e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2021

Η γκαστρωμένη και τα Κρίταμα


Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

-Αλεβίζο μου, ακούστηκε σιγανά η φωνή της Βασιλικούλας. Αλεβίζο, ξύπνα ψυχή μου, λίγο πιο δυνατή αυτή τη φορά.

-Μμμμμ…

-Σου λέω ξύπνα, αρκετά δυνατά την τρίτη φορά, αλλά προσεχτικά να μην ξυπνήσουν οι κοπέλες που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο.

-Εε εεεε τι τρέχει; μουρμουρίζει μισοκοιμισμένος ο άνδρας.

-Ξύπνα και ελιγκούρεψα κρίταμα.

-Τι λες τώρα χριστιανή μου, είσαι με τα καλά σου; Άγρια μεσάνυχτα και με τέτοιο καιρό πού να πάω να σου ΄βρω κρίταμα;

-Γύρισε πλευρό να κοιμηθείς και θα το ξεχάσεις…

-Μα, Αλεβίζο μου, κλωτσάει αβέρτα το παιδί σαν να μου φωνάζει, πώς να κοιμηθώ;

Η Βασιλικούλα κι ο Αλεβίζος γνωρίζονταν από μικρά παιδιά. Έμεναν στο ίδιο χωριό, στην απάνου γειτονιά η Βασιλικούλα στην κάτου ο Αλεβίζος και πήγαιναν στο ίδιο Σχολείο που ήταν στο τέλος της απάνου γειτονιάς, σύνορα με το διπλανό χωριό.

Καλά και μελετηρά παιδιά και οι δυο τους. Πολλές φορές, όταν χτύπαγε το κουδούνι στο τέλος της ημέρας, περπατούσαν μαζί όλα τα παιδιά που έμεναν στην ίδια γειτονιά μέχρι κάποιο σημείο, πηγαίνοντας καθένα σπίτι τους. Μια μέρα σκόνταψε και έπεσε η Βασιλικούλα, μάτωσαν χέρια και πόδια γιατί στραβοπατώντας άγαρμπα, έπεσε μπρούμητα και χτύπησε και το κεφάλι σε ένα χαμηλό κορμό κομμένου δέντρου. Βλέποντας τα αίματα άρχισε να κλαίει γοερά, επί πλέον δεν μπορούσε να κουνήσει το πόδι της. Τρέξανε όσα παιδιά ήταν εκεί κοντά, αλλά η μικρή απαρηγόρητη. Ο Αλεβίζος, πήγε τρέχοντας σπίτι της να ενημερώσει τους δικούς της, χίλιες ευχές έδωσε η Μάνα στο καλό παιδί που γνοιάστηκε. Την πήγαν στη χώρα στο Νοσοκομείο της έβγαλαν «πλάκες» (ακτίνες), όπου έδειξαν πως είχε ραγίσει σε 2-3 σημεία το αριστερό της πόδι, λίγο πιο κάτω από το γόνατο. Την περιποιήθηκαν, έβαλαν γύψο στο τραυματισμένο πόδι και την κράτησαν αρκετό καιρό στο Νοσοκομείο.

Αργότερα όταν συνήλθε πήγε σπίτι. Δυο μήνες μετά ο γιατρός είπε ότι πήγαινε πολύ καλά κι αν είχε πατερίτσες θα μπορούσε σιγά-σιγά να αρχίσει να το πατάει. Δανείστηκαν οι γονείς πατερίτσες από μια γειτόνισσα όπου πέρυσι είχε σπάσει το πόδι του ο μεγάλος γιος, τις προσάρμοσαν στο ύψος της, αλλά με το ζόρι έπαιρνε λίγα βήματα. Είχαν περάσει έξη μήνες και η μικρή δεν μπορούσε να περπατήσει καλά κι ασφαλώς ούτε Σχολείο μπορούσε να πάει. Πότε ο Αλεβίζος πότε δυο κορίτσια από την τάξη, περνούσαν και της έδιναν τα μαθήματα, αλλά και η δασκάλα της πήγαινε και την έβλεπε τακτικά και την βοηθούσε κι έτσι δεν έχασε τη χρονιά η μικρή.

