e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2019

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ. Συνοπτικά στοιχεία του βίου, του έργου και της συμβουλευτικής του


Ομιλία του ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ Σπ. ΖΟΥΛΑ,
Δ.Μ.Σ. Θεολογίας - Εκπαιδευτικού - Συνεργάτη του St. Thomas Polytechnic School of Singapore
κατά την θείας Λειτουργία της Κυριακής, 14ης Ιουλίου 2019, στον Ναό της Παναγούλας Βανάτου εν Ζακύνθω  

Ο Γέρων Παΐσιος, κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης, γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μ. Ασία στις 25 Ιουλίου 1924, ανήμερα της Αγίας Άννης από γονείς ευσεβείς. Είχε και εννέα κατά σάρκα αδέλφια. 

Στις 7 Αυγούστου 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν ως πρόσφυγες για την Ελλάδα, υπακούοντας στη συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ύστερα από τα τραγικά γεγονότα του 1922, ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, ο επονομαζόμενος και Χατζηεφέντης, βάφτισε όλα τα μικρά παιδιά που ήταν αβάπτιστα, μεταξύ των οποίων και τον γιό της οικογένειας Εζνεπίδη. Κατά τη διάρκεια του μυστηρίου ο Άγιος έδωσε το όνομα του στο παιδί για να αφήσει όπως χαρακτηριστικά είπε «καλόγερο στο πόδι του». [Αυτή ήταν και μια πρώτη προφητεία, από έναν άνθρωπο του Θεού, για το ποια θα ήταν η πορεία της ζωής του μικρού Αρσένιου]. 

Πέντε εβδομάδες αργότερα οι Έλληνες πρόσφυγες, ανάμεσά τους και η οικογένεια Εζνεπίδη, έφτασαν στον Πειραιά και εν συνεχεία πήγαν στην Κέρκυρα όπου έμειναν ενάμισι χρόνο. Στη συνέχεια πέρασαν σε ένα χωριό κοντά στην Ηγουμενίτσα και κατέληξαν στην Κόνιτσα όπου ο μικρός Αρσένιος τελείωσε το Δημοτικό. 

Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στον στρατό. Εκεί διακρίθηκε για το ήθος και τη γενναιότητά του. Πολλές φορές κινδύνεψε να σκοτωθεί ο ίδιος, για να γλιτώσει κάποιος άλλος συστρατιώτης του. Υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή και πήρε το απολυτήριό του από το στρατό το 1949 με διαγωγή «εξαίρετο». 

Έφυγε αμέσως για το Άγιο Όρος γιατί είχε αποφασίσει να μονάσει εκεί. Επειδή όμως οι αδελφές του δεν είχαν αποκατασταθεί έφυγε για λίγο ώστε να τις αποκαταστήσει, σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, και επέστρεψε τον επόμενο χρόνο. 

Στην αρχή πήγε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος και κατόπιν στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί το 1954 έγινε η τελετή της Ρασοευχής και πήρε το όνομα Αβέρκιος. Επέδειξε μεγάλο ζήλο στην υπακοή και ποτέ δεν εμπιστευόταν τον δικό του λογισμό αλλά ταπεινά ρωτούσε για κάθετι τον πνευματικό του. Μέσα του συνεχώς ανάβλυζε η αγάπη του για το Θεό και η χωρίς προσπάθεια, αδιάλειπτος ευχή (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλό). 

Το 1954 αναχώρησε από τη Μονή Εσφιγμένου και πήγε στη Μονή Φιλοθέου. Εκεί το 1956 τον έκαναν «Σταυροφόρο», δίνοντάς του το «Μικρό Σχήμα» και το νέο του όνομα ‘‘Παΐσιος’’ προς τιμήν του Μητροπολίτου Καισαρείας Παϊσίου Β΄ με τον οποίο ήταν συμπατριώτες. 

Το 1958 μετέβη στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο Κονίτσης για να βοηθήσει τους κατοίκους λόγω της εξάπλωσης των προτεσταντών. 



Από εκεί αναχώρησε το 1962 για το Σινά όπου και βοήθησε πνευματικά πολύ όλη την περιοχή. Οι Βεδουίνοι τον αγάπησαν πολύ διότι ο Γέροντας δούλευε καθημερινά πολλές ώρες, κάνοντας ξυλόγλυπτα, και με τα χρήματα που έπαιρνε πουλώντας τα, αγόραζε τρόφιμα και τους τα μοίραζε. 

Το 1964 έφυγε από το Σινά και επέστρεψε στο Άγιο Όρος, όπου και εγκαταστάθηκε σε Σκήτη των Ιβήρων. 

Το 1966 αρρώστησε και νοσηλεύτηκε για αρκετούς μήνες στο Νοσοκομείο Παπανικολάου, όπου του αφαιρέθηκε μεγάλο τμήμα των πνευμόνων. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, οι αδελφές του Ιερού Ησυχαστηρίου του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου βοήθησαν τον Γέροντα δίνοντας όσο αίμα χρειαζόταν για την εγχείρηση. Από τότε ο Γέροντας αισθανόταν μεγάλη ευγνωμοσύνη προς τις αδελφές για την συμπαράστασή τους και τις βοήθησε στην ανοικοδόμηση του Ησυχαστηρίου, βάζοντας όχι μόνο τα οικοδομικά αλλά και τα πνευματικά θεμέλια. 

Το 1967 μετέβη στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους και τον επόμενο χρόνο αναχώρησε για τη Μονή Σταυρονικήτα. Στο κελί του Τιμίου Σταυρού ασκήτευε τότε ο παπα-Τύχων ο πνευματικός, ο οποίος τέλεσε και την κουρά του Γέροντα και του έδωσε το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα. Μετά την κοίμηση του παπα – Τύχωνα ο Γέροντας Παΐσιος  εγκαταστάθηκε στο κελί του Τιμίου Σταυρού ως το 1979. Τότε ήταν που γράφτηκε ως εξαρτηματικός μοναχός στη Μονή Κουτλουμουσίου και πήρε το Κάθισμα της Μονής με την ονομασία «Παναγούδα», αφού η Μονή το μετέτρεψε πρώτα σε Κελί. 

Εκεί, στην Παναγούδα, ο Γέροντας Παΐσιος άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστός και βοήθησε χιλιάδες ψυχές. Όλη την ημέρα συμβούλευε, παρηγορούσε, έλυνε προβλήματα, έδιωχνε κάθε στενοχώρια και γέμιζε τις ψυχές με πίστη, ελπίδα και αγάπη για το Θεό. Είχε αφιερώσει την ημέρα στους ανθρώπους και τη νύχτα στο Θεό. Η ψυχική κούραση και η θλίψη των ανθρώπων που δεχόταν η γεμάτη φιλότιμο ψυχή του και η σωματική κούραση, τον έκαναν σιγά – σιγά να εξαντλείται και να υποφέρει από διάφορες ασθένειες. 

Το 1993 η κατάστασή του επιδεινώθηκε πολύ. Παρόλη την εξάντληση που είχε, δεν σταματούσε να μαζεύει τον πόνο των άλλων ξεχνώντας την κατάσταση της δικής του υγείας. Δεν ήθελε ούτε εξετάσεις να κάνει αφού πίστευε ότι η επιδεινωμένη υγεία βοηθά πολύ στην πνευματική ζωή. 

Στις 5 Νοεμβρίου βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιο Όρος και πήγε στο Ησυχαστήριο του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή για να παραστεί όπως συνήθιζε στην αγρυπνία της εορτής του Αγίου Αρσενίου που τιμάται στις 10 Νοεμβρίου. Έμεινε λίγο καιρό και τελικά αναγκάστηκε να πάει στο Θεαγένειο Νοσοκομείο. Ακολούθησαν δύο χειρουργικές επεμβάσεις και χημειοθεραπείες αλλά ο καρκίνος ήταν έντονα μεταστατικός και επιθετικός. Έτσι επέστρεψε την Άνοιξη του 1994 στο μοναστήρι της Σουρωτής για να ησυχάσει. Κι ενώ είχε αποφασίσει να επιστρέψει στο Άγ. Όρος, η κατάσταση του χειροτέρεψε και δεν μπορούσε πλέον να ταξιδέψει. 

Την Δευτέρα, 11 Ιουλίου 1994, γιορτή της Αγίας Ευφημίας, κοινώνησε για τελευταία φορά των αχράντων μυστηρίων, γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. 

Την 12η Ιουλίου και ώρα 11 το πρωί παρέδωσε την οσία ψυχή του ήρεμα και ταπεινά στον Κύριο τον Οποίο τόσο αγάπησε και υπηρέτησε από τη νεαρή του ηλικία. Ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης κοιμήθηκε και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Άφησε εντολή να μην γίνει εκταφή των λειψάνων του μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Ζήτησε επίσης πάνω στον τάφο του να γραφεί σε μαρμάρινη πλάκα το ποίημα που έγραψε ο ίδιος:

Εδώ τελείωσε η ζωή, εδώ και η πνοή μου.
Εδώ το σώμα θα θαφτεί, θα χαίρει κι η ψυχή μου.
Ο Άγιος μου κατοικεί, αυτό είναι τιμή μου.
Πιστεύω αυτός θα λυπηθεί την άθλια ψυχή μου. 
Θα εύχεται στον Λυτρωτή να’χω την Παναγιά μαζί μου.

Ο Γέροντας Παΐσιος συνέγραψε 4 βιβλία, τα οποία έχουν εκδοθεί από το Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» (Σουρωτή Θεσσαλονίκης). Τα βιβλία αυτά τιτλοφορούνται:
-Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (1991)
-Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης, 1809-1886 (1986)
-Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα (1993)
-Επιστολές (1994).

Ήδη πριν το θάνατο του Αγίου Παΐσιου, είχε αρχίσει να σχηματίζεται ένας θρύλος γύρω από το όνομά του. Σύμφωνα με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ο Παΐσιος ήταν ένας από τους υπεύθυνους για την αναβίωση του μοναχισμού στο Άγιο Όρος, που βρισκόταν σε παρακμή ως τη δεκαετία του 1960. Στην Ελλάδα και στο Άγιο Όρος είναι γνωστός μαζί με τον Άγιο Πορφύριο ως θαυματουργός και θεραπευτής. H θαυματολογία γύρω από τον γέροντα Παΐσιο έχει ως αποτέλεσμα εκατοντάδες άτομα να επισκέπτονται καθημερινά τη Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου στη Σουρωτή, όπου είναι θαμμένος, η οποία είναι γνωστή και με το όνομά του. Κυκλοφορούν επίσης δεκάδες βιβλία με διδασκαλίες του και προφητείες του. Ο άγιος τιμήθηκε με εκδηλώσεις και σε ορθόδοξους οργανισμούς της Ρωσίας, και βιβλίο σχετικό με τη ζωή του μεταφράστηκε στα ρωσικά. 

Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αποφάσισε την κατάταξη του μοναχού Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις 2 Νοεμβρίου 2017, ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, ανακηρύχθηκε προστάτης του όπλου των Διαβιβάσεων στον ελληνικό στρατό. Όπου και είχε υπηρετήσει. Ο πρώτος στην Ελλάδα ενοριακός ναός που είναι αφιερωμένος στον Άγιο είναι εκείνος που βρίσκεται στη Νέα Έφεσο Πιερίας.

Το σπουδαιότερο ίσως στοιχείο της προσωπικότητας του νέου αυτού Οσίου της Εκκλησίας μας είναι το γεγονός, ότι χωρίς να έχει εκπαιδευτεί σε δεξιότητες και σπουδές, με τη χάρη του Θεού και μετά από προσωπικό και πνευματικό αγώνα, είχε μάθει να αναγνωρίζει και να αποκαλεί τον άνθρωπο που συναντούσε για πρώτη φορά, με το μικρό του όνομα και να τον κοιτά ίσια στα μάτια. Το βλέμμα του φαινόταν να εισχωρούσε στα βάθη της ψυχής του άλλου και στα μύχια της ύπαρξης του. Και μόνο η παρουσία του. Και μόνο το χαμόγελό του πολλές φορές ανάπαυε τους πάντες. Σκορπούσε η μορφή του χαρά μεγάλη και αναστάσιμη γύρω του. σεβόταν την ελευθερία του συνανθρώπου και συνομιλητή του. Δεν επεδίωκε να εξουσιάζει και να κατευθύνει τον άλλο. Η γλυκύτητα, η ευγένεια, η πραότητα και κυρίως η διάκριση κοσμούσαν τη συμπεριφορά του. Με πλάγιο τρόπο έδινε στον καθένα να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει ρίχνοντας τον στο φιλότιμο. 

Βλέποντας πόσο μεγάλο εγωισμό έχουμε εμείς οι άνθρωποι σήμερα, χρησιμοποιούσε το πιο μεγάλο φάρμακο, την αγάπη, για να μας θεραπεύσει από τη μεγάλη μας αυτή αμαρτία. Ειδικότερα, γι' αυτό που ονομάζουμε «στάση αποδοχής» του άλλου, στις ανθρωπιστικές επιστήμες, θα σημειώναμε ότι δεν τον απασχολούσε καθόλου η εξωτερική εμφάνιση (ιδίως των νέων). Πίστευε πως η πιο σημαντική υποστήριξη και βοήθεια, που είναι δυνατόν να δώσεις σε κάποιον έγκειται στο να μπορείς να τον ακούς όταν το επιθυμεί να σου μιλήσει για τις ανάγκες του και τα προβλήματά του. Όταν θέλει, δηλαδή, να σου πει τον πόνο του. Έτσι ο Άγιος δεν δίδασκε μόνο με τον λόγο του, αλλά και με την σιωπή του. Με αυτή μόνη την παρουσία του πολλές φορές. Δεν πρόβαλε αφηρημένους κανόνες ηθικής αλλά κυρίως καθοδηγούσε στα πλαίσια μιας βαθιάς διαπροσωπικής σχέσης που έχτιζε με τον συνομιλητή του, ακόμα και μέσα σε ελάχιστα λεπτά. 

Η «στάση υποδοχής» ή «φιλοξενίας» του δεν υπαγορευόταν από κάποιους εξωτερικούς τρόπους και τύπους συμβουλευτικής αλλά από την προσωπική βίωση του Χριστού ως φίλου και αδελφού. Η δε διάκρισή του, στο να μπορεί να συμβουλεύει τον καθένα σύμφωνα με αυτό που θα βοηθούσε τον συγκεκριμένο κάθε φορά άνθρωπο που είχε μπροστά του, να βγει από τη δύσκολη θέση και να βρει το δρόμο του προς τον Θεό, στηριζόταν και πήγαζε από την καθαρότητα της καρδιάς του. Και ως έμπειρος στον χώρο του πνευματικού αγώνα, υιοθετούσε τη συμβουλευτική ως μια αγωγή ελευθερίας και αγωγή ευθύνης του συμβουλευομένου. 

Διακήρυσσε με παρρησία ότι στον άνθρωπο δεν ισχύει το «δεν μπορώ» αλλά το «δεν θέλω» και το «δεν αγαπώ». Έλεγε χαρακτηριστικά: «Εκείνοι οι άνθρωποι που τυραννιούνται από κάποιο πάθος και λένε πως κάποια δύναμη τους εμποδίζει να πράξουν το σωστό και το καλό, πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτή η δύναμη που τους εμποδίζει είναι η ίδια, η δική τους δύναμη, που έχουν για να μπορούν να αγαπούν, αλλά την οποία την έχουν στραμμένη σε λάθος κατεύθυνση. Κι επειδή αγαπούν τα πάθη τους, δεν μπορούν φυσικά και να τα αποβάλουν, γιατί κάτι που το αγαπάς, το θέλεις και δεν το αφήνεις για να μην το χάσεις. Πρέπει, συνεπώς, να μισήσουν αυτό το πάθος και να βρουν κάτι καλύτερο, για να στρέψουν την αγάπη τους και να την μεταφέρουν εκεί. Διότι αν δεν βρουν κάτι καλύτερο, δεν μπορούν να μεταφέρουν την αγάπη τους εκεί κι έτσι υποφέρουν από τα πάθη τους». 

Ας διδαχθούμε, λοιπόν, για άλλη μια φορά από τις σοφές συμβουλές ενός αγιασμένου γέροντα του 20ου αιώνα και ας παραδειγματιστούμε από την οσιακή ζωή του, έτσι ώστε όταν τον επικαλούμαστε στις προσευχές μας να γινώσκουμε βαθιά μέσα μας το τι θα πει η επίκληση: «Όσιε του Θεού πρέσβευε και υπέρ ημών των αμαρτωλών – Αμήν».        
                                                                                          

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
  • Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Επιστολές, έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Ευαγγ. Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1995.
  • Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, τ. Α΄ και Β΄ 1999, τ. Γ΄2001, τ. Δ΄ 2002, τ. Ε΄ 2007, έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου  «Ευαγγ. Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
  • Σταμάτιος Σπ. Ζούλας, «Η Διάκριση ως Ποιμαντική Αρετή στο Συμβουλευτικό Έργο Συγχρόνων Γερόντων», Αθήνα (υποβληθείσα ως μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία προς κρίσιν το 2006 και εγκριθείσα με γενικό βαθμό Άριστα το 2011).
  • Ecumenical Patriarch Bartholomew (2010). Speaking the Truth in Love: Theological and Spiritual Exhortations of Ecumenical Patriarch Bartholomew. Fordham University Press.
  • «Mount Athos: the traditions of Orthodox people. Greece, Russia, Serbia, and Georgia», εκδήλωση στο Ορθόδοξο Πανεπιστήμιο "Άγιος Τύχων", (Православный Свято-Тихоновский гуманитарный университет).  

Δεν υπάρχουν σχόλια: