e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Μεγαλοβδόμαδο και τα πάθη της Βασίλως

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ


Μεγαλοβδόμαδο στη Ζάκυνθο, κάπου στη δεκαετία του 1950. Μια δεκαετία που σημαδεύτηκε από τους καταστρεπτικούς σεισμούς και την πυρκαγιά που ακολούθησε και που ισοπέδωσε το όμορφο νησί της Ζακύνθου και όχι μόνο! Η ζωή είχε ήδη μπει σε σειρά, χτίστηκε η χώρα, δυστυχώς χωρίς περίσκεψη χωρίς μέριμνα για το μέλλον. Το ίδιο και τα περισσότερα κοντινά αλλά και μακρινά χωριά, αλλά στεγάστηκαν τελικά οι άνθρωποι που για αρκετό χρονικό διάστημα έμεναν σε αντίσκηνα ή προχειροφτιαγμένες παράγκες. Ακόμα και το καινούριο Γυμνάσιο είχε ολοκληρωθεί. Έτσι εγκαταλείφθηκαν τα σιδερένια Τολ στου Ξιφίτα και είχαμε μεταφερθεί στο νεόκτιστο κτίριο, εκεί που σήμερα στεγάζεται το Α΄ Γυμνάσιο. Τότε φυσικά δεν υπήρχε Α΄ και Β΄ κ.λπ. Ένα, μοναδικό και οκτατάξιο.

Ο Γρηγόρης με την Βασίλω μένανε σ' ένα από τα Καμποχώρια. Παντρεμένοι πολλά χρόνια πίσω. Πολλές φορές η Βασίλω με νοήματα έλεγε πως δεν θυμάται ποτέ τον εαυτό της κοπελίτσα ξέγνοιαστη. Οι μνήμες της άρχιζαν από την αποφράδα εκείνη μέρα που την πάντρεψαν οι δικοί της με το Γρηγόρη με αυστηρές εντολές  μην διανοηθεί να  παρακούσει τον άνδρα της ποτέ, γιατί να  'χε Μάνα να την έκλαιγε... Εδώ τρόμαξαν να την παντρέψουν, οι απαιτήσεις της λείπανε...

Ήταν χαριτωμένη η Βασίλω, με όμορφα μεγάλα και πολύ εκφραστικά μάτια ωραία κατάμαυρα μαλλιά που από μικρή την έμαθε η Μάνα της να τα κάνει κοτσίδες και να τις γυρίζει στεφάνι γύρω από το κεφάλι, ώστε να φαίνεται συμμαζωμένη και σεμνή κοπέλα. Είχε που είχε το μεγάλο κουσούρι, μην της βγει και το όνομα για άταχτη, γιατί χάθηκε.

Η Βασίλω, γεννήθηκε κουφή! Κανόνι να χτυπούσε δίπλα της χαμπάρι δεν  έπαιρνε. Πώς να μάθει να μιλάει το παιδί που ανθρώπινη ή άλλη λαλιά δεν άκουσε ποτέ; Μες στην απελπισία οι γονείς της! Ανίκανοι να κάνουν το παραμικρό. Τόσο που πολλές φορές η Μάνα της πικραμένη παρακαλούσε τον Ύψιστο στις κρυφές της προσευχές να το πάρει το παιδί. Τι θα γινόταν θηλυκό κωφάλαλο; Τι τύχη και ζωή το περίμενε το δύστυχο το θηλυκό της; Καλύτερα να πέθαινε μια ώρα αρχύτερα να μην προλάβει να ζήσει την απανθρωπιά που το περίμενε το παιδί της μεγαλώνοντας.

Κι όπως αποδείχτηκε δεν είχε άδικο η Μάνα. Ούτε 16 χρονών δεν ήταν η Βασίλω, όταν χήρεψε με τρία μικρά παιδιά ο μέθυσος κι ανεπρόκοπος  Γρηγόρης ο κοντοχωριανός της. Ποια θα τον έπαιρνε, ποια θα δεχόταν να του αναστήσει τρία παιδιά, έτσι χαμένος που ήταν; Μα ποια άλλη από την άλαλη την κουφάλαλη, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα; Ο πατέρας σκέφτηκε από να την έχει έτσι μέχρι να πεθάνει γιατί δεν υπήρχε ελπίδα να την πάρει άλλος άνδρας να την έδινε του Γρηγόρη  κι ας πορευόταν όπως εύρισκε. Τουλάχιστον να μην μείνει μόνη κι απροστάτευτη όταν έφευγαν οι γονέοι της από τη ζωή.

Το μικρό κορίτσι ούτε που κατάλαβε τι γινόταν, όταν μια Κυριακή απόγευμα την ντύσανε μ’ ένα λευκό φουστάνι κ’ ήρθε στο σπίτι ο Γρηγόρης μισομεθυσμένος με το τσούρμο του και κάμποσους άλλους, μετά από λίγο κι ο παπάς που φόρεσε το πετραχήλι του άρχισε κι αυτός να λέει τα δικά του. Την έστησαν δίπλα στο Γρηγόρη και τότε μόνο συναισθάνθηκε η Βασίλω τι γινόταν! Την παντρεύανε με το γέρο μέθυσο, γιατί είχε δει γάμους πριν. Πανικοβλήθηκε και προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξεφύγει, μα ο Γρηγόρης της κράταγε το μπράτσο σαν τανάλια κι ο πατέρας της την κοίταζε βλοσυρός από την άλλη μεριά του τραπεζιού. Έψαχνε τρομαγμένη με το βλέμμα να βρει τη Μάνα της να την γλιτώσει, μα πουθενά η Μάνα.  Η Μάνα είχε πέσει μπρούμυτα στο κρεβάτι  κι έκλαιγε με απελπισία  αθόρυβα, μην την πάρει χαμπάρι ο άνδρας της.

Και ξαφνικά το μικρό κορίτσι βρέθηκε με σύζυγο που είχε σχεδόν την ηλικία του πατέρα της και τρία μικρά παιδιά κάτω των δέκα χρονών. Τα επόμενα τρία χρόνια έκανε και δύο δικά της και γίναν πέντε τα παιδιά. 

Φτώχεια μεγάλη. Τα ελάχιστα λεφτά που έβγαζε ο Γρηγόρης με τις μεταφορές που έκανε με το κάρο δεν έφταναν για το απαραίτητο κρασί του, το φαΐ της φαμελιάς και τα άλλα χρειαζούμενα. Πολλές φορές της πήγαινε μισή λίτρα κρέας, ένα μικρό κομματάκι  μπακαλάο, μια-δυο τσίχλες που χτύπαγε με το ντουφέκι όταν κάθονταν στο δέντρο έξω από το σπίτι του, λίγα φύλλα από μάπες που έπαιρνε τσάμπα από το Μανάβη, της έλεγε να ρίχνει μέσα και μια χούφτα ρύζι για ν’ αβγατέψουν κι όλα μαζί σε μια πήλινη παδέλα να βράσουν για να φάνε εφτά άτομα που ήταν!

Έπινε συνέχεια ο Γρηγόρης κι όταν έπινε δεν υπολόγιζε ούτε παιδιά ούτε γυναίκα, ο βούρδουλας που διέθετε ανεβοκατέβαινε στα αδύνατα κορμάκια των παιδιών αλλά και στη ράχη της Βασίλως που είχε γείρει από τις κακουχίες και το ξύλο, τα πάθη της, όπως  τα  'λεγε η δόλια η Μάνα της. «Εσένανε, Χριστέ μου, τα πάθη σου κράτησαν μια βδομάδα, μα της Βασίλως μου κρατάνε μια ζωή».

Σε όλα έκανε υπομονή, μα εκεί που δεν άντεχε και τρελαινόταν στ' αλήθεια από το φόβο και την τρομάρα η Βασίλω ήταν η τιμωρία που της επέβαλε όταν ερχόταν τύφλα στο μεθύσι το βράδυ και δεν έβρισκε φαΐ, γιατί εκείνο το λίγο που κατάφερνε με χίλιους τρόπους να εξοικονομήσει η Βασίλω το ΄δινε στα πέντε της παιδιά. Την έπιανε σφιχτά από το χέρι και μες στην άγρια νύχτα την τραβούσε και την έφτανε στα Ανεμοκούλουδα στου Τσιλιβή μια έρημη κι άγρια παραλία κάμποσο δρόμο από το σπίτι. Την άφηνε εκεί όλη νύχτα και μόνο ο Θεός ξέρει πώς άντεχε η μαύρη η Βασίλω από το φόβο, το κρύο, τον άνεμο που λυσσομανούσε όλη νύχτα. Μα δεν ήταν μόνο τα στοιχειά της Φύσης ήταν και τα σκυλιά που αλυχτούσαν όλη νύχτα κι έρχονταν γύρω και την γάβγιζαν κι εκείνη η δύστυχη κατουριόταν από το φόβο όσο τα έβλεπε μες στην νύχτα να την ζυγώνουν και να την βάζουν στη μέση. Ήταν και τα διάφορα ζωύφια μικρά και μεγάλα μα και φίδια το καλοκαίρι.

Χειρότερο και πιο κακούργο ζώο από τον άνθρωπο όμως δεν υπάρχει. Έφτασε στο σημείο η δύστυχη Βασίλω να παρακαλεί να μαζεύονται τα σκυλιά και να κάνουν θόρυβο και φασαρία για να μη ζυγώνει ένας χωριανός, που παίρνοντας χαμπάρι πως ο Γρηγόρης κάπου-κάπου την παράταγε ολομόναχη εκεί όλη νύχτα, πήγαινε κι ικανοποιούσε τις διαστροφές του και τα κτηνώδη ένστικτά του πάνω στο αδύνατο κι αδύναμο κορμί της Βασίλως, γνωρίζοντας πως δεν είχε λαλιά να φωνάξει βοήθεια και πως δεν θα τολμούσε να μαρτυρήσει τίποτα γιατί, αν το μάθαινε ο άντρας της, θα την σκότωνε, γιατί θα την κατηγορούσε πως εκείνη τον μάζευε. 

Ο Γρηγόρης πήγαινε και την έπαιρνε πίσω την άλλη μέρα, γιατί κλαίγανε τα παιδιά και δεν ήξερε τι να τα κάνει. Κι αργότερα, όταν μεγάλωσαν, άρχισαν να του βγάζουν γλώσσα και να του φωνάζουν γιατί πονούσαν τη Μάνα τους, εκείνος όμως κατέβαζε τον βούρδουλα κι όποιον πάρει ο χάρος. 

Και το μαρτύριο στα Ανεμοκούλουδα συνέχισε για χρόνια για τη δύστυχη γυναίκα. Έφτανε στο σημείο κάποιες φορές να κοιμίζει νηστικά τα παιδιά της για να γλιτώνει το μαρτύριο της τιμωρίας. Μα δεν άντεχε να το κάνει συχνά αυτό, γιατί τα παιδιά την τριγύριζαν κλαίγοντας και παρακαλώντας να τους δώσει κάτι να φάνε.

Ήταν Μεγαλοβδόμαδο, όταν κάποτε αποφάσισε η Βασίλω να πει στη Μάνα της, όχι τα άλλα της πάθη - εκείνα τα άντεχε,  αλλά μόνο για τις «ολονύχτιες εκδρομές» που την πήγαινε ο άνδρας της. Τρόμαξε να καταλάβει η δύστυχη Μάνα, μα σαν κατάλαβε ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε. Αψήφησε  άνδρα, αψήφησε τις συνέπειες κι έπεσε με νύχια και με δόντια να ξεσχίσει τον Γρηγόρη. Μισοπαραλυμένος από το κρασί εκείνος δεν πολυκατάλαβε τι ακριβώς του έλεγε. Μα όταν τα έμαθε κι ο πατέρας της Βασίλως τον βούτηξε και κόντεψε να μείνει στα χέρια του, τον γλίτωσαν οι χωριανοί κι ο χωροφύλακας που έτρεξε από τις φωνές του. Κ’ η Βασίλω, ανακουφισμένη πια πως τώρα που τα μαρτύρησε όλα θα γλίτωνε τις ολονυχτίες στου Τσιλιβή και την σεξουαλική κακοποίηση, προσευχόταν στον Κύριο και τον ευχαριστούσε που τα πάθη της σταμάτησαν και θα έκλαιγε μόνο για Κείνον την Μ. Παρασκευή!

Γαλήνεψε η Βασίλω, μεγάλωσαν και τα παιδιά και δεν φοβόνταν  το Γρηγόρη. Τώρα πια, το Μεγαλοβδόμαδο, πήγαινε στην εκκλησία και γονάτιζε ρίχνοντας δάκρυα ανακούφισης που τα δικά της πάθη τελείωσαν! Έκλαιγε μόνο για τον Χριστούλη, που τον έβλεπε πάνω στο Σταυρό, ευχαριστώντας τον γονυπετής που την αξίωσε να περνάει τα γεράματα της με σχετική γαλήνη κι ηρεμία.

δ.μ.   

Δεν υπάρχουν σχόλια: