Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Μια αναπάντεχη συνάντηση


Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά
Με την άδειά σας, θα μοιραστώ μαζί σας μια πολύ όμορφη έκπληξη, που είχα πριν λίγες εβδομάδες, η οποία, μολονότι δεν έχει άμεση σχέση με το χωριό μας, η σχέση είναι έμμεση, αφού έχει να κάνει με μιαν ακόμα θύμηση-νοσταλγία!
Βρισκόμουν σε επαγγελματική επίσκεψη με φυσιοθεραπεύτρια σ’ ένα σπίτι μόλις 2-3 χιλιόμετρα από το δικό μου. Μολονότι ήταν Παρασκευή απόγευμα και το ραντεβού για τις 5.00 μ.μ. κι εγώ αποφεύγω να δουλεύω τόσο αργά ιδιαίτερα τις Παρασκευές, το δέχτηκα γιατί ήταν πολύ κοντά στο σπίτι μου κι έτσι, τελειώνοντας, θα ήμουν εκεί σε δέκα λεπτά περίπου.
Πηγαίναμε να επισκεφθούμε μιαν ηλικιωμένη γυναίκα που είχε βγει από το Νοσοκομείο λίγες μέρες πριν, είχε υποβληθεί σε εγχείριση στο γόνατο κι έπρεπε να αρχίσει φυσιοθεραπεία στο σπίτι για τις πρώτες 4 εβδομάδες, λόγω προβλημάτων κινητικότητας και κατόπιν στο Κέντρο Αποκατάστασης Υγείας, όπου θα ερχόταν με ταξί πληρωμένο από τις Υπηρεσίες για Ηλικιωμένους.
Ήταν εκεί και η κόρη της, που περίμενε να μας γνωρίσει. Συνήθως συστηνόμαστε με το μικρό μας όνομα μόνο, άλλωστε ολόκληρο το ονοματεπώνυμο αναγράφεται στην κάρτα-ταυτότητα με φωτογραφία που φοράμε πάντα, κρεμασμένη στο λαιμό σαν μενταγιόν!
Μόλις άκουσε πως είμαι Ελληνίδα και πως με λένε Διονυσία, αφού χάρηκε που θα μπορούσε να μιλήσει στη γλώσσα της αλλά και να καταλάβει τι της έλεγε η φυσιοθεραπεύτρια,  μου δίνει ένα χαρτάκι και πριν προλάβω να το κοιτάξω, την επέπληξε η κόρη της, λέγοντας να μην μας ενοχλεί γιατί για άλλη δουλειά πήγαμε εμείς εκεί. Επιμένει όμως η ηλικιωμένη και με παρακαλάει να διαβάσω το όνομα που έχει γράψει στο χαρτί και να της πω πώς μπορεί να βρει αυτή την κυρία, γιατί, μολονότι παρακάλεσε τα παιδιά της να ψάξουν να την βρουν τηλεφωνώντας στο Σταθμό, βάζοντας αγγελία στην ελληνική εφημερίδα ή ρωτώντας παντού, αυτά την αγνόησαν. Σκύβω στο χαρτί και -οποία η έκπληξη μου!- όταν διαπιστώνω πως γράφει το δικό μου όνομα και επίθετο!!! Της λέω, εγώ είμαι αυτή που ζητάς, αλλά γιατί με ψάχνεις; Τρελαίνεται από τη χαρά της και δεν μπορεί να το πιστέψει!
Με ρωτάει για να βεβαιωθεί αν όντως άκουσε καλά:
- Σίγουρα κοπέλα μου(!),  είσαι  η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά, που έφυγε από Ελλάδα με το Πατρίς παραμονή Χριστουγέννων του 1967 για να έλθει στην Αυστραλία;» Και συνεχίζει την... ανάκριση για να βεβαιωθεί ρωτώντάς με αν μίλησα εγώ στο ράδιο λίγες μέρες πριν.
Την διαβεβαιώνω ότι όντως μίλησα εγώ, πριν μια-δυο βδομάδες, κατόπιν πρόσκλησης από την Ειδική Υπηρεσία Κρατικής Ραδιοφωνίας ΣΒΣ, μου είχε ζητηθεί να μιλήσω, γενικά για την πορεία μου ως μετανάστριας, πότε, πώς, γιατί, αν μετάνιωσα και άλλα.  Εκεί, σηκώθηκε με δυσκολία μεγάλη, με αγκάλιασε κλαίγοντας και μου λέει:
-Αχ κοπέλα μου, κοπέλα μου, ξέρεις ποια είμαι εγώ;;; Είμαι η Στυλιανή, που οι καμπίνες μας ήταν δίπλα-δίπλα κάτω στ’ αμπάρι του καραβιού, η μάνα του Γιαννάκη, που μέρα-νύχτα μουρμούριζα «μαράθηκε ο Γιαννάκης/πικράθηκε ο Γιαννάκης...”, θυμάσαι;;;
Μ’ έπνιξαν οι θύμησες, βούρκωσαν και τα δικά μου μάτια... Μένουμε έτσι αγκαλιασμένες... Έχει βουρκώσει και η κόρη της, ενώ η φυσιοθεραπεύτρια, που δεν έχει ιδέα τι συμβαίνει, από λεπτότητα γιατί υποψιάζεται πως πρόκειται για κάτι σοβαρό, περιμένει υπομονετικά να αρχίσω να διερμηνεύω...
Συγκινήθηκε και αυτή όταν της εξήγησα τι συμβαίνει... Ο χρόνος περιορισμένος όμως… Έτσι συμφωνούμε να προχωρήσουμε στον επαγγελματικό λόγο για τον οποίο είμασταν εκεί, αφού διαβεβαιώνω τη Στυλιανή πως, μόλις φύγει η κοπέλα, εγώ θα παραμείνω για να τα πούμε με την ησυχία μας...
Σαρανταπέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε... Σαρανταπέντε χρόνια, που, χωμένοι κάτω στο μπουντρούμι τού Πατρίς, μετρούσαμε τις μέρες, τις ώρες, τα λεπτά, πότε να βγούμε στη στεριά, σε χώρα άγνωστη, μη έχοντας ιδέα τι μας περίμενε  και τι θα αντιμετωπίζαμε. Και η Στυλιανή, με το Γιαννάκη της να μαραίνεται μέρα την ημέρα και να φοβάται πως δε θ’ αντέξει το παιδί...
Κι όμως, ο Γιαννάκης άντεξε σαν όλους μας. Κοτζάμ άνδρας, από ό,τι μου είπε, παντρεμένος με τρία μεγάλα παιδιά. Την κόρη, εδώ την απόκτησε, μεγάλη γυναίκα κι αυτή με δική της οικογένεια. Μου είπε ότι συχνά όλα αυτά τα χρόνια με σκεφτόταν και αναρωτιόταν τι να είχα απογίνει, γιατί κι εγώ μαραινόμουν και πικραινόμουν, σαν το Γιαννάκη... Μου θύμισε γελώντας τι μου είπαν μια μέρα, από τις ελάχιστες που ανέβηκα στην τραπεζαρία, όχι για φαγητό, αλλά για να πάρω το φρούτο που μου αναλογούσε και το ψωμάκι. Με είχε πειράξει τόσο πολύ η θάλασσα, που, από τα μετρημένα κιλά που διέθετα, είχαν ήδη εξαφανιστεί κάπου 8... και δεν είμασταν ούτε στη μέση του ταξιδιού...που κράτησε 38 ολόκληρα μερόνυχτα... κι είχα και δυο μικρά παιδιά να φροντίσω!
-Ω κηδεία που θα σου κάνουμε, Ζακυνθινιά, έτσι και βγούμε στη Μελβούρνη!... Μέχρι μουσική θα σου φέρουμε...
Καλοπροαίρετα βέβαια όλα αυτά. Η Στυλιανή πάντως μου ομολόγησε ότι δεν περίμεναν να βγω ζωντανή από εκείνη την κόλαση...
Στη διηγηματική συλλογή μου, με τίτλο: Ο Κραταιός Νόστος, στο διήγημα που επιγράφεται «Το Τρακτέρ», αναφέρομαι λεπτομερώς σε αυτό το ταξίδι αλλά και στον «Γιαννάκη», όπου η ηρωίδα η Γιαννούλα μοιρολοτραγουδάει ολημερίς: Μαράθηκε ο Γιαννάκης / πικράθηκε ο Γιαννάκης... Πού να το φανταστούμε ούτε εκείνη ούτε εγώ πως όλα αυτά τα χρόνια είμαστε σχεδόν γειτόνισσες... Στην ίδια εκκλησία πηγαίναμε, στην ίδια αγορά ψωνίζαμε... Όμως αλλάζει ο άνθρωπος με τα χρόνια. Πού να γνωρίσεις... Και η Μελβούρνη μεγάλη, πολύ μεγάλη και απρόσωπη σαν όλες τις μεγαλουπόλεις!
Μας πήρε το βράδυ κι ακόμα λέγαμε... Μου ζήτησε να μην τη ξεχάσω, μόνη μένει, να περνάω να την βλέπω πότε-πότε κι εγώ, με απόλυτη ειλικρίνεια και πεποίθηση την ώρα που το έλεγα, της υποσχέθηκα να περνάω... Κι όμως με παρέσυρε η ζωή με τις υποχρεώσεις και τα προβλήματα της κι ούτε μια φορά δεν πήγα να την δω... Πόσο άσχημα νιώθω...
Με την αγάπη μου σε όλους,
δ.μ.τ.