E-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μ. Ζ. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Το Δεντράκι της Μάνας

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ από τη Μελβούρνη
Φωτίστηκε το πρόσωπο της Μάνας, όταν ο ταχυδρόμος -που τον περίμενε κάθε μέρα με λαχτάρα- της έδωσε χαμογελαστός το γράμμα! Το πήρε με τρεμάμενα χέρια η Κατίνα, το 'κρυψε με τρόπο στην ποδιά της για να μην πάρουν άλλοι χαμπάρι, πήρε το σίγλο τάχα να φέρει νερό από την Τρόμπα και προχώρησε. Λίγο πιο πέρα από την Τρόμπα του Μπανάτου, καθόταν μια γειτόνισσα και κουμπάρα της, που της είχε βάλει Άι Γιάννη! Της είχε εμπιστοσύνη πως δεν θα προδώσει το μυστικό της για το «δεντράκι», αφού αγράμματη εκείνη, βασιζόταν στη Νονά τη Μαρίκας της για την αλληλογραφία.
Της είχε βαφτίσει τη Μαρίκα, την ξενιτεμένη της! Ήταν από το παιδί της το ξενιτεμένο το γράμμα, την κόρη της που ζούσε στη Μελβούρνη κάπου πέντε χρόνια τώρα! Φτωχή οικογένεια και χωρίς προίκα η Μαρίκα, δύσκολο να παντρευτεί. Βρέθηκε ένα καλό παιδί όμως, από άλλο χωριό, που ήταν στην Αυστραλία λίγα χρόνια κι ήθελε κοπέλα από τον τόπο του. Έτσι ανέθεσε στον Πατέρα του να βρει την κατάλληλη, έγιναν τα προξενιά, έγινε κι ο Αρραβώνας, ώστε να μη φύγει έτσι ξεκάρφωτη η κοπέλα για την άλλη άκρη του κόσμου.
Γνωρίζοντας ο πατέρας και η μάνα πως δεν θα έκαναν το γάμο αυτοί, θα γινόταν στη Μελβούρνη, έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για το παιδί τους στα αρρεβωνιάσματα! Ήταν κι η πρώτη χαρά στο σπίτι τους γιατί δύο σερνικά που είχαν, πολύ μικρά ακόμη, άσε που μεγαλώνοντας η ανέχεια κι η ανεργία μπορεί να τα ανάγκαζε να έπαιρναν κι αυτά το δρόμο της ξενιτιάς. Ένας Αρραβώνας, όμως, περίεργος, με συμπεθέρους, με κόσμο πολύ, με τραπέζι, όργανα και με παπά για να ευλογήσει τις βέρες! Μόνο, που δεν είχε γαμπρό!
Στη Μελβούρνη ο γαμπρός! Τα «αρρεβωνιάσματα» όμως έγιναν όμορφα κι ωραία! Και χορέψανε μετά τις βέρες, τη νύφη τη χόρεψε ο πεθερός και σμπάρα ρίξανε για τις χαρές, όπως όριζε το έθιμο και δώρα ανταλλάξανε, οι δικοί του γαμπρού οι πολύ στενοί φορέσανε χρυσάφια στη νύφη κι εκείνη έκαμε το χρέος της ως όφειλε κι ως ορίζανε τα έθιμα! Πουκάμισο στον πεθερό και στον κουνιάδο, κάλτσες και μαντίλι στους υπόλοιπους αρσενικούς από τους συμπεθέρους κι από ένα κομπινεζόν στις γυναίκες! Στην πεθερά της, έκανε δώρο μαζί με το κομπινεζόν κι ένα νυχτικό!
Φτιάχτηκαν τα χαρτιά για να φύγει η Μαρίκα, ταλαιπωρία, διατυπώσεις, ταξίδι υποχρεωτικό στην Αθήνα για να περάσει από γιατρούς κι Επιτροπή ώστε να της χορηγηθεί η βίζα.
Η Μάνα, πίσω, προσπαθούσε με μεγάλες θυσίες να της φτιάξει λίγα ρουχαλάκια-προικιά να μην πάει «γυμνή» στον ξένο τόπο και παρεξηγήσει κι ο γαμπρός! Πήγε στη χώρα, στου Χριστόφορου το εμπορικό κι αγόρασε υφάσματα για τα απαραίτητα, χρεώθηκαν μέχρι το λαιμό για τα υφάσματα και τα ραφτικά, για ταγιέρ γκρι και παλτό μαύρο να τα πάρει μαζί της! Παντρεμένη γυναίκα πια, πρέπει να ντύνεται σοβαρά ανεξάρτητα αν δεν ήταν παρά 22 χρονών!
Κι έφτασε η πολύ δύσκολη ώρα του χωρισμού! Με το μυαλό μπορεί να το ξέρεις και να το περιμένεις, κάπου να αγωνιάς κιόλας μέχρι να έρθει η πολυπόθητη βίζα! Μα, από τη στιγμή που λαβαίνεις «τα χαρτιά» ότι την τάδε του μηνός φεύγεις, εσύ ή το παιδί σου, τότε πέφτει μαυρίλα στο σπιτικό και στην καρδιά! Γιατί μόνο τότε συνειδητοποιείς την πραγματικότητα!

Οι σκηνές, τόσο στο λιμάνι Ζακύνθου, όσο και στον Πειραιά, τραγικές! Μόνο τότε σε χτυπάει η αλήθεια. Φεύγεις, φεύγεις, ίσως, για πάντα. Φεύγεις και δεν ξέρεις πού πας, τι θα βρεις μπροστά σου, πώς θα είναι ο άνθρωπος που χωρίς να τον έχεις δει ποτέ, θα πρέπει να δέσεις τη ζωή σου μαζί του. Κι αν, αν δεν σου αρέσει; Αν δεν είναι καλός; Πώς θα τα βγάλεις πέρα ολομόναχη στην άκρη του κόσμου; Πώς θα παντρευτείς μόνη, πώς θα γεννήσεις μόνη χωρίς τη Μάνα δίπλα σου, να σε φροντίζει να σε ορμηνεύει, σάματι γέννησες και χθες για να ξέρεις;
Κι όμως άντεξε κι η Μαρίκα και όλες οι Μαρίκες που βρέθηκαν στην ίδια μοίρα κι ήταν πολλές, από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Τα χρόνια τα πρώτα στην ξενιτιά, τα πολύ δύσκολα, η οικονομική κατάσταση των Μεταναστών, πολύ άσχημη. Μόλις και κατάφερναν με πολλή σκληρή δουλειά και φοβερές οικονομίες να τα βγάζουν πέρα. Όταν φτάνεις για να ζήσεις μόνιμα σε άγνωστο τόπο και στις αποσκευές σου υπάρχουν περισσότερα όνειρα και προσδοκίες παρά τα πρακτικά που θα χρειαστείς εκεί, πρέπει ν' αρχίσεις από το πιρούνι και το κουτάλι μέχρι τα μεγάλα και τα ακριβά. Βασικά έπιπλα, ψυγείο και πολλά άλλα. Και φυσικά, από δεύτερο χέρι όλα, όλα μεταχειρισμένα, ούτε να σκεφτείς ότι θα πάρεις καινούρια.
Κι άλλες, πολλές φορές έχω αναφερθεί σε αυτά τα «πρώτα» χρόνια. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι όλοι μας ανεξαιρέτως, φτάσαμε στην ξένη χώρα με μια βαλίτσα, άλλοι μεγάλη, άλλοι μικρή. Όχι μόνο γιατί δεν μπορούσαμε να κουβαλήσουμε πολλά πράγματα μαζί μας στο πολύ μακρινό, δύσκολο κι επικίνδυνο ταξίδι, αλλά επί πλέον, δεν είχαμε και πολλά πράγματα, τι να πάρουμε;
Αυτές οι δυσκολίες και όλα μας τα προβλήματα όμως δεν μας εμπόδισαν, όχι μόνο να ξεχάσουμε όσους αφήσαμε, από ανάγκη, πίσω αλλά μας έτρωγε και μας τρώει ακόμα το σαράκι της έλλειψής τους. Επί πλέον, γνωρίζοντας πόσο δύσκολα ήταν τότε τα πράγματα στην πατρίδα, φροντίζαμε πάντα από το μεγάλο μας υστέρημα να βοηθάμε όσο πολύ ή λίγο μας επέτρεπαν οι συνθήκες.
Να στείλουμε επιταγή τότε, κάτι το αδιανόητο για πολλούς και ποικίλους λόγους. Όχι μόνο γιατί δεν μπορούσες να στείλεις επιταγή με τα λίγα που μπορούσες να ξεκλέψεις από τις υποχρεώσεις σου εδώ, αλλά επί πλέον η επιταγή στοίχιζε πολλές φορές περισσότερο κι από αυτό που είχαμε τη δύναμη να στείλουμε. Επί πλέον, οι περισσότεροι από εμάς δεν γνωρίζαμε λόγω άγνοιας της γλώσσας και του εδώ συστήματος τις απαιτούμενες διαδικασίες. Η επίσκεψη στην Τράπεζα ήταν κάτι άγνωστο, σάματι είχαμε πατήσει ποτέ πόδι σε Τράπεζα στην Ελλάδα; Άλλος σοβαρός λόγος, ιδιαίτερα, για τις παντρεμένες γυναίκες, ο άνδρας-αφέντης. Ακόμα, υπήρχε πάντα ο φόβος κάποιος γνωστός να σε δει να μπαίνεις/βγαίνεις στην Τράπεζα και πώς θα το δικαιολογούσες; Όταν με χίλια βάσανα τα βγάζεις πέρα στη φαμελιά σου εδώ, πώς να τολμήσεις να πεις στον άνδρα σου ότι θέλεις να στείλεις λεφτά στη Μάνα και στον Πατέρα πίσω;
Όλες οι πληρωμές και τα μεροκάματα-ημερομίσθια τότε γίνονταν με ρευστό χρήμα. Στο τέλος της εβδομάδας περνούσε ο «μπόσης», κάτι σαν αφεντικό ας πούμε κι έδινε στον κάθε εργαζόμενο ένα κλειστό, συνήθως, κιτρινωπό φακελάκι από την Τράπεζα όπου μέσα περιείχε τα μεροκάματα συν υπερωρίες, αν υπήρχαν και «κορδέλα» όπου έγραφε ακριβώς για πόσες ώρες πληρώνεσαι και τις κρατήσεις, για Εφορία και για το «Γιούνιον», Εργατικό Συνδικάτο που υποχρεωτικά έπρεπε να είσαι μέλος. Μια πολύ μικρή παρένθεση εδώ για να σας πω ότι συνήθως, Αντιπρόσωπος του Συνδικάτου σχεδόν σε κάθε τμήμα, ήταν ο/η προϊστάμενος σου! Καταλαβαίνετε λοιπόν, πόση στήριξη έβρισκε κάθε εργαζόμενος, ιδιαίτερα αν τα παράπονα του, είχαν να κάνουν με τον προϊστάμενο!
Το φακελάκι με την πληρωμή καμία σχεδόν γυναίκα δεν τολμούσε να το ανοίξει! Έπρεπε να το παραδώσει στον άνδρα άθικτο, να το ανοίξει εκείνος, να ελέγξει λεπτομερώς τι και πώς και πόσα και να τον κρατήσει δίνοντας, συνήθως, στη γυναίκα μια λίρα για τα εισιτήρια της και χαρτζιλίκι της για την εβδομάδα. Κι αν ήταν νοικοκύρης, μικρό το κακό, γιατί μαζί με το δικό του φάκελο, όλα θα πήγαιναν στην οικογένεια, με μεγάλη οικονομία φυσικά και όλα μέτρια και μετρημένα και τα υπόλοιπα στην άκρη είτε για να μαζευτεί προκαταβολή να αγοράσουν σπίτι ή για τις υπέρογκες δόσεις αν είχαν ήδη αγοράσει. Φυσικά υπήρχαν, δυστυχώς, πάρα πολλοί που από την Παρασκευή που πληρώθηκε το ανδρόγυνο, στο τζογαδαρείο-καφενείο και στα στοιχήματα στις κούρσες σκυλιών-αλόγων κι η φαμελιά δεν είχε ούτε τα απολύτως αναγκαία! Και στις δυο περιπτώσεις, πού να τολμήσει η κάθε γυναίκα να ζητήσει να στείλει κάτι στους γονείς πίσω;
Όμως, εκεί που υπάρχει δυνατή θέληση, βρίσκεται πάντα τρόπος. Έτσι, οι περισσότερες γυναίκες, κατέφευγαν σε διάφορα τεχνάσματα ώστε να στέλνουν ενίοτε μια-δυο λίρες στη Μάνα και στον Πατέρα. Πολλές γυναίκες σε συζητήσεις, ακόμα και σήμερα, έχουν να το λένε πως ποτέ δεν έφυγε γράμμα για τη Μάνα χωρίς να έχει μέσα «λίρα», που μπορεί σήμερα να ακούγεται ευτελές ποσόν, όμως, το βασικό μεροκάματο τότε δεν ξεπερνούσε τις 10-12 λίρες την εβδομάδα! Επί πλέον τα γράμματα τότε έπαιρναν πάνω από μήνα για να φτάσουν στον προορισμό τους, εκεί ή εδώ, οπότε το πολύ πέντε-έξη φορές το χρόνο λάβαινε η Μάνα τη λίρα. Εννοώ λίρες «χάρτινες» Αγγλίας, όπου μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '60, ήταν το επίσημο νόμισμα της Αυστραλίας, μια και ήταν κι εθεωρείτο αποικία της μαμάς-Αγγλίας! Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του '60, άρχισαν σιγά-σιγά οι ιθύνοντες της Αυστραλίας να σηκώνουν κεφάλι και υιοθέτησαν το δικό τους νόμισμα, το Δολάριο Αυστραλίας. Σημειωτέον, η λίρα ισοδυναμούσε περίπου με δύο δολάρια.
Έχω ακούσει πολλές ιστορίες στα σχεδόν 50 χρόνια που ζω εδώ, από πολλές γυναίκες και τι σκαρφίζονταν για να στέλνουν κάτι πίσω. Εκείνο που μου έμεινε από όλα, όμως, είναι «το δεντράκι της Μάνας». Είχαν συνεννοηθεί Μάνα και κόρη, όταν λάβαινε η Μάνα τη λίρα που με θυσίες κατάφερνε να ξεκλέβει η κόρη, να της γράφει:
-Το δεντράκι σου κόρη μου μεγαλώνει!
Και τότε ησύχαζε η δόλια η κόρη πως δεν «κλάπηκε» από το φάκελο η λίρα κι έφτασε στη Μάνα! Ο λόγος γι' αυτό τον, ας πούμε, μυστικό κώδικα, το γεγονός ότι όλα τα γράμματα που λάβαινε η κάθε γυναίκα, τα διάβαζε σχεδόν πάντα και ο άντρας. Ευτυχώς και Μάνα-Κόρη, άλλαζαν κάπως το ρεπερτόριο με την αναφορά στο δεντράκι κι έτσι σχεδόν ποτέ κανένας άνδρας δεν υποψιάστηκε την αλήθεια! Απλά, ειρωνεύονταν και τις δυο για την «μούρλια τους» τους με τα δέντρα και τα λουλούδια!
Από τη δεκαετία του '70 και μετά άρχισαν να αλλάζουν έστω και λίγο τα πράγματα, το ανδρόγυνο είχε βάλει κάπως στη σειρά τη ζωή του, η Γυναίκα είχε ορθοποδήσει έστω και λίγο, άρχισε να διεκδικεί βασικά δικαιώματα και… να σηκώνει κεφάλι στον άνδρα που και αυτός με τη σειρά του, μαλάκωσε κάπως και έκανε την ανάγκη φιλοτιμία πολλές φορές. Μπορεί να είχε κιόλας βαρεθεί να διαβάζει τα γράμματα και να ελέγχει πού πήγε και το τελευταίο «σελίνι», έτσι χαλάρωσαν όλα. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως αρκετοί άνδρες δεν το έπαιζαν αφέντες στη φαμελιά!
δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: