e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2019

Το πλοίο θα σαλπάρει για λιμάνια ξένα

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ


Και το πλοίο σαλπάρισε για λιμάνια ξένα, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, που η Φύση οργίαζε από βλάστηση και ομορφιά. Χιλιάδες νέες και νέοι μέσα. Νέες και νέοι που ξεκίνησαν για πολύ ξένα Λιμάνια, τόσο ξένα και μακρινά, που οι περισσότεροι ούτε γνώριζαν κατά πού πέφτουν. Ανάμεσά τους και η Μαρίτσα. 
     Η Μαρίτσα που όπως εκατοντάδες άλλες κοπέλες με μια φωτογραφία στο χέρι, ενός άγνωστου άνδρα,  γεμάτη αντικρουόμενα συναισθήματα, προσδοκίες, αγωνίες, αμφιβολίες και πολύ φόβο, πήγαινε σ' έναν άγνωστο τόπο, χιλιάδες μίλια μακριά από τον δικό της μικρό τόπο, το αγαπημένο της νησάκι, να τον παντρευτεί να αποκτήσει οικογένεια και να ζήσει την υπόλοιπη ζωή της μαζί του!
     Η Μαρίτσα ήταν μία από τις χιλιάδες Νύφες των καραβιών! Δεν είχε προλάβει να ζήσει την ζεστασιά και τη θαλπωρή της φαμελιάς, την ζεστή αγκαλιά της Μάνας, έφευγε, μάλλον διώχτηκε πάλι από το πατρικό σπίτι. Αυτή τη φορά, όχι για καμιά θεία, όπως στα οκτώ της χρόνια για να μην πεθάνει της πείνας στην Κατοχή, αλλά για μέρος παντελώς άγνωστο κι ας μην ήταν παρά δεκαεπτά χρονών!

Ήταν δέκα παιδιά στη φαμελιά. Τα κορίτσια λιγότερα από τα αγόρια! Τέσσερα τον αριθμό κι η Μαρίτσα έβδομη μέσα σε όλα.
     Στην Γερμανική Κατοχή, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπέφερε από πείνα και φτώχια η φαμελιά τους όπως οι περισσότερες στο νησί, για να μην πούμε όλες. Ούτε ψωμί δεν υπήρχε κι η Μάνα είχε να θρέψει δεκατρία στόματα μαζί με την γριά πεθερά της. Πού, πώς και με τι;
     Τότε αποφάσισε να διώξει δυο-τρία παιδιά σε μακρινούς συγγενείς, που είχαν κάπως τον τρόπο,  να τους δουλεύουν όπου και όπως μπορούσε το καθένα με μόνη απαίτηση να μην τα αφήσουν να πεθάνουν από την πείνα. Αντέδρασε χαλαρά ο Πατέρας, γιατί ο κίνδυνος να βλέπει τα παιδιά του να πεθαίνουν από την πείνα, όπως τόσα άλλα καθώς και πολλοί ενήλικες, πολύ μεγάλος, έτσι, υποχώρησε με βαριά καρδιά.
     Από τα κορίτσια έδιωξε μόνο την Μαρίτσα, κάτι που ποτέ ούτε σε πολύ μεγάλη ηλικία δεν μπόρεσε να καταλάβει ή να εξηγήσει το μικρό κορίτσι. Γιατί δηλαδή διάλεξε εκείνην η Μάνα κι όχι μία από  τις άλλες; Λίγα τα λόγια κι οι κουβέντες της Μάνας, με τι θάρρος ή θράσος να ρωτήσει. Ήταν σκληρή η Μάνα, εκείνη έκανε κουμάντο σε όλους, ακόμα και στον άνδρα της, ποιος τολμούσε να της φέρει αντίρρηση;
     Την έστειλε σε μια δεύτερη ξαδέλφη της σ' ένα βουνοχώρι,  σε μια γυναίκα σκληρή σαν την Μάνα της κι επί πλέον ψηλομύτα. Βρήκε περιουσία μεγάλη και λεφτά από το γέρο άνδρα της, για αυτό τον παντρεύτηκε άλλωστε! Όλοι κρυφομιλώντας γι' αυτόν τον αποκαλούσαν "μαυραγορίτη", λέξη που δεν είχε ακούσει η Μαρίτσα κι ούτε γνώριζε τι σημαίνει! Νόμιζε πως είναι κάνα ανώτερο επάγγελμα ή αξίωμα. Το μόνο που θυμόταν μέχρι τα γεράματα και το έλεγε όταν μιλούσε για τα βάσανα της, πως εκμεταλλευόμενη την ηλικία και άγνοια της μια χωριανή, την ρώτησε μπροστά σε άλλους  τι δουλειά κάνει ο μπάρμπας της. Κι η μικρή με περηφάνεια είπε, πως έχει καλή δουλειά και βγάζει πολλά λεφτά, είναι  μαυραγορίτης
     Ξεχνιόταν το ξύλο που έφαγε πρώτα από τη θεία και μετά από τον μπάρμπα; Κατάκοιτη στο στρώμα για πολύ καιρό και για τιμωρία όλο αυτό το διάστημα, της πετούσαν ένα ξεροκόμματο και λίγο νερό, για να μάθει άλλη φορά να ανοίγει το βρομόστομά της και να δίνει αναφορά  στον καθένα, τι κάνουν μέσα στο σπίτι τους. Έσπασε το ένα πόδι, γιατί σε μια άγρια σπρωξιά, χτύπησε πάνω σε τσιμεντένιο μουράγιο και κούτσαινε σ΄ όλη της τη ζωή. Πού γιατροί και ορθοπεδικοί να το φροντίσουν, να το βάλουν σε γύψο να θρέψει σωστά, αλλά και να υπήρχαν, ποιος νοιαζόταν για το παλιόπαιδο όπου το καλό φχαριστώ που την τάιζαν και την πότιζαν, ήταν να τους κουτσομπολεύει στο χωριό; Και η δουλειά,  δουλειά από το πρωί μέχρι το βράδυ, σέρνοντας το σακάτικο πόδι! Εκείνη να κουβαλάει νερό, να πλένει τα πιάτα, να βάζει μπουγάδες μια σταλιά παιδί και σακατεμένο να σκουπίζει, να συμμαζεύει τ΄ ασυμμάζευτα της κακομαθημένης κόρης που είχαν, κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερη από την Μαρίτσα, εκείνη όλα τα θελήματα κι από πάνω βρισιές κι άσχημο τρόπο.
     Η ζωή της γενικά ήταν πολύ δύσκολη. Λαχταρούσε το σπίτι της πολλές φορές, μα ούτε ήξερε πώς να πάει. Άλλωστε, μόλις που το θυμόταν. Όμως, λαχταρούσε τη Μάνα κι ας της φώναζε συνέχεια και δεν της είπε ποτέ καλό λόγο, τ' αδέλφια της που μπορεί να μαλώνανε στα παιχνίδια, αλλά  ήταν πάντα μαζί! 
     Λίγα χρόνια αφού τέλειωσε ο πόλεμος, η θεία την έδιωξε.  Έστειλε μήνυμα στον πατέρα της να έρθει να την πάρει. Δεν την χρειαζόταν πια. Είχε αρκετά (ας είν' καλά ο πόλεμος...), να προσλάβει κανονική υπηρέτρια, που θα τα έκανε όλα σωστά κι ωραία!


Χάρηκε το κορίτσι πως θα γύριζε επιτέλους σπίτι της! Ούτε που θυμόταν πια το «σπίτι της»... Η Μάνα της την δέχτηκε ψυχρή, όπως πάντα, λέγοντας της πως, αν έμαθε σε μεγαλεία στη θεία, να τα ξεχάσει. Η φαμελιά της ήταν πολύ φτωχή και τα στόματα πολλά, παρόλο που είχε πεθάνει η Νόνα της στην Κατοχή.  Άχνα δεν έβγαλε το κορίτσι. Τ'  αδέλφια της την κοίταζαν καχύποπτα, ένα στόμα πάρα πάνω! Εδώ δεν χόρταιναν αυτά, πού να περισσέψει και για την νεοφερμένη; Και στο κάτω-κάτω, ας καθόταν εκεί που ήταν, τι γυρεύει εδώ μετά από τόσα χρόνια; Ξένη πια για όλους.
     Μαζευόταν και προσπαθούσε να μην πιάνει πολύ χώρο πουθενά, άλλωστε είχε μάθει να ζει πάντα στο περιθώριο. Με τον καιρό, μαλάκωσαν λίγο τ' αδέλφια, της μιλούσαν καλά, μοιράζονταν μαζί της ό,τι είχαν κι άρχισαν να την δέχονται για αδελφή τους! Εκείνος, όμως, που της έδειχνε στοργή κι αγάπη, ήταν ο Πατέρας της. Έφτανε στο σημείο πολλές φορές να μαλώνει την Μάνα της που όλο με το άγριο της μιλούσε.
     Μαλάκωσε η καρδιά της Μαρίτσας, κι άρχισε να νιώθει πως έχει φαμελιά κι εκείνη. Την έστειλαν και Σχολείο κι έμαθε να γράφει και να διαβάζει! Έμαθε Γεωγραφία, Ιστορία, Αριθμητική και πολλά άλλα! Ήταν πολύ έξυπνο κορίτσι και διψούσε για μάθηση, παρόλο που ντρεπόταν, γιατί ήταν κοτζάμ κοπέλα! Η δίψα για μάθηση, όμως, νίκησε την ντροπή και στα δεκαέξι της πήρε Απολυτήριο Δημοτικού με άριστα! Αλλά έπρεπε να βγάζει το ψωμί της πια, αρκετά την ντάντεψαν.
     Την έβαλαν δούλα σ' ένα σπίτι στη χώρα. Καλά της φέρνονταν τ' αφεντικά, δεν είχε παράπονο, και το φαΐ καλό κι αρκετό για πρώτη φορά στη ζωή της!
     Μια μέρα πήγε ο Πατέρας της και ζήτησε άδεια από την κυρά της να την πάρει για μία-δύο μέρες στο χωριό και θα γυρίσει πάλι. Απόρησε η Μαρίτσα, μα φτάνοντας στο σπίτι, έμαθε το λόγο. Την παντρολογούσαν μ' ένα παιδί από το παραδιπλανό χωριό, που ζούσε στην Αυστραλία κι ήθελε μια καλή, νοικοκυρά και ηθική κοπέλα από τον τόπο του. Οι γονείς, με πρωτοβουλία της Μάνας, είπαν πως πρέπει να στείλουν την σακατεμένη, δυσκολοπάντρευτη στο χωριό και χωρίς προίκα. Έμαθε και για την ελαφριά αναπηρία της ο υποψήφιος γαμπρός αλλά είπε δεν τον νοιάζει, αρκεί να είναι τίμια και καλή.
     Ο Πατέρας της προσπάθησε με γλυκό τρόπο να της πει για το προξενιό, αλλά η Μάνα σκληρή όπως πάντα, της είπε να μην τολμήσει να κάνει νάζια, τυχερή που βρέθηκε ο χριστιανός και όχι μόνο δεν ζητούσε προικιά και προίκα αλλά δεν τον πείραζε που ήταν και κουτσή. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Δεν ξαναγύρισε στη χώρα που δούλευε, πήγαν τα πεθερικά, έδωσαν λόγο, της πήγαν και δαχτυλίδι και άλλα δώρα, καλοί κι αγαθοί άνθρωποι, την αγκάλιασαν  σαν παιδί τους! Της έραψε κι η Μάνα δύο-τρία φτηνά φορεματάκια για μαζί της, κι ένα ανοιξιάτικο πρωινό, αφού τους φίλησε όλους, με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι, την συνόδευσε στον Πειραιά ο μεγάλος της αδελφός, για να μπαρκάρει το απόγευμα. 
     Ο Πατέρας, ήταν ο μόνος που την αγκάλιασε τρυφερά και λύγισε…
     - Παιδάκι μου, Μαρίτσα μου, πού σε στέλνω ψυχή μου, αδικημένο μου παιδί; Τι έγκλημα κάνω για δεύτερη φορά να υποχωρώ και να σε διώχνω από το σπίτι σου…
     Τον παρηγόρησε το μικρό κορίτσι.
     -Μην στενοχωριέσαι, Πατέρα, θα τα καταφέρω, θα δεις, θα κάνω φαμελιά, θα σου στέλνω φωτογραφίες να μας καμαρώνεις και θα σου στέλνω και κάνα φράγκο, όποτε μπορώ.
     Έμειναν αγκαλιασμένοι πολύ ώρα, μέχρι που τους χώρισε η Μάνα.
     - Κοίτα να μην μας ντροπιάσεις εκεί που θα πας. Να είσαι μετρημένη και ταπεινή! Έλα, φτάνει τα μυξοκλάματα, θα φύγει το καΐκι, δεν θα σε περιμένει. Να πας στο καλό και να περάσεις καλύτερη ζωή απ' ό,τι η Μάνα σου. Φτωχοί εμείς εδώ, τι τύχη θα είχες χωρίς προίκα και σημαδεμένη; 
     Μοιραζόταν την ίδια καμπίνα στο καράβι με άλλες τρεις κοπέλες από διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπου με μια φωτογραφία στο χέρι, μην έχοντας στον ήλιο μοίρα κι αυτές,  ξεκίνησαν για το άγνωστο. Η Μαρίτσα, αποφασισμένη, να βάλει στην άκρη το χθες και να αρχίσει καινούρια ζωή, μακριά από όλους, με τον άνδρα της τον Πέτρο.


Ήταν πια κυρία του εαυτού της, ούτε δούλα στη θεία, μήτε στη χώρα, ούτε η Μάνα να την κοιτάζει στραβά και να σκέφτεται πώς να την ξεφορτωθεί. Τώρα πια δεν είχε ανάγκη κανέναν!  Θα αποκτούσε δικό της σπιτικό, δική της φαμελιά κι επί τέλους, θα κουμαντάριζε εκείνη τη ζωή της! Στερημένη από στοργή κι αγάπη, αφοσιώθηκε πλήρως στον άνδρα της! Έλεγε “Πέτρο μου” και κι εκείνο το «μου», την έκανε να νιώθει βασίλισσα! Κι εκείνος την αγάπησε όμως, “ψυχή μου” την προσφωνούσε συνέχεια! Για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε πως είχε φαμελιά, πως είχε κάποιον να αγαπά να την αγαπάει κι ήταν ευτυχισμένη! 
     Όταν έμεινε έγκυος το πρώτο της παιδί, αποφάσισαν να φέρουν τους γονείς του Πέτρου από την Ελλάδα να αναλάβουν το παιδί κι όσα ακόμα έλθουν, ώστε αυτοί να δουλεύουν απερίσπαστοι. Είχαν χρέος μεγάλο. Δύσκολο το στήσιμο ολόκληρου νοικοκυριού από το μηδέν στοίχιζε πολλά. Αγόρασαν και σπίτι κι έβαλαν μεγάλο χρέος, έπρεπε να δουλέψουν σκληρά.
     Μια μικρή, αδύνατη φωνούλα μέσα της, όμως, της έλεγε πως δεν έλεγε αλήθεια, δεν ήταν μόνο για να δουλέψουν κ.λπ. Κάτι άρχισε να την τρώει μέσα της πως ο Πέτρος θα ρίξει όλη του την αγάπη στο παιδί κι εκείνη θα πέσει σε δεύτερη μοίρα. Ούτε σαν σκέψη δεν το άντεχε αυτό. Τώρα που βρήκε κάποιον να την αγαπάει, να την υπολογίζει, να την γνοιάζεται θα τον μοιραζόταν με το βυζανιάρικο; Κι αν έρχονταν κι άλλο κι άλλο, εκείνη τι θα έκανε; Δούλα πάλι σε όλους και παραγκωνισμένη. Όχι, όχι αδύνατο αυτό. Κάτι άλλο έπρεπε να κάνει αλλά χωρίς να το υποψιαστεί ο Πέτρος της.
     Το δεύτερο αγόρι τους  γεννήθηκε δυο χρόνια αργότερα που είχαν ήδη εγκατασταθεί στην Μελβούρνη και τα πεθερικά της! Καλόκαρδος και βολικός ο Πέτρος, βλέποντας πόσο άξια και σοβαρή είναι η γυναίκα του, δεν της έφερνε αντίρρηση σε τίποτα κι είχαν πολύ καλή συνεννόηση μεταξύ τους.
     Στην αρχή, έμειναν και τα πεθερικά μαζί τους, αλλά αργότερα κατάφεραν να αγοράσουν ένα δικό τους σπιτάκι, λίγο έξω για να είναι φτηνό γιατί ο πεθερός της νέος ακόμα, δούλευε κι έβγαζε καλά λεφτά με τις υπερωρίες. Εν τω μεταξύ, ήρθε στον κόσμο και η κόρη τους!
     Λίγο μετά, η Μαρίτσα αποφάσισε πως δεν είναι ζωή αυτή να τρέχουν όλη μέρα πάνω κάτω με τα παιδιά, να μην προλαβαίνουν να πάρουν ανάσα ούτε και να μπορούν να δουλεύουν υπερωρίες. Μα, στην ουσία την ενοχλούσε που τα μυξιάρικα όλη μέρα μπροστά της κι όλη νύχτα, αντί να κοιμάται ξέγνοιαστη αγκαλιά με τον Πέτρο της όπως πρώτα, μια το ένα έκλαιγε μια το άλλο έσκουζε ή κατουριόταν κι αυτή όλη νύχτα στο πόδι! Α πα πα πα, δεν είναι ζωή αυτή. Έτσι, με πρωτοβουλία, πάντα, της Μαρίτσας, και τα τρία παιδιά, μετακόμισαν στον παππού και στη γιαγιά και περνούσαν και τα  βλέπαν  το Σαββατοκύριακο.
     Ο Πέτρος της, πάλι μόνος μαζί της, ξαναζούσαν όπως τον πρώτο καλό καιρό! Με τον καιρό, αραίωσαν οι εβδομαδιαίες επισκέψεις και πήγαιναν μια-δυο φορές το μήνα αρχικά κι αργότερα ακόμα πιο αραιά. Όταν διαπίστωσαν ότι και που πήγαιναν, τα παιδιά δεν έδειχναν κανέναν ενθουσιασμό και δεν τους πλησίαζαν πολύ, οι επισκέψεις έγιναν πιο αραιές ακόμη. Τα αγόρια τούς φέρνονταν πολύ εχθρικά, Μαμά και Μπαμπά φώναζαν τον Παππού και την Γιαγιά, κι εκείνους μπάρμπα και θεία. Με τα χρόνια και η κόρη ακολούθησε τ' αχνάρια των αδελφών της.
     Η Μαρίτσα κι ο Πέτρος, γερνούσαν, πάντα όμως αγαπημένοι,  πολύ αγαπημένοι και ο ένας για τον άλλον! Τα παιδιά μεγάλα πια, δούλευαν κι έβγαζαν τα προς το ζην. Ο δεσμός με τους γονείς όμως δεν άλλαξε. Βλέπονταν ευκαιριακά, σαν συγγενείς και τίποτα πάρα πάνω.
     Ο χαμός του Παππού, που έφυγε πρώτος, τους στοίχισε πάρα πολύ, τον λάτρευαν. Μα, όταν έφυγε κι η Γιαγιά, θρήνησαν πικρά κι ένιωσαν για πρώτη φορά την ορφάνια! 
     Η Μαρίτσα με τον Πέτρο, γερασμένοι πια αλλά πολύ μονιασμένοι κι αγαπημένοι! Τόσο πολύ που κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να μπει ανάμεσα τους! Το μεγάλο παράπονο της Μαρίτσας, πως τρία παιδιά γέννησε και δούλεψε τόσο σκληρά για αυτά, και δεν την φρόντιζαν όπως όφειλαν στα γεράματα της!
     Εκείνη κι ο Πατέρας της, θυσιάστηκαν για τα παιδιά τους, δούλευαν μέρα νύχτα για να δίνουν λεφτά στα πεθερικά της να μην τους λείψει ποτέ τίποτα κι αυτά δεν τους γνοιάζονται καθόλου. Τους μιλούσε για τα δικά της βασανισμένα παιδικά χρόνια, που την έδιωξαν από το σπίτι και την έβαλαν δούλα από 8 χρονών και τι πέρασε στη ζωή της. Εκείνη, τα είχε αρχοντόπουλα στον Παππού και στη Γιαγιά! Και δεν στερηθήκανε ποτέ τίποτα, άσε που τα αγαπούσαν και πολύ  οι γέροι!
     Ούτε στην Ελλάδα τα έστειλαν, χιλιάδες μίλια μακριά τους και χωρίς να ξέρουν αυτοί πώς περνάνε κι αν τα προσέχουν, όπως έκαναν τότε πολλοί  άλλοι. Αυτοί, μια ώρα απόσταση και πήγαιναν και τα έβλεπαν τακτικά κι ο Παππούς τα έφερνε πότε-πότε και τα έβλεπαν. Ούτε στερήθηκαν τίποτα ποτέ, χάρη στη σκληρή δουλειά και τις οικονομίες των γονιών τους ώστε να ζουν σαν βασιλόπουλα εκείνα! 
     Όλα όμως έπεφταν στο κενό! Τα παιδιά, περνούσαν και τους έβλεπαν δυο-τρεις φορές το μήνα, φρόντιζαν να έχουν περίθαλψη κι ό,τι άλλο χρειάζονταν, αλλά ποτέ δεν τους ένιωσαν σαν Μάνα και Πατέρα. 
     Ο μικρός γιος κι η κόρη, ίσως, γιατί από νήπια ακόμα, μόνο τον Παππού και τη Γιαγιά γνώρισαν και με αυτούς δέθηκαν, δεν επηρεάστηκαν αρνητικά από τη όλη κατάσταση! Παντρεύτηκαν, έκαναν οικογένεια και πήγαιναν συχνά τα παιδιά τους στον Παππού και στη Γιαγιά. 
     Ο μεγάλος όμως δεν στέριωνε πουθενά. Όσους δεσμούς και να έκανε, κατέληγαν σε χωρισμό μετά από λίγο. Την ίδια κατάληξη και οι δυο αρραβώνες  που έκανε. Δεν κατάφερε να αποδεχτεί την πραγματικότητα και να ξεπεράσει, την απόρριψη της Μάνας, τον  χωρισμό, την έλλειψή της,  αλλά ούτε και την παθητική οργή του για όλα όσα μεσολάβησαν κι ας ήταν πια μεγάλος άνδρας.
     Και η Μαρίτσα, όπως δεκαεπτά χρονών κορίτσι, αποδιωγμένη από την οικογένεια για δεύτερη φορά, με μια φωτογραφία στο χέρι, σαλπάρισε για λιμάνια ξένα, έτσι σαλπάρισε και για το αιώνιο ταξίδι, με τη γνώση, ότι ναι, πολλά κατάφερε στη ζωή της, έγινε κυρία, ανεξάρτητη, με δικό της σπιτικό, με άντρα που την αγαπούσε και την εκτιμούσε πολύ. Ένα μικρό αγκάθι όμως της τρυπούσε την καρδιά τώρα στα στερνά, που αναγνώριζε πια, ότι  δεν κατάφερε να προσφέρει στα παιδιά της, την στοργή και την αγάπη της Μάνας! Ίσως, γιατί άγνωστα συναισθήματα, που δεν τα βίωσε που δεν τα ένιωσε η ίδια ποτέ… Πώς να προσφέρεις συναίσθημα που δεν γνώρισες, που δεν βίωσες;
     Ο μεγάλος γιος της, το πρώτο παιδί της, ο Ανδρέας της, που υπό διαφορετικές συνθήκες θα θεωρείτο ευλογία για τους γονείς, δεν τους γνώρισε ποτέ. Δεν τον νανούρισε Μάνα, δεν τον βύζαξε, δεν τον πήρε αγκαλιά να τον παρηγορήσει όταν έκλαιγε, δεν τον κράτησε τρυφερά από το χέρι να πάρει τα πρώτα του βήματα… δεν… δεν…
     Με τον ίδιο καημό και μεταμέλειες έφυγε ο Πέτρος για τον άλλον κόσμο. Τον συνόδεψαν παιδιά κι εγγόνια στην στερνή του κατοικία, όπως θα συνόδευαν έναν καλό συγγενή. Λίγους μήνες μετά, έφυγε κι η Μαρίτσα, δεν άντεξε πολύ, μακριά από τον Πέτρο της!  Έφυγε πικραμένη, γιατί δεν πήρε συχώριο από τον Ανδρέα. Όταν ζήτησε να τον δει, να του μιλήσει, εκείνος δεν το άντεχε και δεν πήγε. Μα, όταν ήρθε η στιγμή για το Στερνό Αντίο, έμειναν όλοι άναυδοι στην εκκλησία από την αντίδρασή του. Έπεσε στην κυριολεξία πάνω στο φέρετρο, το αγκάλιασε ολόκληρο λες κι αγκάλιαζε τη Μάνα για πρώτη και στερνή φορά  και η σπαρακτική κραυγή  “Μάναααααααααα”, που βγήκε από τα στήθη του και που έκρυβε όλα όσα του στέρησε, όλα όσα δεν της είπε, όλα όσα αρνήθηκε να ακούσει λίγο πριν το τέλος, έκαμε και τις εικόνες των Αγίων στην εκκλησία να δακρύσουν!
     δ.μ.

1 σχόλιο:

Ειρήνη Φανίδου είπε...

Δεν πήρε αγάπη η έρμη απο την μάνα της ,και δεν είχε να δώσει!Προτίμησε την ησυχία της απο το δύσκολο ξενύχτι των μωρών.Έτσι έζησε,έτσι αμοίφθηκε!Ηζωή κύκλους κάνει!Νάσαικαλά φιλενάδα με τα υπέροχα γραφτά σου!