e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2021

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΚΚΙΝΗΣ, δραστήριος Φιλικός κατά την Επανάσταση του 1821 και Μητροπολίτης Ζακύνθου

 [Το κείμενο αυτό προέρχεται από το βιβλίο του π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ, ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2004, σ. 29-36. 

Αναδημοσιεύεται εδώ ως συμβολή στις δράσεις Ι.Μ.Ζ. για την 200ετηρίδα από την Εθνεγερσία του 1821]

Ελαιογραφία διά χειρός Γ. Συρίγου, από την Πινακοθήκη του Μητροπολιτικού Μεγάρου Ζακύνθου.

Νικόλαος (κατά κόσμον Νικογεώργιος) Κοκκίνης, γιός τοῦ Διονυσίου καί τῆς Βικτωρίας Μιχαλίτση γεννήθηκε στή Ζάκυνθο στά τέλη Ἰουνίου 1791 κι ἔμαθε τά πρῶτα γράμματα στό σχολεῖο τοῦ Ἱερέα Γερασίμου (κατά κόσμον Γεωργίου) Ἰωαννούλη, ξακουστοῦ δασκάλου καί ὑμνογράφου ἀπό τό Γαϊτάνι.

Ἡ ἐποχή πού ἔζησε ὁ Κοκκίνης ὑπῆρξε ἰδιαίτερα περίπλοκη καί δυσχερής. Στά Ἑπτάνησα οἱ Ἄγγλοι παρεῖχαν στούς Ἰόνιους τήν κατ' ὄνομα μόνο "προστασία" τους, ἐνῶ ἡ ἄλλη ὑπόδουλη Ἑλλάδα προετοιμαζόταν γιά τό "πλήρωμα τοῦ χρόνου", τό "ποθούμενο", τήν ἡμέρα δηλαδή τῆς Ἄνοιξης-Ἀνάστασής της.

Μεγαλώνοντας ὁ Νικογεώργιος ἐντάχτηκε στόν Κλῆρο τῆς γενέτειράς του καί ὑπηρέτησε ὡς Ἐφημέριος τοῦ παλαίφατου Ναοῦ τῆς Ὁδηγήτριας στό κέντρο τῆς πόλης. Εὐαίσθητος στά θέματα τῆς πολύπαθης καί ὑπόδουλης πατρίδας, ἔγινε Φιλικός ἀπό τόν ἰατροφιλόσοφο Νικόλαο Καλύβα (1770-1835), ὑποστηρίζοντας ἔμπρακτα καί κατ' ἐπανάληψιν τούς ἀγωνιζόμενους πατριῶτες. Πρός τοῦτο, κάθε Κυριακή ἔβγαζε δίσκο στό Ναό του ὑπέρ ἐνισχύσεώς τους, ἐνῶ ἐκεῖ ἦταν τό σημεῖο συνάντησης καί συσκέψεων τῶν ἀγωνιστῶν, ἀλλά καί ταυτόχρονα ἡ κρυψώνα διαφόρων προσφύγων Ἱερέων ἀπό τήν ἐπαναστατημένη Πελοπόννησο. Στίς 22 Ὀκτωβρίου 1821, μαζί μέ ἄλλους διακεκριμένους Ζακυνθινούς καί Ζακυνθινομοραΐτες, φυλακίστηκε στό Κάστρο, μετά τά δραματικά γεγονότα τοῦ Ὑψόλιθου.

Συγκλονισμένος ἐξάλλου ἀπό τόν μαρτυρικό δι' ἀπαγχονισμοῦ θάνατο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Γρηγορίου Ε', ἀνήμερα τό Πάσχα τοῦ 1821 (10 Ἀπριλίου, δυό μόλις ἑβδομάδες μετά τήν ἔκρηξη τῆς Ἐπανάστασης τῶν Ραγιάδων), συνέθεσε τό 1822 τό ὑμνογραφικό ὑλικό μιᾶς πλήρους Ἀκολουθίας γιά τόν Γρηγόριο, πράγμα πού δείχνει, ὅτι ὁ θυσιασμένος Πατριάρχης κατέκτησε μέ τό τίμιο αἷμα του ἀμέσως θέση Ἁγίου στή συλλογική τοῦ Γένους συνείδηση, κάτι πού ἐπίσημα συνέβη ἕναν αἰώνα μετά, τό 1921. Ἀξίζει νά μεταφέρουμε ἐδῶ ἕνα μόνο τροπάριο, ἐνδεικτικό τῆς πάλλουσας ψυχῆς τοῦ πατριώτη ποιητῆ:

"Ἆρόν σου, τήν φωνήν, ὦ πατρίς, τοῦ Γρηγορίου καυχωμένη καί κήρυξον εἰς πᾶσαν τήν Οἰκουμένην τάς ὑπέρ νοῦν ἀρετάς, τοῦ χρυσαυγεστάτου θείου γόνου σου, ἐν αἷς ὑπέρ ἄνθρωπον, ἐπί γῆς πεπολίτευται, καταλαμπρύνας τῆς σαρκός τήν εὐτέλειαν, καί τόν ἔνδοθεν οὐχ ὁρώμενον ἄνθρωπον, ὅλον ἀναδειξάμενος, πυρσοῖς ἐξαστράπτοντα πρόσω πολλῶν σεβασμίων, ἐν τοῖς σπινθῆρσιν ὡς Ἥλιος, εἰς δόξαν τήν Θείαν, ἀενάως ἐντρυφῶντα τήν ἀνεκλάλητον"1.

Ἀπό αὐτό καί μόνο τό δεῖγμα γραφῆς γίνεται φανερό, ὅτι ὁ Νικογεώργιος ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς λόγιους ἱερωμένους τοῦ νησιοῦ. Ἐκτός ἀπό αὐτή τήν Ἀκολουθία, συνέθεσε παράλληλα καί διάφορα Μεγαλυνάρια, θρησκευτικούς λόγους καί ἐξέδωσε Κυριακοδρόμιο τοῦ Δασκάλου του Ἱερέα Ἰωαννούλη.

Στίς 23 Νοεμβρίου 1831 ὁ Τοποτηρητής Ἄγγελος Κυβετός τοῦ ἀνήγγειλε, ὅτι στίς 8 τοῦ μηνός ἡ "ἐκλαμπροτάτη Βουλή τῶν Ἑνωμένων Ἐπαρχιῶν" τόν ἐξέλεξε Μεγάλο Ἀρχιμανδρίτη τοῦ νησιοῦ.

Τό 1833 ὁ Νικογεώργιος ἦταν στό τριπρόσωπο τῶν ὑποψηφίων γιά τή χηρεύουσα (μετά τόν Γαρζώνη) Μητρόπολη τῆς Ζακύνθου. Ὑπερίσχυσε ὅμως ὁ Ἐπίσκοπος Ἐδέσσης Διονύσιος Δελάζαρης.

Μετά τήν ἐκδημία τοῦ Δελάζαρη, Μητροπολίτης Ζακύνθου ἀναδείχτηκε ἀπό τόν Κλῆρο τῆς Ζακύνθου ὁ Κοκκίνης ἐντός τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος πόλεως, ὁ ἐξέχων αὐτός Κληρικός, πού εἶχε ἤδη ἀγαπηθεῖ καί διακριθεῖ ἀπό τούς συμπρεσβυτέρους του γιά τά σπάνια προσόντα του. Ἡ χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο τελέστηκε στόν παραπάνω Ναό στίς 29 Ἰουλίου/10 Αὐγούστου 1838 ἀπό τούς ἀφιχθέντες πρός τοῦτο στό νησί Μητροπολίτες Κεφαλληνίας Παρθένιο, Λευκάδος Εὐγένιο καί τόν Ἐπίσκοπο Ἰθάκης Παΐσιο. Κατά τήν διάρκεια τοῦ Μυστηρίου μετονομάσθηκε Νικόλαος. Τήν ἄλλη μέρα τό ἀπόγευμα ἔγινε ἡ ἐπίσημη ἐνθρόνιση τοῦ νέου Ἱεράρχη, μέ τήν παρουσία τῶν Ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι τόν χειροτόνησαν. Ἐγκωμιαστικό ἀπ' ἄμβωνος λόγο τοῦ ἀπηύθυνε ὁ Ἀρχιερατικός Καγγελάριος Ἱερέας Στυλιανός Χαλκοματᾶς, ὀνομαστός ρήτορας τῆς ἐποχῆς. Τήν ἑπομένη, 31 Ἰουλίου 1838, ὁ Νικόλαος τέλεσε τήν πρώτη Ἀρχιερατική του Λειτουργία, συμπροσευχομένων τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων. Ἄλλος ἐγκωμιαστικός λόγος ἐκφωνήθηκε τότε ἀπό τόν Ἱερέα Διονύσιο Κλαυδιανό. Στό τέλος οἱ ἐκκλησιαζόμενοι κραύγαζαν: "Ζήτω ὁ Ἀρχιερεύς".

Ὁ ἱστοριογράφος Π. Χιώτης ἔγραφε γι' αύτόν: "Ὁ ἀνήρ ἦτον θεοσεβέστατος φιλακόλουθος ἀσκητικός καί αὐτοῦ ἡ αὐστηρότης πρός τούς χειροτονουμένους ὑπῆρξεν παραδειγματική· διό καί τύπος ἐγκρατείας ἐλαμβάνετο πρός ἄλλους Ἀρχιερεῖς".

σχεδόν τριακονταετής Ἀρχιερατεία του ὑπῆρξε παράδοξη. Δέν πρέπει νά λησμονεῖ ὁ ἀναγνώστης, ὅτι ἡ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχε τήν ὀσμή τῆς Ἀγγλικῆς παρουσίας, ἡ ὁποία (σάν προβατόσχημος λύκος) εἶχε -δυστυχῶς- τήν δυναμική νά παραπλανᾶ μέ τήν ἀριστοκρατική της μεταμφίεση τούς ἀνύποπτους ἤ εὐκολόπιστους ἐντόπιους. Οἱ περισσότεροι Μητροπολίτες τῆς Ἑπτανήσου ὑπῆρξαν ἀνεκτικοί, ἄν ὄχι φίλα προσκείμενοι, στό καθεστώς τῆς Προστασίας. Καθώς νωρίτερα ὁ Γαρζώνης, κάπως ἔτσι καί ὁ Κοκκίνης, ὁ ὁποῖος, συμπεριφερόμενος ὅσο μποροῦσε διπλωματικότερα, πίκρανε κατά καιρούς τούς Ριζοσπάστες Ζακυνθινούς. Εἶναι ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος στίς 3 Δεκεμβρίου 1858, ἐπικεφαλῆς τοῦ τοπικοῦ Κλήρου, ἐπέδωσε γενναῖο Ὑπόμνημα μέ 80 ἱερατικές ὑπογραφές ὑπέρ τῆς Ἑνώσεως τῶν Ἑπτανήσων στόν ἔκτακτο Μεγάλο Ἁρμοστῆ Γλάδστωνα· ἀλλά εἶναι καί ὁ ἴδιος, πού, σύμφωνα μέ τίς ἀνοιχτές καταγγελίες τοῦ πολιτικοῦ καί ἀντιπάλου του Κωνσταντίνου Λομβάρδου, ὑπῆρξε ὁ διώκτης ὅσων Ἱερέων ἐξέφραζαν ἀνοιχτά τά φιλενωτικά τους αἰσθήματα. Ἐφημερίδα "Φωνή τοῦ Ἰονίου καί Ρήγας" γέμει τέτοιων τραγικῶν περιπτώσεων γιά Ἱερεῖς, πού μέ τή συναίνεση τοῦ Μητροπολίτη τους ἐξορίστηκαν, ταλαιπωρήθηκαν ἤ ἀργεύτηκαν, ἐπειδή ἀντιπολιτεύονταν τούς Ἄγγλους.

Ὥσπου ξημέρωσε Ἕνωση!!! Ἐκεῖνο τό πρωινό τῆς 21ης Μαΐου 1864, Νικόλαος στό Ναό τῆς Μητροπόλεως, ἐπικεφαλῆς τοῦ Κλήρου, τῶν Ἀρχῶν καί τοῦ λαοῦ πού πανηγύριζε, τέλεσε Δοξολογία κι εὐλόγησε τή μετάξινη ἑλληνική σημαία ἐπί δίσκου ἀργυροῦ, τήν ὁποίαν ἔφτιαξε τό Δημοτικό Συμβούλιο, γιά νά ὑψωθεῖ σέ λίγο στό Κάστρο τῆς Ζακύνθου.

Ἡ  Ἕνωση τοῦ 1864 εἶχε ὅμως σά συνέπεια καί τήν μεταβίβαση τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἑπτανήσων ἀπό τήν δικαιοδοσία τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κάτι πού τελικά συνέβη μέ τήν ὑπ' ἀριθμ. 3446/2230 τοῦ 'Ιουλίου 1866 Πατριαρχική καί Συνοδική Πράξη, ἐπί Σωφρονίου. Κατά τόν Βασίλειο Ἀτέση, " Νικόλαος συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῆς Ἑπτανήσου, οἵτινες δέν ἐπεθύμουν τήν χειραφέτησιν τῆς Ἰονίου Ἐκκλησίας μετά τῆς τῆς Ἑλλάδος τοιαύτης". π. Γεώργιος Μεταλληνός, ἑρμηνεύοντας αὐτή του τή στάση, γράφει, ὅτι " Νικόλαος δέν διέθετε μόνο ἐπαρκέστατη γνώση τῆς ἱστορίας, τῆς θεολογίας καί τῆς κανονικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας του, ἀλλά καί τή διάθεση νά ἀγωνισθεῖ γι' αὐτά. Εἶχε σαφή ἐπίγνωση τῶν ἀντικανονικοτήτων, πού δημιούργησε στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πολιτειοκρατία. (...) Οἱ πολιτειοκρατικά σκεπτόμενοι ἱστορικοί καί πολιτικοί θεωροῦν τήν ἀντίσταση κατά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀφομοιώσεως μή ρεαλιστική, ἐπικρίνοντας γι' αὐτό αὐστηρά τόν Νικόλαο καί τούς ὁμόφρονές του. Οἱ παραδοσιακά ὅμως φρονοῦντες καί τασσόμενοι ὑπέρ τῆς οἰκουμενικότητας Ἑλληνισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας διέθεταν μείζονα ρεαλισμό, ὄχι μόνο στήν ἐπιθυμία τους νά ἐμποδίσουν τήν ἀποδυνάμωση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τή γεωγραφική συρρίκνωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλά καί στήν ἔμπρακτη ἀπόρριψη ἐκ μέρους τους τῆς ἑλλαδικῆς πολιτειοκρατίας. (...) Κατά τή δική μου ἐκτίμηση Ζάκυνθος πρέπει νά εἶναι ὑπερήφανη γιά τόν μεγάλο αὐτό Ἱεράρχη της, πού ἐπί δύο καί πλέον ἔτη, λόγῳ καί ἔργῳ, μαχόταν κατά τῆς πολιτειοκρατίας καί τῶν ἀλλοτριωτικῶν συνεπειῶν της".

Στίς 15 Νοεμβρίου 1866, μετά ἀπό ἀφόρητες πιέσεις, ψυχοσωματική κόπωση καί διάσπαση τοῦ μετώπου ἀντίστασης ἐκ μέρους τῶν ἄλλων Ἑπτανησίων Ἱεραρχῶν (πλήν τοῦ Κεφαλληνίας Σπυρίδωνος Κοντομίχαλου), ἀναγνώρισε Κοκκίνης τήν ἀφομοίωση κι ἔτσι ἔληξε μέχρι τότε θυγατρική σχέση ἐξάρτησης τῆς Ἰόνιας Ἐκκλησίας ἀπό τό Φανάρι.

Κλείνοντας τό περί τοῦ Κοκκίνη σημείωμα, δέν πρέπει νά παραθεωρηθεῖ, ὅτι σέ ἄλλο ἐπίπεδο, ἐργάσθηκε ἀνύστακτα καί διακρίθηκε ὡς ἀνυποχώρητος μαχητής κάθε προσπάθειας προσηλυτισμοῦ τοῦ ποιμνίου του ἀπό τούς Προτεστάντες Ροβέρτο Πελεκάση, Ὀδυσσέα Κυνηγό Φιαγκῆ τοῦ Ἀναστασίου (τόν ὁποῖον -ὡς Ἀναγνώστη- ἴδιος εἶχε προτείνει ὡς ὑπεράριθμο ὑπότροφο τοῦ Ἱεροσπουδαστηρίου Κερκύρας μέ τό ἀπό 17ης Σεπτεμβρίου 1840 ἔγγραφό του πρός τόν Ὕπαρχο Ζακύνθου) καί Ἰωάννη Ὑόρκ. Στίς ἀντιπροτεσταντικές (καί κατά συνέπειαν ἀντικαθεστωτικές) ταραχές τοῦ 1850 ἦταν ἐπικεφαλῆς. Οἱ Προτεστάντες δέν ἴσχυσαν τελικά καί ἀναγκάστηκαν νά ἐγκαταλείψουν κακήν κακῶς τό νησί.

Ἀπό χειρόγραφο Ἀνωνύμου, πού πρωτοδημοσίευσε Ντ. Κονόμος, πληροφορούμαστε τά ἀκόλουθα:

"1867 Νοεμβρίου 12, ἡμέρα Κυριακή 4 μ.μ. ἀπέθανεν Ἀρχιερεύς Κοκκίνης καί τήν ἐρχομένην Τρίτην πρωί τόν ἐκήδευσαν θρονιασμένον, μέ στρατόν καί μουσικήν, καί τόν ἔφεραν ἕως τούς Ἁγίους Σαράντα καί τόν ἐνταφίασαν εἰς τήν Μητρόπολιν". Νεκρολογίες ἐκφωνήθηκαν ἀπό τόν Ἱερομόναχο Διονύσιο Μαρκόπουλο καί τόν Διδάσκαλο Παναγιώτη Χιώτη2.

Πηγές:

  • Ἀρχεῖα Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ζακύνθου.

  • Ἐφημερίδα "Ἡ Φωνή τοῦ Ἰονίου", Ζάκυνθος, ἔτος Α', ἀριθμ. 30, 6 Δεκεμβρίου 1858, σ. 3 ἑξ.

  • Ἐφημερίδα "Φωνή τοῦ Ἰονίου καί Ρήγας", 7 καί 14 Νοεμβρίου 1859.

  • Π α ν α γ ι ώ τ ο υ Χ ι ώ τ ο υ, Ἱστορία τοῦ Ἰονίου Κράτους ἀπό συστάσεως αὐτοῦ μέχρις Ἑνώσεως (ἔτη 1815-1864), Ἐκδ. Τυπογραφεῖον Ἡ Ἑπτάνησος Χρίστου Σ. Χιώτου, Ἐν Ζακύνθῳ 1877, τ. 1, 318 καί 423.

  • Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, Ἱστορικά Ἀπομνημονεύματα Ἑπτανήσου, Ἐκδ. Τυπογραφεῖον ὁ "Φώσκολος", Ἐν Ζακύνθῳ 1887, τ. 6 (σειρᾶς), 181.

  • Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, ὅ. π., τ. 2 (περιέχων τά ἀπό Ἁρμοστείας Ἄδαμ 1824 ἕως Ἑνώσεως 1864), 784 ἑξ.

  • Ἐ π ι σ κ ό π ο υ Τ α λ α ν τ ί ο υ Β α σ ι λ ε ί ο υ Ἀ τ έ σ η, Ἐπίτομος Ἐπισκοπική Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τοῦ 1833 μέχρι σήμερον, Ἐκδ. Βιβλιοπωλεῖον Ἀθανασίου Θ. Πουντζᾶ, Ἐν Ἀθήναις 1948, τ. 1, 115-120.

  • Λ ε ω ν ί δ α Χ. Ζ ώ η, Λεξικόν Ἱστορικόν καί Λαογραφικόν Ζακύνθου, Ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, Ἀθῆναι 1963, τ. 1, 298 ἑξ.

  • Σ π ύ ρ ο υ Ἀ β ο ύ ρ η, "Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου ἐπί Ἀγγλοκρατίας", "Χρονικά Ζακύνθου", 'Αθῆναι 1964, τ. 1, 55-73.

  • Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, Τά Ἐκκλησιαστικά τῆς Ἑπτανήσου 1815-1867, Ἀθῆναι 1965. σ. 93-117 [τό κεφάλαιο "Ἡ Ἐκκλησιαστική ἀφομοίωση τῆς Ἑπτανήσου μετά τήν Ἕνωση"].

  • Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, [σχετικό λῆμμα], ΘΗΕ, Ἀθῆναι 1966, τ. 9, 533.

  • Ν τ ί ν ο υ Κ ο ν ό μ ο υ, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Ἀθήνα 1966, σ. 61-63.

  • Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, Τό ζακυνθινό ράσο στήν 'Εθνεγερσία, Ἐκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ζακύνθου, 'Αθήνα 1971, σ. 52 ἑξ.

  • Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, Ζάκυνθος Πεντακόσια Χρόνια (1478-1978), Ἀθήνα 1987, τ. 4 (Ἐκκλησιαστικά), 103-109.

  • Μ η τ ρ ο π ο λ ί τ ο υ Κ ί τ ρ ο υ ς Β α ρ ν ά β α Δ. Τ ζ ω ρ τ ζ ά τ ο υ, Οἱ βασικοί θεσμοί Διοικήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μετά ἱστορικῆς ἀνασκοπήσεως, Ἐν Ἀθήναις 1977, σ. 29-32.

  • Σ τ α ύ ρ ο υ Ἰ ω σ. Π α π α δ ά τ ο υ, "Ἡ ἀφομοίωσις τῆς Ἰονίου Ἐκκλησίας", Ἐπετηρίς Ἑταιρείας Λευκαδικῶν Μελετῶν, Ἀθῆναι 1977, τ. 4, 61-112.

  • Π ρ ω τ ο π ρ ε σ β υ τ έ ρ ο υ Γ ε ω ρ γ ί ο υ Δ. Μ ε τ α λ λ η ν ο ῦ, "Ριζοσπαστισμός καί Ὀρθοδοξία στή Ζάκυνθο (Ἡ περίπτωση τῶν «Ἑλλήνων Προτεσταντῶν», 1848-1850)", Ἀνάτυπο ἀπό τό Περιοδικό τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Φθιώτιδος "Θεοδρόμος" 3 (1986) 485-556.

  • Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, "Ὄψεις τῆς στάσεως τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου Νικολάου (Κοκκίνη) στό ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου (1864-1867)", Ἀνάτυπο ἀπό τόν α' Τόμο τῶν Πρακτικῶν τοῦ Διεθνοῦς Συνεδρίου "Ἅγιοι καί ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες στή Ζάκυνθο" (Ζάκυνθος 6-9.11.1997), Ἀθῆναι 1999, σ. 367-406.

  • Ἀ ρ χ ι μ α ν δ ρ ί τ ο υ Ἀ ν δ ρ έ α Ν α ν ά κ η (νῦν Μητροπολίτου Ἀρκαλοχωρίου, Καστελλίου καί Βιάννου), "Ἀρχιερεῖς Ζακύνθου στόν πρῶτο αἰώνα μετά τήν ἐκκλησιαστική ἀφομοίωση τῆς Ἑπτανήσου", ὅ. π., σ. 51-53.

  • Ν ί κ ι α Λ ο ύ ν τ ζ η, "Νικόλαος Κοκκίνης καί Ἑρμάννος Λούντζης", ὅ. π., σ. 417-423.

  • Π ρ ω τ ο π ρ ε σ β υ τ έ ρ ο υ Π α ν α γ ι ώ τ η Κ α π ο δ ί σ τ ρ ι α, "Ἀνέκδοτα ὑπομνήματα γιά τούς Μητροπολίτες Ζακύνθου Διονύσιο Δελάζαρη καί Νικόλαο Κοκκίνη", Πρακτικά τοῦ Στ' Διεθνοῦς Πανιονίου Συνεδρίου τοῦ 1997, Ἀθήνα 2001, τ. 2, 656-658.

  • Τ ο ῦ    Ἴ δ ι ο υ, Ζακύνθου Ἑορτοδρόμιον, Ἐκδ. Ἱερά Μητρόπολις Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1998, σ. 305-317.

  • Γ ι ώ ρ γ ο υ Κ ε ν τ ρ ω τ ῆ, Γρικώντας τήν Ἄπλαστη Ἁρμονία τῶν Οὐρανῶν· Ἐπικήδειοι, Ἐπιτάφιοι καί Νεκρολογίες γιά τόν Διονύσιο Σολωμό (1857), Ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 2002, σ. 167-172.

  • Π ρ ω τ ο π ρ ε σ β υ τ έ ρ ο υ Γ ε ρ α σ ί μ ο υ Ζ α μ π έ λ η, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Λευκάδος, τ. 2 (ὑπό ἔκδοσιν). Βλ. τό Κεφάλαιο ὑπό τόν τίτλο: «"Χειραφέτηση"-Ἀφομοίωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος».

1 Ἀπό τά Προσόμοια τῶν Ἀποστίχων τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ.

2 Τό κείμενο τοῦ Χιώτη εἶχε ἤδη τυπωθεῖ καί διανεμήθηκε συγχρόνως στό ἀκροατήριο. Πρόκειται γιά τό "Προσφώνημα ἐπικήδειον ἐπί τοῦ νεκροῦ τοῦ Νικολάου Κοκκίνη Μητροπολίτου Ζακύνθου ὑπό Π. Χιώτου", Ἐν Ζακύνθῳ 1867, σσ. 8. 


Δεν υπάρχουν σχόλια: