e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2020

Ο Ευγένιος Βούλγαρης και ο εγκωμιαστικός λόγος του στον Άγιο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο


Γράφει ο Κωνσταντίνος Π. Θύμης, Θεολόγος – Ιστορικός

Ο πρύτανης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού Ευγένιος Βούλγαρης γεννήθηκε στην Κέρκυρα τις 11 Αυγούστου 1716. Η όλη πορεία της ζωής του υπήρξε πολυσήμαντη και πολυσχιδής. Πέρασε από τα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα του ελληνισμού και της Ευρώπης και άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του σε πολλά από αυτά.

Τα τέλη του 1759 τον βρίσκουμε στην Κωνσταντινούπολη μετά από πρόσκληση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ Β΄ (1757-1761), προκειμένου να του αναθέσει τη διεύθυνση της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής. Εκεί, τις πρώτες ημέρες της άφιξής του ο Πατριάρχης τον όρισε επίσημο ομιλητή στην εορτή του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Τάσος Γριτσόπουλος: «Πραγματικός πανεπιστήμων ο Ευγ. Βούλγαρις τέμνει νέαν οδόν εις την διδασκαλίαν της Πατριαρχικής Σχολής με το να εφαρμόζη το γνωστόν και από την διδασκαλίαν της Αθωνιάδος (άνοιξη 1753 – Ιαν. 1759) προ πάντων σύστημα και πρόγραμμά του. Κατείχετο από ορθόδοξον πνεύμα και ήτο λαμπρός ρήτωρ, κηρύσσων από του άμβωνος. Θα παραμένη μνημείον της του Βουλγάρεως καλλιεπείας ο εγκωμιαστικός λόγος, που εκφώνησε κατά την εορτήν του Πρωτοκλήτου Ανδρέου μόλις είχεν εγκατασταθή το 1759 εις Κωνσταντινούπολιν ενώπιον της ιεράς ομηγύρεως» (βλ. Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, τ. Α΄, εν Αθήναις, 1966, σ. 388-389).


Ο εγκωμιαστικός αυτός λόγος έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί εκφωνήθηκε κατά την επανέναρξη της θρονικής εορτής του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στον ναό του Αγίου Γεωργίου, στις 30 Νοεμβρίου του έτους 1759. Ενδεικτικά παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα με σχολιασμό από σχετική έκδοση του έχουμε κάνει (βλ. Κ. Π. Θύμη, Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806), Παρακαταθήκες Εκκλησιαστικού Ήθους, Λόγος εις τον Άγιον Ανδρέαν τον Πρωτόκλητον, Κέρκυρα 2009). Ο λόγος αυτός του Ε. Βούλγαρη είναι σε γλώσσα προσιτή στο ακροατήριο, σε αντίθεση με τα πολλά και ποικίλα συγγράμματά του που είναι σε γλώσσα αρχαΐζουσα.

Η ομιλία του Ευγένιου Βούλγαρη στον Άγιο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο, είναι η μοναδική σωζόμενη εκκλησιαστική ομιλία του, πλην των εις πρεσβύτερον και εις επίσκοπον προσλαλιών του. Είναι ένα άριστο δείγμα της ορθόδοξης παιδείας και παραδόσεως που φέρει. Κινείται με άνεση στα κείμενα της Αγίας Γραφής και κάνει χρήση της πατερικής γραμματείας (ιδιαίτερα χρησιμοποιεί τα ερμηνευτικά σχόλια, στο α΄ κεφ. του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, του Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας (1030;-1126;) όπως επίσης και του Θεοφάνους Ταορμίνας (ΙΒ΄ αι.), τους οποίους και μνημονεύει.

Κυρίως αναπτύσσει την κανονική διδασκαλία της Εκκλησίας μας, σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες 3 της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου (381 – Κωνσταντινούπολη) και 9, 17 και 28 της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (451 – Χαλκηδόνα), που αναφέρονται στα αποδιδόμενα «πρεσβεία τιμής» και «τάξεως» μεταξύ των Αποστολικών Θρόνων: «Ημείς τιμώμεν επίσης τους Αποστόλους· επίσης τους μεγαλύνομεν, και αποδίδοντες εις τινάς εκείνο το μόνον πρωτείον της απλής τάξεως, όπου είναι αναγκαίον διά να λείπῃ από κάθε σύστημα η αταξία και η σύγχυσις, ομολογούμεν ισόμετρον εις αυτούς την χάριν, ισοβαρή την δύναμιν, ισοϋψή την αξίαν, ισότιμα τα προνόμια, παρόμοια τα προτερήματα, απαράλλακτον τον χαρακτήρα».

Αν και διαφαίνεται ότι επιθυμεί να αποφύγει τη σύγκριση μεταξύ των κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Ανδρέου, στην παρουσίαση της προσωπικότητας του Απ. Ανδρέου καθώς και στην επιχειρηματολογία που αναπτύσσει περί αυτού, δεν θα το αποφύγει. Θεωρεί τον Ανδρέα, Απόστολο του Πέτρου. Είναι εκείνος που απευθυνόμενος στον Πέτρο και του είπε: «Ευρήκαμεν αδελφέ! Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν (Ιωάν. κεφ. α΄, στ. 42). Όχι Μεσσίαν απλώς, αλλά «τόν Μεσσίαν»… έτσι, έγινεν Απόστολος και εις αυτόν τον Πέτρον· οπού θέλει να ειπή, Απόστολος εις τον κορυφαίον τη τάξει Απόστολον! Αυτό το επιχείρημα αν το είχον εις το χέρι υπέρ του Πέτρου τα παιδία της παλαιάς ναι, μα όχι παλαιόφρονος Ῥώμης˙ ώ με πόσην επιμέλειαν ήθελον το καλλωπίσουν!» …

Στη συνέχεια του λόγου έχουμε μία εκτενή αναφορά στη μεγάλη δράση του Αποστόλου Ανδρέου, με λεπτομερή παρουσίαση των περιοχών που κήρυξε: «σηκώνεται από την θάλασσαν της Γαλιλαίας… και περιέρχεται και εις την Ασίαν, και στηρίζεται και εις την Ευρώπην, και περιτρέχει και την ξηράν, και διαπλέει και την θάλασσαν. Εδώ το Αιγαίον, την Προποντίδα, τον Πόντον, και όσα χωρία είναι παραθαλάσσια· εκεί την Παλαιστίνην, την Βιθυνίαν όλην, την Θράκην όλην, την Θετταλία όλην, την Ελλάδα όλην, και τα μέχρι της Αχαΐας, και τα έως εις την Πελοπόννησον… Πόσαι πόλεις!…Πόσα έθνη! [ …] Τίς δύναται προς ακρίβειαν να τα αριθμήση;».

Αναφέρει τους αγώνες, τους κόπους και τους διωγμούς που πέρασε ο Απ. Ανδρέας κατά τη διάρκεια του ευαγγελισμού των περιοχών αυτών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο επίλογος. Εκεί τονίζεται η σπουδαιότητα της εορτής του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθότι αποτελεί τον Απόστολο και Ιδρυτή του.

Από τα αναφερόμενα τόσο στον πρόλογο, όσο και στον επίλογο, έχουμε την εξής είδηση, ότι: «σήμερον αποκατεστάθη η παρούσα και δικαιωτάτη της Κωνσταντινουπόλεως εορτή· σήμερον απέλαβε την αξιόχρεον ευχαριστίαν ο εορταζόμενος· σήμερον εφανέρωσαν την οφειλομένην ευγνωμοσύνην οι εορτασταί· και σήμερον, καθώς και άλλοτε εις άλλας πολλάς περιστάσεις, έδειξε την πατριαρχικήν μέριμναν και φροντίδα, την οποίαν έχει εις τα της Εκκλησίας, ο μέγας ημών Εκκλησιαστής, τιμώντας με επίσημον τελετήν λαμπράς πανηγύρεως τον Πρωτόκλητον φίλον του Θεού, της Εκκλησίας ταύτης την πρώτην μετά την πρώτην αρχήν, και τον πρώτον μετά τον πρώτον θεμέλιον». Και ως κατακλείδα χρησιμοποιεί το ρητό με το οποίο ανοίγει το λόγο: «Εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου ο Θεός, λίαν εκραταιώθησαν αι αρχαί αυτών» (Ψαλμός 138, στ. 17), νεοελληνική απόδοση: «Πολύτιμοι μου είναι οι φίλοι σου, ω Θεέ. Η αρχή και η πορεία της ζωής τους και γενικότερα η δύναμή τους, κάτω από το προστατευτικό σου χέρι, υπήρξαν εξόχως κραταιές (δυνατές – ισχυρές)».

Το έτος, λοιπόν, 1759 σύμφωνα με την Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιο, η οποία εκδόθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1759, με πρωτοβουλία του Πατριάρχη Σεραφείμ του Β΄ αναβιώνει και θεσπίζεται ο επίσημος εορτασμός της μνήμης του Πρωτοκλήτου Ανδρέου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Στο ευρετήριο της Πατριαρχικής αλληλογραφίας, για την παραπάνω Πατριαρχική Εγκύκλιο βρίσκουμε την εξής καταγραφή: «(Κώδιξ Α5) σ. 157-158. Διάταξις ίνα πομπωδώς τελήται ετησίως εν Κωνσταντινουπόλει η μνήμη του πρώτου Ιεράρχου Κωνσταντινουπόλεως Ανδρέου του Πρωτοκλήτου. 1759 Ν(οεμ)βρίῳ ινδ. Η΄».

Έτσι, έκτοτε, εκτός των άλλων πολιτικών και εκκλησιαστικών παραμέτρων, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εορτάζει την ημέρα της μνήμης του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου (30 Νοεμβρίου εκάστου έτους) επισήμως τη Θρονική αυτού Εορτή και ο Ιόνιος χώρος αισθάνεται υπερηφάνεια γιατί ο δικός του Ευγένιος Βούλγαρης είναι ένας από τους πρωταγωνιστές και πρωτεργάτες αυτής της ιστορικής καθιέρωσης.


Δεν υπάρχουν σχόλια: