e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

ТОМОС ПРО АВТОКЕФАЛІЮ

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Μητροπολίτης Σουηδίας: "Η ε­νό­τη­τα εί­ναι το α­σφα­λές δε­δο­μέ­νο της πί­στε­ώς μας και το βι­ω­μα­τι­κό ζη­τού­με­νο"




Ομιλία Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα
στην Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στο Νόβι Σάντ της Σερβίας
Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Σεβασμιώτατοι,
Πανιερώτατοι,
Θεοφιλέστατοι,
Σεβαστοί Πατέρες και Διάκονοι,
Αγαπητοί εν Χριστώ Αδελφοί,

Αν και πέρασε μια εβδομάδα από την εορτή της Πεντηκοστής, σύμφωνα με το Ορθόδοξο εορτολόγιο, συνεχίζουμε να ζούμε στον απόηχο της Μεγάλης αυτής εορτής, του θείου και ιστορικού γεγονότος που συνέβη στα Ιεροσόλυμα, πενήντα μέρες μετά την Ανάσταση του Χριστού, σηματοδοτώντας την αφετηρία της ιστορικής διαδρομής της Εκκλησίας και θέτοντας τις βάσεις για τον αγιασμό ολόκληρης της ανθρώπινης ιστορίας και του πολιτισμού.

Οι Πράξεις των Αποστόλων περιγράφουν με παραστατικό τρόπο το γεγονός της Πεντηκοστής (2,1-13). Δέκα μέρες μετά την Ανάληψη του Χριστού, οι μαθητές Του ήταν όλοι συγκεντρωμένοι στο ίδιο σπίτι. Ξαφνικά, ακούστηκε βουή από τον ουρανό, σαν δυνατός άνεμος, που γέμισε το σπίτι, και γλώσσες φωτιάς στάθηκαν πάνω από το κεφάλι κάθε μαθητή. Όλοι τότε φωτίστηκαν από το Άγιο Πνεύμα - τον Παράκλητο, που ο Χριστός είχε υποσχεθεί να στείλει στους μαθητές Του - και άρχισαν να μιλούν σε όλες τις γλώσσες των ανθρώπων.

Στο απορημένο πλήθος των συγκεντρωμένων ανέλαβε να μιλήσει ο Απόστολος Πέτρος. Τους θύμισε τα όσα είχε πει ο Θεός στους Ισραηλίτες, μέσω του προφήτη Ιωήλ: «...στις έσχατες ημέρες ... θα χαρίσω πλουσιοπάροχα το Πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο. Έτσι, οι γιοι σας και οι θυγατέρες σας θα κηρύξουν την αλήθεια...» (Πράξεις, 2:14). Μετά τους μίλησε για τον Αναστημένο Κύριο. Στο τέλος, κάλεσε τους συγκεντρωμένους να μετανοήσουν και να βαπτιστούν.

Το γεγονός της Πεντηκοστής και η ομιλία του Αποστόλου Πέτρου είχαν ως συνέπεια να πιστέψουν και να βαπτιστούν τρεις χιλιάδες άνθρωποι. Έτσι ιδρύθηκε ως Σώμα Χριστού η πρώτη Εκκλησία. Αυτή έμελλε να αλλάξει την πορεία της ανθρωπότητος.

Την ημέρα της Πεντηκοστής, η σύγχυση των γλωσσών του Πύργου της Βαβέλ ξεπεράστηκε με την ενότητα, μέσα από την αποδοχή της ποικιλίας γλωσσών και πολιτισμών που χάρισε ο Παράκλητος. Οι απλοί, φοβισμένοι ψαράδες - μαθητές του Χριστού μεταμορφώθηκαν, με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, σε θαρραλέους κήρυκες του Ευαγγελίου. Τέθηκαν έτσι τα θεμέλια της ιστορικής πορείας της Εκκλησίας, που με το έργο της άρχισε σταδιακά να αγιάζει και να μεταμορφώνει τους ανθρώπους και την ιστορία του κόσμου.

Το Άγιο Πνεύμα, από εκείνη τη μέρα, καθοδηγεί την Εκκλησία και δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να γνωρίσουν την αλήθεια. Και αυτή η αλήθεια είναι ο Χριστός και ο νέος τρόπος ζωής που προτείνει στους ανθρώπους. Η γνώση αυτής της αλήθειας απελευθερώνει τους ανθρώπους από κάθε είδους δεσμά.

Η Α. Θ. Παναγιότητα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, στον οποίο εκφράζω την υιϊκή μου ευγνωμοσύνη για την ανάθεση της αρχηγίας της Αντιπροσωπείας του Σεπτού Οικουμενικού Θρόνου στη Γενική Συνέλευση του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, εδώ στο Νόβι Σάντ της Σερβίας, σε ομιλία του κατά την σύγκλιση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη, χαρακτήρισε το γεγονός της Πεντηκοστής ως «την αφετηρία της ιστορικής διαδρομής της Εκκλησίας που έθεσε τις βάσεις για τον αγιασμό ολόκληρης της ανθρώπινης ιστορίας … ημέρα κραυγής προς τον αγαθό παράκλητο να έλθει και να σκηνώσει εν ημίν και να μας τηρεί εν τη εαυτού αληθεία και εν τω εαυτώ αγιασμώ.»

Είναι υψίστης σημασίας τα λόγια του Οικουμενικού Πατριάρχου, σε άλλο σημείο της ως άνω ομιλίας του: «…μοναδική οδός της πορείας ημών εν τω κόσμω είναι η ενότης. Βεβαίως η οδός ταύτη απαιτεί θυσίαν ζώσα, πολύ κόπο και κατωρθούται κατόπιν σκληρού αγώνα.»

Αυτή την ενότητα και συνεργασία εορτάζουμε και βιώνουμε αυτές τις ημέρες εδώ στο Νόβι Σάντ, σε μια δύσκολη για την ανθρωπότητα χρονική περίοδο, για να στηρίξουμε προσευχητικώς και εμπράκτως την καταρρακωμένη ανθρώπινη υπόσταση και αξιοπρέπεια, που βάλλεται από τα σύγχρονα ρεύματα της ποικιλόμορφης εκμετάλλευσης, της κατάχρησης εξουσίας, της καταναγκαστικής εργασίας, της στρατολόγησης μαχητών για ένοπλες συρράξεις, του εμπορίου οργάνων, του προσφυγικού, της μετανάστευσης, της αναγκαστικής επαιτείας, της παράνομης διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων, της δουλείας, με θύματα κυρίως το πλέον ευάλωτο τμήμα της κοινωνίας μας, τα παιδιά.

Τον Οκτώβριο του 2017, είχα την τιμή να συνοδεύσω τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο στην πρώτη επίσημη επίσκεψή του στην Ισλανδία και θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι, στις συναντήσεις του με τους εκκλησιαστικούς και πολιτικούς ηγέτες της χώρας, αναφερόταν συστηματικά στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης για το οικολογικό ζήτημα, τη διαφύλαξη της Δημιουργίας και τις διώξεις των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή, εκφράζοντας την αμέριστη συμπαράστασή του, επισημαίνοντας μάλιστα το γεγονός ότι, οι διώξεις των Χριστιανών ενέχουν τον κίνδυνο να εκκενωθεί η ευρύτερη περιοχή από τη Χριστιανική παρουσία.

Εκατομμύρια άνθρωποι, κάθε θρησκεύματος και εθνικότητας, ζουν στην κόλαση εμφυλίων και τρομοκρατίας. Οι Χριστιανικοί πληθυσμοί στις περιοχές αυτές είναι μειοψηφίες και η καταδίωξη οδηγεί σε εκρίζωση και μαζική μετακίνησή τους προς άλλες χώρες, αλλάζοντας βίαια το δημογραφικό, θρησκευτικό και πολιτισμικό χάρτη του κόσμου.

Οι ανατριχιαστικές αναφορές για σφαγές Χριστιανών και καταστροφές αρχαίων εκκλησιών και ανεκτίμητων μνημείων παγκόσμιας ιστορικής κληρονομιάς, πυροδοτούν αρνητικές προβλέψεις για το μέλλον. Αναμφισβήτητα πρόκειται για μία εν εξελίξει θρησκευτική γενοκτονία!

Γι᾽ αυτό και περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, απαιτείται ενότητα και δυναμική συνεργία και σύμπραξη όλων των Εκκλησιών, για την καταπολέμηση των ανωτέρω φαινομένων. Είναι μια μοναδική ευκαιρία, όχι να προβάλλουμε τις όποιες διαφορές μας, αλλά να βιώσουμε εμπράκτως τις αρετές που μας διακρίνουν και μας ενώνουν ως Χριστιανούς, δηλ. την πίστη, τη φιλανθρωπία και την αλληλεγγύη!

Η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας, ως θε­με­λι­ώ­δης ι­δι­ό­τη­τά της, προ­κύ­πτει α­πό την ί­δια την ον­το­λο­γί­α της και εκ­φρά­ζει ι­δι­αι­τέ­ρως την αυ­το­συ­νει­δη­σί­α της, η ο­ποί­α δι­α­τυ­πώ­θη­κε ι­στο­ρι­κά κα­τά τον πλέ­ον ε­πί­ση­μο και α­δι­αμ­φι­σβή­τη­το τρό­πο στον Ό­ρο της Β΄ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου το 381 μ.Χ., ο ο­ποί­ος α­πε­τέ­λε­σε και το Σύμ­βο­λο Πί­στε­ως της Εκ­κλη­σί­ας.

Η ε­νό­τη­τα εί­ναι το α­σφα­λές δε­δο­μέ­νο της πί­στε­ώς μας και το βι­ω­μα­τι­κό ζη­τού­με­νο. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Αγίου Κλήμεντος, Επισκόπου Ρώμης, όταν ομιλεί περί της αναγκαιότητος της ενότητος στους κόλπους της Εκκλησίας: «Γιατί υπάρχουν ανάμεσά μας παροξυσμοί, έριδες και διχοστασίες, σχίσματα και ανταγωνισμοί; Άραγε για όλους μας δεν υπάρχει ένας Θεός και ένας Χριστός κι ένα Πνεύμα της Χάριτος που εκχύνεται πάνω μας; Και μία δεν είναι η κλίση μας εν Χριστώ; Γιατί λοιπόν αποχωρίζουμε και διχάζουμε τα μέλη του Χριστού και επαναστατούμε απέναντι στο ίδιο μας το σώμα, φτάνοντας σε τέτοια έλλειψη αγάπης ώστε να ξεχνούμε ότι είμαστε ο ένας μέλος του άλλου;» (Η ενότητα της Εκκλησίας, XLVI,5-7)

Επιτρέψτε μου στο σημείο αυτό, να συγχαρώ τους διοργανωτές της Γενικής Συνελεύσεως του ΚΕΚ για την επιλογή της θεματολογίας, ιδιαίτερα δε για το χωρίο από τις Πράξεις των Αποστόλων (1:8) «λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐφ’ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς.»

Σύμφωνα με το Βιβλίο των Πράξεων, η οικουμενική αποστολή των μαθητών ξεκίνησε με την εντολή του Χριστού, να γίνουν μάρτυρές Του από τα Ιεροσόλυμα ως τα έσχατα της γης. Συνεχίστηκε με την ενίσχυση των Αποστόλων την ημέρα της Πεντηκοστής, με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, που ήταν η προϋπόθεση για την ιεραποστολή, πρώτα στην Αγία Πόλη και κατόπιν στα έθνη, στην οικουμένη.

Άγιοι Αρχιερείς, Σεβαστοί Πατέρες και Αδελφοί,

Ζούμε σε έναν κόσμο αυξανόμενης πολιτικής, οικονομικής, περιβαλλοντικής και ιατρικής αβεβαιότητας, με επιδημίες, όπως από τον ιό του έμπολα, λιμούς, πολέμους και θηριώδη βία. Καθήκον μας είναι ο ευαγγελισμός και ο επανευαγγελισμός του κόσμου, ως αυθόρμητη έκφραση των φιλάδελφων αισθημάτων μας προς τους νεόφυτους αδελφούς μας στην πίστη και τους εν ανάγκη όντας, μιάς και «Θεού εσμέν συνεργοί», ώστε το Ευαγγέλιο να συνεχίσει να έχει οικουμενική προοπτική και το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας να έχει λόγο στο σύγχρονο γίγνεσθαι, με καταλυτική ισχύ, και να αποτελεί τη ζωντανή μαρτυρία της παρουσίας του Θεού για ένα καλύτερο κόσμο. Αμήν!


Sermon by His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden
at the Archierarchical D. Liturgy at the St. George Cathedral in Novi Sad, Serbia  
Sunday, June 3, 2018


Your Eminences,
Your Excellencies,
Your Graces,
Reverend Presbyters and Deacons,
Dearly Beloved Brothers and Sisters in Christ, 

Although one week has passed since the feast of the Pentecost, according to the Orthodox festal calendar, we are continuing in the wake of this Great feast commemorating the sacred and historic event that took place in Jerusalem fifty days after the Resurrection of Christ, marking the starting point of the Church’s historic course and laying the groundwork for the sanctification of all human history and civilization.

The Acts of the Apostles describe in detail the events of the Pentecost (2:1-13). Ten days after Christ’s Ascension, His disciples were all gathered under the same roof. Suddenly, there came a noise like a turbulent wind borne out of the sky, and it filled the whole house where they were sitting. And there appeared before them tongues of fire, which parted and came to rest, one upon each one of them. And they were all filled by the Holy Spirit – the Paraclete that Christ had promised to send to His disciples – and they began to speak in all the languages of the people who were there.

That day in Jerusalem, devout Jews from all over the world had gathered to celebrate the Jewish feast of Pentecost. There were Parthians, Medes, and Elamites, and those living in Mesopotamia, both Judea and Cappadocia, Pontus, Asia, Phrygia, Pamphylia, Egypt, Cyrene, Romans living in the city, Cretans, and Arabs. Some of them were of Jewish descent and some were proselytes, however, all of them were amazed to hear Christ’s disciples speaking in the native languages of all the people comprising that multitude about the wondrous works of God. Some of them remained astounded, while others mocked them saying that the disciples were drunk.

St. Peter the Apostle undertook to speak to the crowds that had gathered. He reminded them of everything that God had said to the Israelites through the Prophet Joel: “And in the last days … I will pour forth my Spirit upon all flesh, and your sons and your daughters shall prophesy…”(Acts,2:14). Then he spoke to them about the Risen Lord. Finally, he called upon those gathered there to repent and be baptized.

The event of the Pentecost and St. Peter’s sermon resulted in three thousand people becoming believers and being baptized. And so, the first Church was founded as the Body of Christ, and it changed the course of humanity.

On the day of Pentecost, the confounding of the languages at the Tower of Babel was overcome through the unity granted by the Paraclete, which arose from the acceptance of a multitude of languages and cultures. The meek, scared fishermen/disciples of Christ, were transformed – through the descent of the Holy Spirit – into courageous preachers of the Gospel. And so, the foundations of the historic path of the Church, which gradually began to sanctify and transform humanity and the history of the world through its ministry, were laid.

Since that day, the Holy Spirit has guided the Church and given people the ability to know the truth. And this truth is Christ and the new mode of existence that He invites mankind to partake in. The knowledge of this truth frees people from every form of bondage.

Addressing the Holy and Great Council of the Orthodox Church that was convened in Crete, His All-Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew, to Whom I express my filial gratitude for appointing me head of the delegation of the Venerable Ecumenical Patriarchate to the General Assembly of the Council of European Churches here in Novi Sad, Serbia, termed Pentecost as “the Church’s starting point in its historical journey and laid the foundations for the sanctification of human history in its entirety… a day of crying out to the gracious Paraclete to come and abide in us and keep us in Its Truth and Its sanctification.”

Elsewhere in His address, the Ecumenical Patriarch offers additional thoughts that stand out for their immense importance, when He says: “the only road on our course in this world is unity. Of course, this road demands a living sacrifice, much work, and is achieved after great struggle.”

It is this unity and collaboration that we have gathered here in Novi Sad over the past few days to celebrate and partake in. Our gathering occurs during a difficult period in the course of human events, but it does so in order that through our prayers and action we may lend our support to humankind’s downtrodden existence and dignity, which is under attack from a modern proclivity towards various forms of exploitation, the abuse of power, forced labor, the enlisting of fighters in armed conflicts, the trafficking of organs, the refugee and migration crisis, forced begging, human trafficking and prostitution, slavery, and other evils whose primary victims are the most vulnerable groups in our society – children.

In October 2017, I had the honor of accompanying Ecumenical Patriarch Bartholomew on His first official visit to Iceland, and I distinctly remember that during His meetings with the nation’s ecclesiastical and political leaders, He would systematically speak about sensitizing public opinion to environmental issues, the preservation of Creation, and the persecution of Christians in the Middle East, expressing His unwavering support, and in fact, pointing out that the persecution of Christians carries the risk of eliminating the Christian presence from the wider region altogether.

Millions of people of every religion and nationality are experiencing the hell of civil war and terrorism. The Christian people of these areas are minorities and their persecution is leading to their uprooting and mass relocation to other nations, forcibly changing the demographic, religious, and cultural map of the world.

The horrifying references to the massacres of Christians and the destruction of ancient churches and priceless monuments forming part of the world’s historic legacy give rise to negative outlooks for the future. Undoubtedly, we are speaking about a religious genocide that is under way!

That is why, more so than in any other era, unity and dynamic collaboration and cooperation among all the Churches is required in order to counter the aforementioned phenomena. This represents a unique opportunity to not dwell on whatever differences may exist between us, but instead to actively experience the virtues that characterize and unite us as Christians; in other words, faith, charity, and mutual support!

The unity of the Church – which is one of its fundamental qualities – arises from its very ontology, and particularly expresses its self-awareness, which was historically formulated in the most official and undisputable manner in the second dogmatic decision of the Ecumenical Council of 381 AD, which constituted the Nicene Creed, or Symbol of Faith.

In our faith, unity is the surest given. And truly, in the conscience of the body of the Church, its unity is completely and irrevocably safeguarded by the head of the Church – Christ – through the constant presence of the Paraclete, His Spirit, whose presence remains manifest in it since the day of Pentecost.

Unity remains an existential requirement. Unity represents the personal feat of collaboration between the members of the Church to successfully remain and safely bear fruit in the living and life-giving theanthropic body of Christ; the Church. To be precise, the unity of the Church is present and manifests itself institutionally in faith that is “activated by love,” in the active partaking of the divine holy sacraments and participation in worship, and in the administration of the Church. As a result, the three manifestations of the unity of the Church must be viewed as mutually dependent and inseparable parts of the single and integral unity of the Church.

The words of St. Clement, Bishop of Rome, are quite characteristic, when he speaks about the necessity of unity within the Church: “Why are there outbursts, arguments, divisions, schisms, and rivalries among us? Is there not one God for all of us, and one Christ, and one Spirit of Grace that is poured out upon us? Is not our calling to Christ one and the same? Why, therefore, do we disjoin and separate the members of Christ’s body and rise up against our very body, reducing ourselves to such a state of absence of love that we forget that we are members of one another’s body?” (The Unity of the Church, XL VI, 5-7)

At this point, allow me to congratulate the organizers of the General Assembly of the CEC for their choice of agenda topics – especially the choice of the excerpt from the Acts of the Apostles (1:8) “But you shall receive power when the Holy Spirit has come upon you; and you shall be witnesses to Me in Jerusalem, and in all Judea and Samaria, and to the end of the earth.”

According to the Book of Acts, the ecumenical mission of the disciples began with Christ’s commandment that they become witnesses to Him in Jerusalem and to the ends of the earth. It continued through the strengthening of the Apostles on the day of Pentecost with the descent of the Holy Spirit, which was a pre-requisite for their missionary work, which was first carried out in the Holy City and then throughout the nations, across the ecumene.

Holy Hierarchs, Reverend Fathers, and Brethren,

We live in a world of rising political, economic, environmental, and medical uncertainty, with epidemics like the Ebola virus, famines, wars, and horrible violence posing real threats to us. Our duty is to spread the Gospel and re-evangelize the people, as an instinctive expression of our sentiments of brotherly love for our brethren who are new to the faith and those who are in need, since “we are God’s fellow workers.” We do this, so that the Gospel may continue to have ecumenical prospects and the missionary work of the Church may have a role in contemporary life, with decisive influence, and represent a living testimony to God’s presence for a better world. Amen!


Δεν υπάρχουν σχόλια: