e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μ. Ζ. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Μνημονεύοντας Κεκοιμημένους ενόψει Πεντηκοστής 2017

 Εσπέρας 2ας Ιουνίου 2017, στο Παρεκκλήσιο των Αγίων Ταξιαρχών και Νικολάου εν Βανάτω Ζακύνθου  


Από το συναξάριο του Αββά Μακαρίου του Αιγυπτίου για την χρεία της προσευχής υπέρ των νεκρών μας:

Κάποτε ο Αββάς Μακάριος συναπαντήθηκε μ' ένα κρανίο ενός ιερέα των ειδώλων. Ο πνευματοφόρος Αββάς ρώτησε τον κολαζόμενο ειδωλολάτρη τι είναι ανακούφιση και τι τιμωρία στον τόπο εκείνον. Τότε το κρανίο αποκρίθηκε: "Όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, τόσο είναι το πυρ από κάτω μας... Στεκόμαστε μέσα στο πυρ από τα πόδια έως στο κεφάλι και δεν είναι δυνατό να δει κανείς τον άλλο πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά το πρόσωπο του καθενός είναι κολλημένο προς την πλάτη του αλλού. Όταν λοιπόν εσύ εύχεσαι για εμάς, τότε βλέπει κανείς λίγο το πρόσωπο του άλλου. Αυτή είναι η ανακούφιση!"






































Η αγάπη του Θεού

Αν προσπαθήσει να ερμηνεύσει κάποιος την αγάπη, μπορεί να δώσει πολλές ερμηνείες, που θα προσεγγίζουν μεν, αλλά δεν θα φθάνουν ακριβώς στην ουσία της. Για να καταφέρει να ερμηνεύσει ακριβώς κάποιος την αγάπη θα πρέπει να εστιάσει και να καταλάβει την ουσία του Θεού γιατί «ο Θεός αγάπη εστί»!
     Ο Θεός όμως δεν έχει αποκαλύψει την ουσία Του στον άνθρωπο, όχι γιατί κρύβεται, αλλά γιατί δεν μπορεί ο ανθρώπινος νους να την καταλάβει και θα κινδυνεύει να πέσει στην «ακαταληψία», οδηγούμενος μετά στην απιστία!
     Δεν αποκάλυψε στον άνθρωπο την ουσία Του ο Θεός, αλλά του την φανέρωσε μέσα από την αγάπη Του γι' αυτόν. Ερμήνευσε την αγάπη ο Ίδιος ο Θεός μέσα από τις ενέργειες και την παρουσία Του στην ζωή του ανθρώπου, δίδοντάς του χειροπιαστή ερμηνεία, την οποία μπορεί ο ανθρώπινος νους εύκολα να κατανοήσει.
     Η δημιουργία του κόσμου και η συνεχής μέριμνά Του είναι η απόδειξη της αγάπης Του γι' αυτόν. Η αγάπη Του για τον άνθρωπο φανερώθηκε με τα χαρίσματα με τα οποία τον προίκισε κατά την δημιουργία του, καθώς επίσης και με το ότι τον κατέστησε κυρίαρχο όλης της δημιουργίας.
     Η κορυφαία απόδειξη της αγάπης Του για τον άνθρωπο είναι η επί γης παρουσία του Χριστού. Γεννήθηκε μέσα στους ανθρώπους, μεγάλωσε μαζί τους, περπάτησε ανάμεσά τους, δίδαξε και θαυματούργησε πάλι για τους ανθρώπους, έπαθε, σταυρώθηκε και ετάφη από τους ανθρώπους, αναστήθηκε, καταργώντας τον θάνατο που ταλαιπωρούσε τους ανθρώπους.
     Όλα για τον άνθρωπο! Είτε Τον ακολουθεί είτε Τον σταυρώνει, η αγάπη του Θεού είναι η ίδια για όλους τους ανθρώπους. Υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από αυτήν την αγάπη του Θεού;
     Σ' αυτήν την αγάπη ελπίζουμε και είμαστε βέβαιοι ότι κατά την μέλλουσα κρίση, ως Δίκαιος Κριτής, από αγάπη θα παραβλέψει τις αδυναμίες και τα πάθη μας, ελέγχοντας μόνο την καρδιά μας και την διάθεσή μας, η οποία καρδιά θα πρέπει να είναι δοσμένη σ' Αυτόν!
     +Αρχιμ. Βαρθολομαίος
    Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Εσφιγμένου Αγίου Όρους

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης στο Σχηματάρι (6.6.2017) για την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος

Με σύνθημα «Καθαρός Ασωπός-Από την ιδέα στην πράξη» πραγματοποιούνται εφέτος οι εκδηλώσεις που διοργανώνει η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας και ο Δήμος Τανάγρας για την Παγκόσμια ημέρα Περιβάλλοντος, την Τρίτη 6 Ιουνίου 2017, στο Σχηματάρι.
Οι εκδηλώσεις, που τελούν υπό την Αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας Κυρίου Προκόπη Παυλόπουλου,
περιλαμβάνουν ένα σύνολο περιβαλλοντικών δράσεων ενημέρωσης και ψυχαγωγίας αλλά και συναυλία με τον Μίλτο Πασχαλίδη.
Την Κεντρική Εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί στις 15.00
 αναμένεται να τιμήσουν με την παρουσία τους,
ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κύριος Προκόπης Παυλόπουλος, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριος Βαρθολομαίος,
ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδας Κύριος Ιερώνυμος, αλλά και εκπρόσωποι της Κυβέρνησης και της Αυτοδιοίκησης.

Η Ελένη και η Έλλη


Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Αχώριστες πάντα οι δυο αδελφές. Ούτε δίδυμες να ήταν, τόσο αγαπημένες και εξαρτημένες η μια από την άλλη, πάντα μαζί όπου και να πήγαιναν ό,τι και να έκαναν!
Δεν έμοιαζαν σε τίποτα, ούτε στην εμφάνιση ούτε στο χαρακτήρα. Η Ελένη ήταν ψηλή και αδύνατη, πολύ αδύνατη. Ήταν όμως δυναμικός τύπος, ήξερε τι ήθελε, ήξερε πώς να το διεκδικήσει, αλλά και πώς να τα «μπαλώσει» στη μάνα της αν έκανε και καμιά αποκοτιά, ενώ η Έλλη πιανόταν στα πράσα πριν ακόμα σκεφτεί να στραβοπατήσει!
Το μεγάλο χάρισμα της Ελένης, ήταν η υπέροχη φωνή που είχε! Υπό διαφορετικές συνθήκες, αν υπήρχε τρόπος να σπουδάσει μουσική και να βρεθούν ικανοί άνθρωποι να την προωθήσουν, χωρίς αμφιβολία θα γινόταν μεγάλη σοπράνο με παγκόσμια φήμη! Αλλά εκείνα τα χρόνια στο χωριό που γεννήθηκαν λίγα χρόνια πριν τον πόλεμο του '40, με φτώχεια κι ανέχεια, ούτε συζήτηση για κάτι τέτοιο. Όταν έψαλε η Ελένη στην εκκλησία, συνήθως, τη Μ. Εβδομάδα, δεν θα ήταν υπερβολή να πω, ότι μαζεύονταν κι από διπλανά χωριά για να την ακούσουν! Κι όταν σε σχολικές γιορτές κι αλλού της ζητούσαν να πει το: Γλυκιά Μητέρα του Χριστού, κάτι σαν το αντίστοιχο του Ιταλικού Άβε Μαρία, ουράνια μελωδία μόνο θα μπορούσε να συγκριθεί μαζί της, σκορπούσε ρίγη συγκίνησης σε όλους! Απόλαυση να την ακούς, γονατιστή, να υψώνει δέηση στη Θεοτόκο με τέτοια κατάνυξη που να παρακαλείς να μην τελειώσει!
Η Έλλη, πάλι, ήταν μικροκαμωμένη και λεπτεπίλεπτη, έμοιαζε με εύθραυστη κούκλα από πορσελάνη. Οι ξανθές μπούκλες που πλαισίωναν το πρόσωπο της, ενίσχυαν την ιδέα! Η μάνα της η Κεβή έλεγε, η Ελένη μου άξια και ικανή για όλα κι ας μην είναι νταρντάνα, αλλά ετούτο το μικρό μπίτι ατάλικο, μυγιάγγιχτο και μη μου άπτου! Ούτε να της μιλήσω δεν κοτάω και την πιάνουν τα κλάματα. Να δω τι θα την κάνω και σε τι χέρια θα πέσει. Άντε και να βρει κάναν άνδρα ζόρικο και να 'χει πεθερικά και κουνιάδες. Κακό που μ΄ εύρηκε τη δύστυχη μάνα, θα μου πεθάνει, πού να αντέξει το καλότυχό μου.
Έτσι, την πρόσεχαν όλοι, πατέρας, ξαδέλφια, θείες και θείοι καθώς κι οι νόνες της. Ακόμα κι η Ελένη που όχι μόνο δεν ζήλευε για την κάπως άνιση μεταχείριση, αφού όλα τα βάρη για τις δουλειές εσωτερικές κι εξωτερικές έπεφταν σ' εκείνην, αλλά ακόμη κι όταν πήγαιναν να φέρουν νερό από τη βρύση η Ελένη φορτωνόταν πάντα δυο μεγάλους σίγλους κι η Έλλη έναν μικρό, μολονότι η μάνα έλεγε έναν μεγάλο κι έναν μικρό εκείνη κι η Έλλη, τον άλλο μεγάλο. Ακόμα κι ένα απλό κρυολόγημα κι η Έλλη του θανατά, ενώ η Ελένη το ξεπερνούσε γρήγορα κι ανώδυνα.
Όλα της δύσκολα, ακόμα κι η γέννα της, «κόντεψε να πάει όλο με δαύτο» στη γέννα η Κεβή. Κι αρρωστιάρικο, όλο έκλαιγε κι όλο κάτι είχε. Μα η αγγελική της μορφή με εκείνο το γλυκό προσωπάκι και τις ξανθές μπούκλες, αποζημίωνε τους δικούς της για όλες τις ταλαιπωρίες και την λάτρευαν. Λόγω που ήταν αρρωστιάρικο κι «ένα τσουρούλι πράμα» την έταξαν στον Άγιο, να την «ρίξουν» στη χάρη Του και να την βαφτίσει όποιος χριστιανός «την σηκώσει»*.
Βόλεψε γιατί γεννήθηκε τον Ιούνιο, έτσι έλπιζαν να αντέξει μέχρι τις 24 Αυγούστου, που γινόταν το πανηγύρι. Κι, όντως, άντεξε το καχεκτικό μωράκι! Την «σήκωσε» μια πολύ ευκατάστατη και καλή κυρία από την Αθήνα. Δεν είχε δικά της παιδιά κι ήθελε να βαφτίσει ένα κοριτσάκι για να βγάλει το όνομα της Μάνας της που την έχασε νωρίς.
Η Νονά, αποδείχτηκε πολύ στοργική κι αγάπησε το μωρό σαν δικό της παιδί! Ερχόταν στη Ζάκυνθο κάθε Καλοκαίρι φορτωμένη όχι μόνο με ρουχαλάκια για την «κορούλα της», όπως αποκαλούσε την Έλλη, αλλά με αξιόλογα δώρα για όλη τη φαμελιά. Ακόμα και για το σπίτι φρόντισε! Έφερε ένα πολυέλαιο που στόλιζε το φτωχικό σαλόνι της Κεβής και του Ανδρέα! Χριστούγεννα, Πάσχα και στα γενέθλια της Έλλης, κατέφθαναν πάντα δέματα από την Αθήνα με χίλια-δυο καλά μέσα για όλους! Όμως, είχε θέσει έναν απαράβατο όρο! Να μην μαλώνουν ποτέ την Έλλη και να μην τολμήσει κανείς να απλώσει χέρι επάνω της!
Μεγαλώνοντας η Έλλη, πήρε χαμπάρι τον όρο, γιατί της το θύμιζε η Νονά της σε κάθε ταξίδι. Ήταν καλό και ήσυχο πλάσμα, όμως, και ποτέ δεν το εκμεταλλεύτηκε. Άλλωστε, δεν χρειάστηκε κιόλας.
Η Νονά της, της είχε πει κι ένα άλλο «μυστικό», που της έδωσε την άδεια, να το μοιραστεί μόνο με την Ελένη την αδελφή της: Αν καμιά φορά έκαναν καμιά μικροζημιά τα κορίτσια και δεν ήταν άλλος μπροστά, να μαζεύουν τα γυαλιά ή τα σπασμένα, να τα κρύβουν και τις ορμήνεψε να μεγαλοποιούν τα πράγματα στους γονείς, ώστε, όταν διαπίστωναν τη μικρή ζημιά, να μην τις μαλώνουν.
Ο Ανδρέας, ήταν τσαγκάρης, είχε ένα μικρό μαγαζάκι στο χωριό κι επειδή ήταν ο μοναδικός στην περιοχή, πήγαιναν και από άλλα χωριά τα παπούτσια τους για διόρθωση κι είχε μάθει κάτι βασικά και στην Κεβή που τον βοήθαγε σε ό,τι μπορούσε, έτσι τα κορίτσια έμεναν μόνα τους συχνά να φροντίσουν το νοικοκυριό και να μαγειρέψουν!
Όταν λοιπόν πήγαιναν σπίτι, οι κοπέλες έτρεχαν να τους προϋπαντήσουν κλαίγοντας, γιατί τάχα, είχαν κάνει μεγάλη ζημιά! Κι αν για παράδειγμα, είχαν σπάσει ένα πιάτο, λέγανε πως γλίστρησαν από τα χέρια τους όπως τα έπλεναν κι έσπασαν 3 ή και 4. Τράβαγε τα μαλλιά της η Κεβή, δύσκολα χρόνια, πώς και με τι να αντικαταστήσεις τα πιάτα, τα περισσότερα πήλινα και μερικά τσίγκινα. Ε, όταν διαπίστωναν πως μόνο ένα έσπασε, ουφ, μικρό το κακό, ανάσαιναν με ανακούφιση η Κεβή με τον Ανδρέα. Όταν έσπασαν το καθρεφτάκι που ξυριζόταν ο πατέρας, είπαν πως έσπασαν τον μεγάλο καθρέφτη στο σαλόνι! Κόντεψε να πάθει κόλπο ο Ανδρέας! Μα, διαπιστώνοντας την αλήθεια, κάθισε πρώτα κάτω να συνέλθει, ενώ της δόλιας της Κεβής είχαν κοπεί τα πόδια από την τρομάρα για το ξύλο που θα έπεφτε στις κοπέλες, αψηφώντας τις εντολές της Νονάς! Όταν συνήλθε κάπως, σηκώθηκε επάνω με άγριες διαθέσεις για τη λαχτάρα που πέρασε, μα οι κοπέλες, το 'σκασαν κι άντε να τις πιάσει! Μετά το ξέχναγε, γιατί ήταν άκακος σαν μικρό παιδί, μόνο που φούντωνε καμιά φορά από τα πολλά που του σκαρώνανε οι θυγατέρες του!
Εκεί που δυσκόλεψαν πολύ τα πράγματα, χωρίς στην ουσία να φταίει κανένας, ήταν που σε έναν αρκετά μεγαλούτσικο σεισμό έπεσαν σοβάδες και ξύλα πάνω στον πολυέλαιο που τους είχε χαρίσει η Νονά και έκανε μεγάλη ζημιά. Η Κεβή με τον Ανδρέα ήταν στη χώρα εκείνο το πρωί. Τρόμαξαν πολύ τα κορίτσια μόνα τους με το σεισμό αλλά και με τη μεγάλη ζημιά στο μοναδικό στολίδι του σπιτιού τους, τον πολυέλαιο! Βγήκαν στο δρόμο να προϋπαντήσουν τους γονείς και να τους πουν για το μεγάλο κακό! Μαθημένοι στις υπερβολές τους ο Ανδρέας και η Κεβή, δεν τις πίστεψαν. Μα οι κοπέλες έκλαιγαν απαρηγόρητα. Φτάνοντας στο σπίτι και βλέποντας τη ζημιά, έπιασαν να παρηγορούν τις κοπέλες γιατί στενοχωριόνταν πολύ με το σπαρακτικό τους κλάμα που έσπασε ο πολυέλαιος της Νονάς και πώς να της το γράψουν;
Έτσι κυλούσε η ζωή, σχετικά ήρεμα και χωρίς σοβαρά προβλήματα μέχρι που γίναν της παντρειάς η Ελένη με την Έλλη. Ήταν όμορφες και καλές κοπέλες. Η Νονά της Έλλης ήθελε να την πάρει να την παντρέψει στην Αθήνα και κάπου ενθουσιάστηκε το κορίτσι! Ο Ανδρέας, όμως, ανένδοτος. Επ' ουδενί δεχόταν να αποχωριστεί το παιδί του. Μα ούτε κι η Κεβή, φτωχοί ξε-φτωχοί, τα παιδιά τους τα ήθελαν δίπλα τους, δεν θα τα έστελναν «στα ξένα», γιατί τότε, ξενιτιά η Αθήνα, ακόμα και μακρινό χωριό στη Ζάκυνθο ήταν «ξενιτιά»! Πίεση η Νονά, πίεση η Έλλη στους γονείς να μην της κλείνουν την τύχη, σαν τι να περιμένει στο χωριό και χωρίς μεγάλη προίκα; Να πάρει χωριάτη και να δουλεύει, να μαζεύει ελιές, να τρυγάει, να πηγαίνει στο θέρο; Ενώ στην Αθήνα, μέχρι και θυρωρό μπορεί να έπαιρνε, όπως πήρε μια γειτονοπούλα ή τεχνίτη σαν τον πατέρα της!
Κι εκεί που όλοι ζούσαν αρμονικά και αγαπημένα κι όλα τα χρόνια καλοτύχιζαν την κουμπαριά με την Αθηναία, ξαφνικά η Κεβή με τον Ανδρέα, άρχισαν να καταριούνται την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκε στο δρόμο τους η Αθηναία. Κόπηκαν τα πολλά-πολλά με τη Νονά, η Έλλη να κλαίει κάθε μέρα πως της κόβουν την τύχη κι αντί να χαίρονται εκείνοι την θέλουν δυστυχισμένη και φτωχή στο χωριό κι όλα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο.
Ο Ανδρέας προσπαθούσε να την παντρέψει γρήγορα να δοθεί τέλος, μα η Έλλη όποιον και να της προξένευαν, έλεγε πάντα όχι. Λίγο μετά, τη ζήτησε ο Σαράντης, ευκατάστατος κι από κοντινό χωριό. Αγρίεψε ο Ανδρέας και είπε θα τον πάρεις και θα πεις κι ένα τραγούδι!
Και…το ΄πε το τραγούδι η Έλλη, αλλά το δικό της, όχι αυτό του πατέρα της! Γυρνάνε μια μέρα από τη δουλειά το ανδρόγυνο κι η Έλλη εξαφανισμένη. Η Ελένη είπε πως επέμενε να πάει στη χώρα μόνη της να πάρει κλωστές για το κέντημα της, αλλά δε γύρισε με το μεσημεριανό λεωφορείο, όπως είχε υποσχεθεί. Βράδιασε κι η Έλλη πουθενά. Τρελάθηκε η φαμελιά δεν ήξερε τι να κάνει, τι να σκεφτεί. Ώσπου την άλλη μέρα, λαβαίνουν τηλεγράφημα πως η Έλλη είναι με τη Νονά της. Τα είχαν κανονίσει όλα κρυφά. Έφυγε με το καράβι την προηγούμενη μέρα, πήγε στην Πάτρα όπου την περίμενε η Νονά με το αυτοκίνητό της κι από κει στην Αθήνα. Ακολούθησε γράμμα που τους εξηγούσε πως η Έλλη είναι ευτυχισμένη κοντά της, θα την καλοπάντρευε και θα έμενε εκεί.
Οργισμένοι, θλιμμένοι και πικραμένοι οι γονείς έσπαγαν το κεφάλι τους να σκεφτούν τρόπο να φέρουν την Έλλη τους πίσω, αλλά πώς; Μέχρι που βρήκαν τη λύση. Δεν είχε δασκαλέψει την Έλλη από μικρή η Νονά, πώς να αποφεύγει να την τιμωρούν, λέγοντας ψέματα και μεγαλοποιώντας τα πράγματα; Ε, λοιπόν, το ίδιο θα έκαναν και αυτοί!
Λίγο μετά, όλο αδιάθετος ο Ανδρέας, όλο κάτι είχε, δεν έτρωγε, ό,τι και να του έφτιαχνε η Κεβή για να ανοίξει η όρεξη του, εκείνος μπουκιά δεν έβαζε στο στόμα, (βέβαια, έτρωγε στο μαγαζί πριν πάει σπίτι, αλλά έπρεπε η Ελένη να το πιστέψει πως είναι άρρωστος), όλο πονούσε, μια εδώ μια εκεί, μες στη στενοχώρια η Κεβή, όλο αχ και γιατί και… τον έφαγε το μαράζι της κόρης του που έφυγε… Πήγε, τάχα, σε γιατρούς και μια μέρα ανακοινώνουν στην Ελένη πως ο γιατρός είπε είναι πολύ σοβαρά ο πατέρας και δεν θα αντέξει για πολύ!!! Αναστατώνεται η Ελένη, χωρίς να τους πει τίποτα, πάει την άλλη μέρα στη χώρα και στέλνει επείγον τηλεγράφημα στην Έλλη πως ο πατέρας τους πεθαίνει! Άλλο που δεν ήθελε η Έλλη, γιατί άρχισε να διαπιστώνει πως η ζωή στην Αθήνα δεν ήταν όπως τη φαντάστηκε. Αλλά ντρεπόταν να το πει στη Νονά της, μην την νομίσει αχάριστη. Η Νονά φυσικά την αγαπούσε και δεν της έλειπε τίποτα, αλλά πολύ μοναξιά, άλλη ζωή στην πολιτεία, που οι χαρές και τα γέλια, οι παρέες στο χωριό. Της έλειπε η αδελφή της, η μάνα ο πατέρας της, το φτωχικό τους σπιτάκι.
Κατατρόμαξε με το τηλεγράφημα. Ξαφνιάστηκαν οι γονείς, όταν την είδαν να καταφθάνει στο χωριό. Η Ελένη δεν τους είχε πει τίποτα για το τηλεγράφημα από φόβο μήπως δεν ερχόταν η Έλλη και θα ήταν σκληρό για αυτούς. Χαράς ευαγγέλια στο φτωχικό των γονιών! Γέλασαν καλόκαρδα όλη η φαμελιά, όταν ο Ανδρέας αποκάλυψε το μυστικό!
Όμως, η Έλλη του, η τρυφερή κι ευαίσθητη αλλά και πολύ όμορφη, δεν παντρεύτηκε ποτέ. Αφοσιώθηκε στα ανίψια της, τα παιδιά της Ελένης που τα λάτρευε και την λάτρεψαν. Γιατί, όπως λέει κι η παλιά παροιμία: Όλα τα πράγματα ειν΄ του νου κι η παντρειά της τύχης!
δ.μ.

* Διευκρίνηση για τους μη Ζακυνθινούς φίλους και φίλες:
Την έταξαν στον Άγιο, να την «ρίξουν» στη χάρη Του και να την βαφτίσει όποιος χριστιανός την «σηκώσει».
Παλιά, υπήρχε το έθιμο στη Ζάκυνθο, όσα μωρά ήταν καχεκτικά ή είχαν κάποιο πρόβλημα, (ώστε η χάρη Του να μεσιτέψει να γίνουν καλά), ή δεν είχε βρεθεί νουνός να τα βαφτίσει, να τα «ρίχνουν» δηλαδή να τα εναποθέτουν στα σκαλοπάτια εισόδου του ιερού ναού του Αγίου Διονυσίου, το Καλοκαίρι που γινόταν τριήμερο πανηγύρι στις 24 Αυγούστου.
Τότε, κατέφθαναν πάρα πολλοί από την Πελοπόννησο, Αθήνα κι αλλού, όχι μόνο για να προσκυνήσουν το Ιερό Σκήνωμα του Αγίου, αλλά γνωρίζοντας το έθιμο, να βαφτίσουν κι ένα παιδάκι.
Όποιος/α «σήκωνε» δηλαδή έπαιρνε αγκαλιά ένα μωρό από τα σκαλοπάτια, το βάφτιζε την ίδια στιγμή με ιερείς που είχαν αυτή την αποστολή, χωρίς πολλές διαδικασίες και πολυτέλειες. Ένα λαδόπανο, ένα φανελάκι με τρία κόκκινα σταυρουδάκια κεντημένα, το λάδι κι ένα σταυρουδάκι, όχι απαραίτητα χρυσό, εκτός κι αν είχε οικονομική ευχέρεια ο νουνός/ά.
Μόνος όρος για τους γονείς, το όνομα του μωρού να είναι απαραίτητα επιλογή των αναδόχων.
Πολλές ωραίες κουμπαριές και φιλίες ζωής δημιουργήθηκαν με αυτού του είδους τα βαφτίσια και πολλά ονόματα, όχι συνηθισμένα στη Ζάκυνθο, καθιερώθηκαν. Έχω ξαδέλφη που βαφτίστηκε έτσι, με το όνομα Θεανώ, πολύ σπάνιο για την Ζάκυνθο του καιρού εκείνου.