e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μ. Ζ. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Τρισάγιο στον τάφο του Μητροπολίτου Παντελεήμονος Μπεζενίτου

Σήμερα το μεσημέρι, στη Μονή Εισοδίων της Θεοτόκου Ωρωπού, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης οσονούπω ενός έτους από την αιφνίδια εκδημία του. Το Τρισάγιο τέλεσε ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, συνοδευόμενος από τον π. Γεώργιο Κωστή, Εφημέριο Αγ. Ματρώνας Ν. Ερυθραίας.














Η κουτέλα και το φιλί

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ από τη Μελβούρνη
Ο Βασίλης (ας τον ονομάσουμε έτσι) ήταν αρχοντάνθρωπος αλλά και ομορφάνθρωπος! Είχε τη φήμη του καρδιοκατακτητή! Η αλήθεια είναι πως άρεσε στις γυναίκες, ψηλός, ευθυτενής, με πολλή έντονη προσωπικότητα που την τόνιζε περισσότερο το υπεροπτικό του ύφος. Επί πλέον γνώριζε πως είχε ωραία φωνή και προ παντός ότι σφύριζε υπέροχα, σφύριζε όλα τα σουξέ της εποχής, ιδιαίτερα το «Παντού τ' όνομα σου ακούω μακριά σου, Μαρία»! Σίγουρα, οι πιο παλιοί θα το θυμόσαστε!
Είχε και μεγάλη προφορική ευφράδεια, που πολλές φορές άγγιζε τα όρια της αυθάδειας. Η ευφράδεια και ευστροφία του αναγνωρίζονταν από όλους! Εκείνος έλεγε, ε, εγώ λαδώνω τα γρανάζια τακτικά, αλλιώς θα σκουριάσουν! Καλοντυμένος πάντα και με μπόλικη μπριγιαντίνη στα πλούσια μαύρα μαλλιά του που τα άφηνε πάντα λίγο πιο μακριά από ότι συνηθιζόταν την δεκαετία του '50, αφού εκείνη την εποχή μεγαλουργούσε ο Βασίλης!
Ήταν μεγαλοκτηματίας, που είχε αναθέσει όλη του την περιουσία σε σέμπρους κι αυτός ασχολείτο με το καθ' εαυτό επάγγελμά του, δάσκαλος σε Δημοτικό Σχολείο, κάπου στη Ζάκυνθο. Μια φορά το χρόνο, περιδιάβαινε από την περιουσία του με το σέμπρο και τον «στιμαδόρο», (εκτιμητή), που κι αυτόν τον επέλεγε ο σέμπρος. Βέβαια, ο σέμπρος φρόντιζε πάντα να είναι «δικός του» ο στιμαδόρος, ώστε, όχι μόνο να μην υπερεκτιμήσει τον καρπό που είχαν τα λιόφτα, αλλά απεναντίας να κάνει το αντίθετο.
Πολύ δημοφιλής κι αγαπητός στα παιδιά, γιατί δεν υπήρχε αυστηρότητα επάνω του, η άνεση που ένιωθε μέσα στην τάξη και η έμφυτη -υποθέτω- αγάπη του για αυτά, έκαναν τα παιδιά να τον συμπαθούν ιδιαίτερα και να δείχνουν πραγματικό ενδιαφέρον για όλα αυτά που προσπαθούσε να τους διδάξει. Τα διαλείμματα έπαιζε μαζί τους στο προαύλιο του Σχολείου διδάσκοντας τους ταυτόχρονα πάρα πολλά για το κάθε τι που έβλεπαν, με τον δικό του μοναδικό τρόπο, όπου δεν άφηνε ευκαιρία ανεκμετάλλευτη!!
Πολύ κοινωνικός τύπος με πολυπληθείς φίλους που επεδίωκαν τη συντροφιά του, γιατί εκτός των άλλων έλεγε και ωραία ανέκδοτα, τόσο παραστατικά που λύνονταν στα γέλια όλοι! Στα καρναβάλια, πρωτοστατούσε πάντα, ιδιαίτερα στον επίσημο χορό του Πρασίνου που γινόταν! Γλέντια αλησμόνητα εκείνα τα χρόνια! Του άρεσε και το χαρτάκι και δεν έχανε ευκαιρία στις ελεύθερες ώρες του να συμμετέχει σε ολονύκτιες, κάποιες φορές, δραστηριότητες αυτού του είδους! Δεν μπορούσες να του βρεις ψεγάδι, μέσα σε όλα και με μέτρο σε όλα χωρίς καταχρήσεις! Ακόμα και το ποτό κι εκείνο με ρέγουλα! Έλεγε πάντα, πίνω μέχρι να κοκκινίσει η μύτη μου, από κει και μετά, τέρμα, γιατί θα υπερβώ το όριο!
Μέσα σε όλα ο Βασίλης! Σε όλα, εκτός από την εκκλησία, εκτός κι αν επρόκειτο για χαρμόσυνο γεγονός, όπως γάμος ή βαφτίσι! Έτρεμε και να περάσει απέξω από εκκλησία που γνώριζε πως γινόταν μνημόσυνο ή κηδεία! Είχε κι αυτός σαν άνθρωπος την αχίλλειο πτέρνα του! Ήταν η αρρώστια και κατ' επέκταση, ο θάνατος... Έφτυνε τον κόρφο του κάθε φορά που άκουγε πως πέθανε κάποιος. Ανεξάρτητα ηλικίας. Θλιβόταν εξ ίσου το ίδιο για νιους και γέρους. Έλεγε παντού και πιθανόν με την αυθυποβολή να το πίστεψε κάπου κι ο ίδιος, ότι εκείνος θα ζήσει τουλάχιστον 150 χρόνια. Και φυσικά, όταν είσαι 30 και 40 χρονών τα 150 φαντάζουν όχι απλά μακρινός αριθμός, αλλά αιώνας! Έχουμε καιρό μέχρι τότε, έλεγε. Μπορεί να έχουν ανακαλύψει τον τρόπο να μην πεθαίνουμε ποτέ!
Απλό κρυολόγημα να είχε, κατατρόμαζε! Σε γιατρό δεν πήγε ποτέ. Έτρεμε και μόνο στη σκέψη μήπως του πει ότι έχει κάτι. Ζούσε μόνος, με συντροφιά τους πολυπληθείς του φίλους και τους πρόσκαιρους δεσμούς τους. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, γιατί «δεν άντεχε κανενός είδους δεσμά». Αυτή ήταν η φιλοσοφία του και συμπλήρωνε, «εγώ τουλάχιστον αναγνωρίζω πως δεν είμαι για οικογένεια, μακάρι να το αναγνώριζαν και άλλοι...».
Μολονότι δεν είχε πάει ποτέ σε κηδεία γνωστού ή φίλου, αναπόφευκτα κάποια στιγμή δεν μπόρεσε να το αποφύγει, γιατί πέθανε πολύ κοντινός του συγγενής, πρώτος του ξάδελφος που τον αγαπούσε και θα παρεξηγιόταν πολύ αν απουσίαζε. Αγωνίστηκε πολύ για να τα καταφέρει. Πήγε πίσω-πίσω, την ώρα όμως του τελευταίου ασπασμού, χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε μπροστά στον νεκρό και μην έχοντας επιλογή, μιμούμενος τους άλλους, έσκυψε και φίλησε το νεκρό στο κούτελο, όπως έβλεπε τους άλλους να κάνουν. Σταυροκοπήθηκε κάμποσες φορές, έφτυσε με τρόπο τον κόρφο του, απομακρυνόμενος, κι ήταν από τους πρώτους που βγήκαν από την εκκλησία.
Υποχρεωτικά, ακολούθησε μέχρι το Νεκροταφείο για την ταφή. Ξανά, πίσω-πίσω να μη βλέπει το φέρετρο. Να μην δει την οδυνηρή εκείνη στιγμή που κατέβαζαν τον νεκρό κάτω στον τάφο. Έγινε η ταφή, ρίξανε όλοι από λίγο χώμα στο νεκρό, ως είθισται, ο Βασίλης όμως ριζωμένος εκεί πίσω κι ούτε που κουνήθηκε.
Ήπιανε και τον καφέ της παρηγοριάς μετά στο σπίτι, ειπώθηκαν τα συνήθη, άντε και ζωή σε λόγου μας, και Θιος σχωρέστον, εκεί θα πάμε όλοι... μια μέρα κι άλλα τέτοια, παρηγόρησαν όπως μπόρεσαν τη γριά μάνα του νεκρού, με λίγα λόγια ξόρκισαν το κακό και σηκώθηκαν να φύγουν. Ο Θεός να αναπαύσει το μακαρίτη δηλαδή και μακριά από μας!
Στην επιστροφ, που η συζήτηση εξακολούθησε στο ίδιο στιλ, κάνα δυο από την παρέα άντε, λένε, και στα δικά μας φίλοι και κοίτα δάσκαλε να παρουσιάζεσαι και σε καμιά κηδεία, θα 'ρθει κι η δική σου σειρά κάποια στιγμή, μην πας άκλαυτος και μόνος.
-Φτου που να φάτε τη γλώσσα σας γρουσούζηδες, έχω πολλές κουτέλες να φιλήσω ακόμα εγώ... ουουου, να μου χαθείτε φαρμακόγλωσσοι...
Με αυτά, ξέκοψε από την παρέα και συνέχισε μόνος του. Για πολύ καιρό, δηλαδή για κάτι χρόνια, απέφευγε να συναναστρέφεται μαζί τους.
Και ξαφνικά, μαθαίνουν όλοι στην παρέα πως ο δάσκαλος έπαθε συγκοπή καρδίας και πέθανε στον ύπνο! Ούτε μία, από τις πολλές... κουτέλες που προγραμμάτιζε δεν πρόλαβε να φιλήσει, αφού απέφυγε να πάει στην κηδεία κάμποσων γνωστών και φίλων που έφυγαν από τότε. Εισέπραξε η δική του κουτέλα όμως πολλά φιλιά στον τελευταίο ασπασμό... Γιατί τότε, στο μέτωπο φιλούσαν τον νεκρό και...φιλούσαν κανονικά!!! Σήμερα, ίσα που αγγίζουν τα χείλη την εικόνα στα σταυρωμένα χέρια του νεκρού. Γνωρίζοντας όλοι την ιδιοτροπία, παραξενιά, φόβο του, όπως θέλεις πέστο ότι αυτός δεν πατούσε σε κηδεία κι αναγνωρίζοντας του τα τόσα καλά που είχε σαν άνθρωπος, δεν έλειψε κανείς Ήταν όλοι εκεί. Και όλοι, έσκυψαν με σεβασμό και απέθεσαν το φιλί στην κουτέλα του! Δεν πήγε άκλαυτος και μόνος!
δ.μ.