Το άσχημο ήταν, ότι «το κρατούσε» κάπως το πόδι της. Ο γιατρός πολλές φορές της εξήγησε ότι από φόβο το κρατάει κι αν δεν αρχίσει να περπατάει ελεύθερα, κινδυνεύει να κουτσαίνει σε όλη της τη ζωή! Κι έτσι ακριβώς έγινε.

Το ατύχημα του ποδιού της, έγινε αφορμή να γνωριστούν καλύτερα οι οικογένειες του Αλεβίζου και της Βασιλικούλας. Δυστυχώς για το κορίτσι, το πόδι της έμεινε ελαττωματικό και κούτσαινε λίγο σε όλη της τη ζωή, έτσι όπως το είχε προβλέψει ο γιατρός.

Μεγάλο μαράζι και για την κοπέλα όσο μεγάλωνε αλλά και για τους γονείς που την είχαν μοναχοπαίδι να σημαδευτεί έτσι το κορίτσι τους!

Η φιλία που αναπόφευκτα δημιουργήθηκε ανάμεσα στα δύο παιδιά, τα έφερε πολύ κοντά, χωρίς φυσικά να έχουν και καμία ιδιαίτερη σχέση, μόνο όταν οι γονείς αντάλλασσαν καμιά επίσκεψη, από κοντά κι η Βασιλικούλα και ο Αλεβίζος.

Όταν γύρισε από φαντάρος ο Αλεβίζος, είχε ήδη παντρευτεί η μοναδική αδελφή του, ανοίγοντας δρόμο και για τον ίδιο, αφού δεν υπήρχαν πια οικογενειακές υποχρεώσεις. Φτωχονοικοκυραίοι, όπως άλλωστε και η οικογένεια της Βασιλικούλας. Φρόντισε να συναντηθούν δυο τρεις φορές με την κοπέλα όπου της μίλησε για την ιδιαίτερη συμπάθεια που της είχε από παιδί, αισθήματα που ανταπέδιδε και η ίδια, όπως του είπε. Οι γονείς της δέχτηκαν με μεγάλη χαρά, όχι μόνο γιατί τον Αλεβίζο και τη φαμελιά του τους γνώριζαν τόσα χρόνια και τους εκτιμούσαν, αλλά ακόμη γιατί η Βασιλικούλα είχε περάσει τα 21 και προξενιό δεν είχε βρεθεί. Ποιος να πάρει τη «σακάτικη» και μάλιστα χωρίς προίκα;

Εκείνα τα χρόνια κοπέλα που έφτανε ή περνούσε τα 22 και ήταν ανύπαντρη ακόμη, λογιζόταν αν όχι γεροντοκόρη τουλάχιστον μεγαλοκοπέλα αφού κατά μέσον όρο, οι κοπέλες παντρεύοντας από 16 μέχρι 20.

Οι γονείς του Αλεβίζου, συμπαθούσαν μεν τη Βασιλικούλα, αλλά κάπου δίστασαν. Ένα γιο είχαν και λεβέντη, να πάρει την κουτσή; Προσπάθησαν να μιλήσουν στον Αλεβίζο, αλλά διαπιστώνοντας πως ήταν αποφασισμένος, υποχώρησαν κι έδωσαν την ευχή τους!

Πολύ ταιριασμένο ζευγάρι! Στον πρώτο χρόνο απέκτησαν και το πρώτο τους παιδί, ένα όμορφο κοριτσάκι! Το δεύτερο χρόνο, άλλο ένα όμορφο κοριτσάκι.

Λίγο πολύ απογοητεύτηκαν κάπως όλοι, αλλά, δεν πειράζει σκέφτηκαν, το τρίτο θα είναι οπωσδήποτε αγόρι! Δυο χρόνια αργότερα, ήρθε και το τρίτο! Άλλο ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι. Η απογοήτευση του Αλεβίζου, πολύ μεγάλη, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει!

Μεγάλωναν οι μικρές κι ήταν όντως πανέμορφα και έξυπνα κοριτσάκια! Κελαηδούσαν σαν πουλάκια όλη μέρα και τα γέλια κι οι φωνούλες τους γέμιζαν το σπίτι.

Σαν ερχόταν από τα χωράφια και τις εξωδουλειές ο Αλεβίζος οι μικρές έτρεχαν κοντά του μπουσουλώντας και περπατώντας κι ο Αλεβίζος ένιωθε τρισευτυχισμένος!

-Βασιλικούλα μου, τύφλα νάχουν τα σερνικά, της έλεγε, ούλα μας τα πλούτια είναι οι κοπελούλες μας!

Κι η Βασιλικούλα που στενοχωριόταν πως αράδιασε τρία θηλυκά, παρηγορήθηκε, μολονότι είχε ακούσει ένα γιατρό να λέει στο ράδιο, ναι, είχαν και ραδιόφωνο, ότι δεν φταίει η γυναίκα για το φύλο του παιδιού, αλλά ο άνδρας! Πάντως, ποτέ δεν το ξεστόμισε στον άνδρα της, γιατί ποτέ δεν την κατηγόρησε ή παραπονέθηκε πως έκαμε τρία κορίτσια!

Κάπου το πήραν όλοι απόφαση ότι με τα κορίτσια θα μείνουν!

Και ξαφνικά, ξυπνάει ένα πρωί η Βασιλικούλα και του λέει:

-Αλεβίζο μου, νομίζω είμαι γκαστρωμενη.

-Σίγουρα, γυναίκα;

-Ναι, πάνε μέρες που το υποψιαζόμουνα αλλά περίμενα να σιγουρευτώ και να μιλήσω με τη μαμή. Και να δεις, απόψε μάλιστα, ονειρεύτηκα τον Άγιο Γιώργη ολοζώντανο πάνω στο άλογό του, σήκωσε το καμουτσίκι και με άγγιξε πολύ μαλακά στην κοιλιά δύο φορές σαν να την σταύρωνε! Άσε που όπως έφευγε στο άλογο καβάλα, άκουσα κάτι μα δεν το ξεκαθάρισα, σαν κρι ή κρα…μα δεν μπόρεσα να καταλάβω. Καλό σημάδι Αλεβίζο μου!

-Λες γυναίκα;

-Μα πώς αλλιώς να το εξηγήσω; Σου λέω ολοζώντανος!

Κάπου αναθάρρησε ο Αλεβίζος, αλλά για καιρό, δε μίλησε για το όνειρο.

Μια μέρα:

-Λες να κάμει το θαύμα του ο Άη Γιώργης Βασιλικούλα μου και να κάμεις σερνικό;

-Τι να πω Αλεβίζο μου, αλλά το όνειρο σημαδιακό!

Έτσι με την κρυφή ελπίδα του ανδρόγυνου περνούσε ο καιρός κι άρχισε να μεγαλώνει η κοιλιά της Βασιλικούλας! Αλλά πρόσεχαν και οι δυο, κουβέντα δεν έλεγαν ούτε μεταξύ τους για το όνειρο! Κι όταν γειτόνοι και γνωστοί τους εύχονταν, να είναι σερνικό, απαντούσαν, ό,τι θέλει ο Θεός!

-Αλεβίζοοοοοοοο, σου λέω σήκωωωωω… Και πλευρό εγύρισα κι ανάσκελα εγύρισα, δεν μπορώ να κοιμηθώ, σου λέω τρέχουνε τα σάλια μου! Και το παιδί κλωτσάει και σταματημό δεν έχει…

-Σήκω, Αλεβίζο μου, μπας και στρέξει το όνειρο κι είναι σερνικό και το χάσουμε!

-Ή θέλεις νάναι κοπέλα και να βγει σημαδεμένη με το «ζήτημα» με κρίταμα στα μούτρα ή αλλού;

Με τα τελευταία λόγια, πετιέται όρθιος ο Αλεβίζος, κοιτάζει το ρολόι, κόντευε δύο μετά τα μεσάνυχτα! Αέρας βροχή και κακό. Ευτυχώς το Φεγγάρι ολόγιομο

Ντύνεται καλά, φοράει κι ένα αμπέχονο που είχε από το Στρατό βάζει κι ένα σκούφο στο κεφάλι, παίρνει και μια λάμπα θυέλλης που είχαν και σκέφτεται πως οι πιο κοντινοί βράχοι σε θάλασσα για να ‘βρει κρίταμα, (ή Αρμύρα, όπως τα έλεγαν σε πολλά χωριά), είναι στο Ακρωτήρι, γιατί προφανώς αυτά τα παράξενα άγρια χόρτα, μόνο σε τέτοιους τόπους φυτρώνουν.

-Α, μωρή Βασιλικούλα, δεν μπορούσες να λιγκουρέψεις κάτι εύκολο; Ανάγκη ήταν να τρέχω τέτοιες άγριες ώρες και με τέτοιο καιρό να σου ΄βρω αυτά τα παλιό χόρτα;

Με τούτο και με κείνο και άλλες σκέψεις, φτάνει κάποια στιγμή στα βράχια. Κοιτάζει προσεχτικά να δει αν υπάρχουν κρίταμα ή αρμύρα, για καλή του τύχη βρίσκει, βουτάει όσα χώραγε το χέρι του, τα βγάζει όλο με τις ρίζες και τρέχει πίσω στο σπίτι.

Ορθή η Βασιλικούλα πηγαινοέρχεται γύρω. Με το που μπαίνει ο Αλεβίζος τρέχει τα αρπάζει από τα χέρια του κι όπως ήταν άπλυτα άρχισε να τα τρώει λαίμαργα! Ο Αλεβίζος την κοιτάζει και δεν το πιστεύει.

-Λες μωρή Βασιλική να είναι σερνικό, λέει δειλά.

-Τι να πω, πάντως ούλα αλλιώτικα με τούτη τη γκαστρία! Με τα θηλυκά, τρία έκαμα ούτε το κατάλαβα! Ούτε ετούρες* (ναυτίες, εμετούς και τα συναφή), ούτε τίποτα. Ετούτο εδώ, αναγούλες κι εμετούς συνέχεια και να μην μπορώ να φάω σχεδόν τίποτα με όρεξη!

-Αλεβίζο μου, μωρέ να σου πω και κάτι άλλο ψυχή μου; Θυμάσαι με τσι κοπέλες; Σαν τη βάρκα ήμουνα χόντραινα, στρογγύλευα, έκανα πισινούς, μεγάλωναν ακόμα και τα βυζιά μου! Ετούτο μια μυτερή κοιλιά μπροστά, ούτε πισινά ούτε πλαϊνά ούτε τίποτα! Και από ετούρες, άλλο τίποτα, κοντεύω να γεννήσω και κάθε πρωί βγάνω τα άντερά μου! Ούτε ελιγκούρεψα ποτέ τίποτα με καμία από τσι κοπέλες! Άσε που ετούτο δεν ησυχάζει στιγμή σαν τη σβούρα έρχεται γύρω, μία από δω η κοιλιά μου μία από κει.

-- Λες; Λες νάναι σερνικό;

-Τι να σου πω μωρέ Βασιλική; Λες να μη λαχταράω ένα σερνικό, να βγάλω και το όνομα του πατέρα μου; Αλλά, ας μη βιαζόμαστε να χαρούμε.

-Ό,τι παιδί είναι, είναι, τι τρεις τι τέσσερες!

Και ήρθε η ώρα κι ελευθερώθηκε η Βασιλικούλα. Σκληρή γέννα, τέσσερα ημερόνυχτα εκοιλοπόναγε και το παιδί γεννήθηκε την τέταρτη μέρα αργά το βράδυ. Εξουθενωμένη η Βασιλικούλα, ούτε που γύρισε να το δει ούτε που γνοιάστηκε να ρωτήσει τι παιδί είναι, είχε παραδοθεί, έγειρε πλάι κι έκλεισε τα μάτια λιπόθυμη! Προσπαθεί να τη συνεφέρει η μαμή, τίποτα, βγαίνει από την κάμαρα τρομαγμένη και φωνάζει του Αλεβίζου να τρέξει να φέρει το γιατρό γιατί η Λεχώνα είναι αναίσθητη. Από την αγωνία ούτε εκείνος δε στάθηκε να ρωτήσει τι παιδί είναι.

Κάποια στιγμή, προχωρημένη νύχτα, καταφθάνει ο Αλεβίζος με το γιατρό, η Βασιλικούλα, σε αφασία ακόμα. Το μωρό, λες και πήρε χαμπάρι πως κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει, όπως το τύλιξε με ένα σεντόνι και μια κουβέρτα που βρήκε πρόχειρα η Μαμή μόλις έκοψε το «λούρο» (ομφάλιο λώρο), έτσι αποκοιμήθηκε ήσυχο.

Όλοι τρέμουν για τη λεχώνα, γεμάτος αγωνία ο Αλεβίζος παρακαλεί το γιατρό να σώσει τη γυναίκα του. Με κάτι σταγόνες που της έδωσε ο γιατρός, μαλάξεις στην καρδιά και ενέσεις, κοντά στα χαράματα που έσκαε η Ανατολή, συνέρχεται σιγά-σιγά η Βασιλικούλα.

Κοιτάζει γύρω απορημένη και ξαφνικά θυμάται πως γέννησε και ζητάει το παιδί της! Τότε μόνο θυμήθηκε η μαμή κι ο Αλεβίζος, ότι ναι, υπάρχει κι ένα μωρό!

Το φέρνει η μαμή, το ξεσκεπάζει, αρχίζει να κλαίει το μωρό, μουδιασμένη η μαμή διστακτικά…

-Καλορίζικη η μπεμπέκα, να σας ζήσει!

Είχαν βγάλει τα ονόματα και από τις δυο γιαγιάδες, καθώς και του πατέρα του Αλεβίζου, Παναγιώτη τον έλεγαν έτσι τη δεύτερη κόρη την έβγαλαν Παναγιώτα, καμαρώνοντας τη μπεμπέκα οι γονείς σκέφτονταν τι όνομα να της δώσουν!

-Μια και μας ταλαιπώρησε με τα κρίταμα ή αρμύρα, να τη βγάλουμε Αρμύρα, λέει αθώα η Βασιλικούλα.

-Εβουρλίστηκες ωρή γυναίκα που θα βγάλω το παιδί Αρμύρα να μου του βγάλουνε κάνα σουσούμι και να το λένε Λύσσα;

-Να την βγάλουμε από το Αρ-μύρα, Μύρα!

-Τώρα μάλιστα το πέτυχες! Δεν τη λέμε… κακο-μύρα καλύτερα;

Συνέχισε για κάμποσο έτσι το αντρόγυνο να παίζουν την…Κολοκυθιά με το όνομα του μωρού!

-Κριτούλα θα την πούμε ή Κριτήνη! Αποφάνθηκε ο Αλεβίζος!

-Καλύτερα Κριτήνη, Αλεβίζο μου!

-Κι αν ο παπάς πει πως δεν είναι χριστιανικό όνομα και δεν το βγάζει;

- Ε, τότε θα του πούμε για τον Άη Γιώργη που σε ονείριασε και θα τη βαφτίσουμε Γεωργία-Κριτήνη. Γιατί τώρα εξηγείται αυτό που μισο-άκουσες όπως απομακρύνθηκε με το άλογό του να λέει σαν κρι ή κρα. Θα την βγάλουμε Γεωργία προς τιμήν του και Κριτήνη!

-Το θέλημα τ΄ Άη Γιώργη κάνουμε παπά μου!

Κρυφογέλασαν σα μικρά παιδιά η Βασιλικούλα κι ο Αλεβίζος και,

-Μη μου στενοχωριέσαι κουτσούνα μου, λέει ο Αλεβίζος, εμείς θα την φωνάζουμε Κριτήνη! Σπάνιο και ωραίο όνομα!

Αγκαλιάζει από τους ώμους τη Βασιλικούλα ο Αλεβίζος, και οι δυο μαζί, αγκαλιάζουν το μωρό και…

Να μας ζήσει η μπεμπέκα μας! Να μας ζήσει η Κριτήνη μας! Να την χαιρόμαστε και νάναι Καλορίζικη!

δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: