό τήν ἡγεσίαν τοῦ Ἐντιμ. κ. Oleksandar Gaman, Γεν. Προξένου τῆς Χώρας ἐν τῇ Πόλει. 

* * *

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐξεπροσωπήθη
- Ὑπό τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου κ. Δαμασκηνοῦ, κατά τήν διοργανουμένην ἐν τῇ Ἱ. Μητροπόλει Κίτρους Λ΄ Πανορθόδοξον Συνδιάσκεψιν Ἐντεταλμένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί Ἱερῶν Μητροπόλεων διά θέματα αἱρέσεων καί παραθρησκείας, ἐπί τοῦ θέματος «Αἱρετικές θεωρήσεις περί τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων», μεταξύ 22ας καί 24ης Ὀκτωβρίου. 
- Ὑπό τοῦ Πανοσιολ. Μ. Ἀρχιμανδρίτου κ. Βησσαρίωνος, Ἀρχειοφύλακος τῶν Πατριαρχείων, κατά τούς γάμους τοῦ ζεύγους Ἀντωνίου Πελεκτσῆ καί Ἀγγελικῆς Βεριοπούλου, τελεσθέντας ἐν τῷ ἐν Yeşilköy ΡΚαθολικῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, τήν Κυριακήν, 21ην ἰδίου.

Η θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου στο Marrickville του Σίδνεϊ


Πάτερ χαίρε, 
     Σε ασπάζομαι αδελφικά. Επί τη εορτή του Αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου στον Άγιο Νικόλαο Μάρικβιλ, ετελέσθη η κατ' αυτόν Θεία Λειτουργία, ιερουργούντος του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Μιλητουπόλεως κ. Ιακώβου, ο οποίος άγει τα ονομαστήριά του. Παρέστη συμπροσευχόμενος ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Απολλωνιάδος κ. Σεραφείμ, πολλοί άλλοι Ιερείς και μαθητές των τριών Κολεγίων, όπως και πλήθος πιστών. 
 Χρόνια πολλά και η Χάρις του Αγίου μετά πάντων υμών.
π. Νικόλαος Μποζίκης