e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2021

Και το “Γλάρος” σαλπάρισε


Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Η Μπουρού ακούστηκε τρεις φορές, ενημερώνοντας όλους ότι το Πλοιάριο "Γλάρος", που έκανε δρομολόγια Αθήνα - Πάτρα - Ζάκυνθος, έτοιμο να αποπλεύσει από την Πάτρα. Έτοιμοι και οι επιβάτες για το ταξίδι, βολεμένοι όπως μπορούσε ο καθένας, οι περισσότεροι τρίτη θέση κατάστρωμα, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν λίγο χώρο σε παγκάκι, ώστε να μην μείνουν όρθιοι!

Σαλπάρισε λοιπόν το "Γλάρος", αποχαιρετώντας το Λιμάνι της Πάτρας, αφήνοντας πίσω τη στεριά. Μερικούς από τους επιβάτες με ευαίσθητα στομάχια,  τους έπιασε η θάλασσα   και μαζεύτηκαν όπως μπορούσαν, ενώ άλλοι έβγαζαν τα... άντερά τους στη θάλασσα ακουμπισμένοι στο καράβι. Μέσα στους επιβάτες, ένας άνδρας μεγαλούτσικης ηλικίας, που συνόδευε μια νέα κοπέλα και μίαν άλλη που είχε τα χρονάκια της. Ήταν ο Πέτρος ο Ξερακιανός, με την κόρη και την αδελφή του. 

Δεν είχε περάσει πολλή ώρα αφότου σαλπάρισε το καράβι που ακούστηκαν έντονες  φωνές διαμαρτυρίας και καβγάς. Ένας άνδρας εκτός εαυτού, έβριζε τις δυο γυναίκες που συνόδευε, απειλώντας θεούς και δαίμονες!  Ήταν ο Πέτρος ο Ξερακιανός με την κόρη και την αδελφή ! 

Μεγαλοπαντρεύτηκε ο Πέτρος. Όχι, ούτε απαιτητικός ήταν ο άνθρωπος, ούτε παράξενος ούτε ιδιότροπος και για αυτό έμεινε ανύπαντρος. Απλά, κληρονόμησε πολύ βαρύ φορτίο! Ήταν τα χρόνια που στην Ζάκυνθο και όχι μόνο, ο άνδρας έσπερνε παιδιά, (γιατί στην γυναίκα δεν έπεφτε λόγος), κ' ήταν ευθύνη του αδελφού, αν υπήρχε, να αποκαταστήσει την/τις αδελφή/ές, ακόμα κι αν ήταν ένας και οι αδελφές πεντέξι. Πολλοί άνδρες λύγιζαν κάτω από αυτό το φορτίο, ιδιαίτερα, αν δεν υπήρχε αρκετή προίκα για τα κορίτσια! Σε πολλές περιπτώσεις πήγαινε «στα καράβια» ο αδελφός και θαλασσοπνιγόταν για χρόνια, για να μαζέψει την προίκα της αδελφής!  Απάνθρωπο και άδικο αυτό για το γιο/αδελφό και δεν ήταν λίγοι οι άνδρες που δεν πρόφτασαν να παντρευτούν και να χαρούν τα νιάτα τους  ή παντρεύτηκαν σε πολύ μεγάλη ηλικία μέχρι να αποκαταστήσουν την/τις αδελφές!

Έτσι και ο Πέτρος ο Ξερακιανός.  Δεν σήκωνε κεφάλι με τόσες ευθύνες που κληρονόμησε! Εξ ού και το παρατσούκλι, πολύ ψηλός και αδύνατος κοκαλιάρης σχεδόν, σκληρές αγροτικές δουλειές από ανατολής μέχρι δύσης του ηλίου. Πού να βάλει κρέας απάνω του! Πέντε αδελφές και μία η Μάνα του, έξι! Γιατί και κείνην την φρόντιζε. Την είχαν σακατέψει οι πολλές γέννες κι ήταν φιλάσθενη. Ο Πατέρας του, γνωρίζοντας πόσο δύσκολο να παντρευτούν οι θυγατέρες του με την λίγη προίκα που αναλογούσε στην κάθε μια, έβριζε όλη μέρα τη γυναίκα του που, ανάξια, αράδιαζε  θηλυκά συνέχεια. Βέβαια, η Επιστήμη είχε αποδείξει πως μόνος υπεύθυνος για το φύλο του παιδιού ήταν ο άνδρας και όχι η γυναίκα. Αλλά αυτά τα αγνοούσαν τότε οι περισσότεροι, ούτε η Επιστήμη είχε φτάσει μέχρι το ορεινό χωριό που ζούσε ο Γιάννης  ο τσαγκάρης, ο πατέρας του Πέτρου! Αλλά και να το άκουγε, δεν θα το πίστευε αφού πάππου προς πάππου, όλοι γνώριζαν ότι η γυναίκα φταίει. Έτσι λοιπόν κι ο Γιάννης  δεν έπαυε να τα βάζει συνέχεια με τη γυναίκα του την Αρετή, ενώ ταυτόχρονα υπενθύμιζε στον Πέτρο, ούτε να διανοηθεί να παντρευτεί εκείνος, αν πρώτα δεν αποκαταστήσει τις πέντε αδελφές!

Δουλειά σκληρή όλη μέρα, ο τσαγκάρης να βάζει σόλες, πέταλα και να μπαλώνει τα παπούτσια και τα άρβυλα  των χωριανών, η Αρετή να υφαίνει στον Αργαλειό ασταμάτητα,  σεντόνια, κουβέρτες και άλλα για τις προίκες των κοριτσιών. Ο Πέτρος να σκοτώνεται μόνος στις αγροτικές δουλειές που τελειωμό δεν είχαν και  σκληρές οικονομίες όλοι  στη φαμελιά για να μαζέψουν λίγα λεφτά. Οι κοπελιές μεγάλωναν «λες και τις τράβαγαν από τα πόδια». Έτσι έλεγαν παλιά στην Ζάκυνθο για τα παιδιά που ψήλωναν και μεγάλωναν από τη μια στιγμή στην άλλη μπαίνοντας στην εφηβεία! 

Ήταν όμορφες οι αδελφές του Πέτρου και καλές κοπέλες, αλλά οι υποψήφιοι γαμπροί απαιτούσαν προίκα! Δυσκολοπάντρευτες, πού να βρεθεί προίκα; Το άλλο πρόβλημα, τότε ίσχυε ότι ανεξάρτητα προίκας κ.λπ., έπρεπε να παντρεύονται με τη σειρά που γεννήθηκαν. Αδιανόητο να παντρευτούν οι μικρές πρώτα και να μείνουν πίσω οι μεγάλες. Αυτό σήμαινε, «ότι κάτι κουσούρι θα είχε» η μεγαλύτερη/ες και γι' αυτό δεν παντρεύτηκαν.

Περνούσαν τα χρόνια και κάποτε ο Γιάννης, αφού έβλεπε πως δεν παντρευόταν η πρώτη, αναγκάστηκε να συναινέσει να παντρέψει την δεύτερη πρώτα με ένα καλό παιδί που την ζήτησε και που δεν είχε μεγάλες απαιτήσεις! Λίγα χρόνια μετά, ερωτεύτηκε την τρίτη κόρη ένας νέος από διπλανό χωριό, αντιρρήσεις επί αντιρρήσεων ο πατέρας αλλά και η μεγάλη που έβλεπε να παντρεύονται οι μικρές κι εκείνη τίποτα. Πάτησε πόδι ο Πέτρος, τι είχε να κάνει ο πατέρας, μεγάλη αβάντα ότι ο γαμπρός δεν ζήτησε προίκα, δίνει την ευχή του, πάνε οι δύο! Είχαν μείνει η πρώτη, μεγαλοκοπέλα για κείνα τα χρόνια, κόντευε 30 χρονών και η Δήμητρα η μικρή που ήταν όντως μικρή! Χωρίς υπερβολές έφτυσε αίμα ο Πέτρος να παντρέψει την μεγάλη του αδελφή. Έβλεπε να φεύγουν και τα δικά του νιάτα. Τώρα πια έμοιαζε «τυπικό» γεροντοπαλίκαρο με όποια έννοια έδιναν τότε σε αυτόν τον όρο!

Συχωρέθηκε ο Γιάννης, κάνα δυο χρόνια μετά έφυγε κι η Αρετή κι η μεγάλη ακόμα ανύπαντρη. Μα σαν έφερε προξενιό ένας χωριανός για τον Σπύρο που πέθανε στη γέννα η γυναίκα του στο δεύτερο παιδί τους, πίεσε ο Πέτρος την μεγάλη του αδελφή την Αννέτα να πει το Ναι, αφού μέχρι τότε ούτε ένα προξενιό δεν είχε! Τι κι αν είχε δύο παιδιά ο Σπύρος; Νέος άνδρας ήταν, καλονοικοκύρης ήταν, τον τρόπο του τον είχε, προίκα δεν ήθελε, άλλη ελπίδα η Αννέτα δεν είχε, το σκέφτηκε από δω το μελέτησε από κει, και πήρε την απόφαση! Από να μείνει στο ράφι ή αργότερα να αναγκαστεί να πάρει κάνα μεσόκοπο με τρία-τέσσερα παιδιά, καλύτερα το Σπύρο που ήταν και καλοστεκούμενος. Τα παιδιά λεχονούδι το ένα, τριών χρονών το άλλο, δυο πανέμορφα κοριτσάκια, θα τα ανάσταινε εκείνη και θα την γνωρίζανε για Μάνα, μπορεί να έκανε κι ένα δικό της και θα ήταν μια χαρά! Αρραβωνιάστηκαν αμέσως γιατί χρειαζόταν γυναίκα τα παιδιά και μόλις πέρασε το βαρύ πένθος χωρίς πανηγύρια και γιορτές, στεφανώθηκαν και μπήκαν σε σειρά όλοι. Ένα χρόνο αργότερα, έκαμε και τον γιο στον Σπύρο η Αννέτα και περνούσαν ζωή χαρισάμενη!

Επί τέλους ανάπνευσε κι ο Πέτρος που ήταν ήδη 40άρης! Σκέφτηκε πως δεν τον έπαιρνε να περιμένει να παντρευτεί κι η μικρή, γιατί ώς τότε θα καταντούσε μαγκούφης και θα πέρναγε  μαύρα γεράματα ολομόναχος! Η μικρή,  ούτε δεκαπέντε χρονών δεν ήταν ακόμα. 

Είχε βάλει στο μάτι από χρόνια μια κοπέλα σε κοντινό χωριό ο Πέτρος. Ήταν από καλή αλλά φτωχή οικογένεια, σεμνή τυπική και ομορφούλα! Γνώριζε πως ήταν ακόμα ανύπαντρη κι ας είχε ήδη περάσει τα 30, γιατί δεν είχε προίκα. Έστειλε προξενιό και πριν περάσουν δυο μήνες, παντρεύτηκαν! Φυσικά η Δήμητρα, η μικρή του αδελφή, κοντά του, πού θα πήγαινε το κορίτσι; 

Η Κατινούλα, η γυναίκα του Πέτρου, διέψευσε και την επιστήμη και όλους που κανείς δεν περίμενε «να πιάσει παιδί», όταν κάνα χρόνο μετά το γάμο γέννησε ένα ασθενικό κοριτσάκι! Γεροντόπιασμα, αποκλείεται να ζήσει, έλεγαν οι χωριανοί, σε τέτοια ηλικία, τι τόθελε το παιδί; Ο Πέτρος κι η Κατινούλα, όμως, πολύ ευτυχισμένοι! Λάτρευαν το κοριτσάκι τους! Το περιποιόταν όσο μπορούσαν και οι δύο! Στα πούπουλα την είχαν την μικρή Αρετούλα, που όσο μεγάλωνε τόσο ομόρφαινε και δυνάμωνε! Η Δήμητρα την λάτρευε τη μικρή της ανιψιά, άσε που είχε και το όνομα της Μάνας της που πέθανε σχετικά νέα, αφήνοντάς την ορφανή!

Μεγάλωνε η Αρετούλα, τελείωσε το Δημοτικό, καλή μαθήτρια κι ήθελε να προχωρήσει. Μα ορεινό το χωριό τους, συγκοινωνία τακτική δεν υπήρχε τότε, πώς να πηγαίνει στη χώρα στο μοναδικό Γυμνάσιο στο νησί; Ούτε υπήρχε περίπτωση ο Πέτρος κι η Κατινούλα να την αφήσουν να πηγαίνει με ποδήλατο όπως πήγαιναν κάμποσα αγόρια από το χωριό. Πολύ μεγάλη απόσταση κι επικίνδυνη η διαδρομή. 

Έτσι η Αρετούλα έμεινε σπίτι, μάθαινε κέντημα, μαγειρική και να υφαίνει στον Αργαλειό που είχε κληρονομήσει από την Γιαγιά της. Μεγάλωνε κι η θεία η Δήμητρα, όλο και λιγόστευαν οι ελπίδες να παντρευτεί, είχε πιάσει τα 40, κάπου το πήρε απόφαση ότι θα έμενε ανύπαντρη κι αφοσιώθηκε να βοηθάει την Αρετούλα στις τέχνες του Αργαλειού και του κεντήματος.  

Εκείνο το Χειμώνα, αποφασίστηκε να κάνει η Δήμητρα, την εγχείρηση στις αμυγδαλές που όλο και ανέβαλε. Αυτός και ο λόγος που πήγαν στην Πάτρα με τον αδελφό της τον Πέτρο και πήγε και η Αρετούλα, έτσι για να βγει πιο πέρα να γνωρίσει και άλλο κόσμο!

Στον γυρισμό, επιβιβάστηκαν μαζί με τους άλλους στο "Γλάρος" με προορισμό  το νησί τους. Ο Πέτρος που έτρεμε μην κρυφοκοιτάξει κανείς την κόρη και την αδελφή, βιάστηκε και μπήκε από τους πρώτους για να αποφύγει τον συνωστισμό. Τακτοποίησε τις γυναίκες σε μια κάπως απόμακρη από άλλους γωνιά κι αργότερα, αφού σιγουρεύτηκε πως οι περισσότεροι συνεπιβάτες γύρω ήταν ηλικιωμένες γυναίκες και άνδρες, ανέβηκε επάνω να καπνίσει. Έπιασε αμέριμνος κουβέντα με τους διπλανούς και το Γλάρος συνέχιζε την πορεία του. Κατόπιν, βιάστηκε να γυρίσει κοντά στα θηλυκά του για το φόβο των Ιουδαίων. 

Η γαλήνη και η ηρεμία διακόπηκαν κάποια στιγμή, όταν άρχισε ο έλεγχος εισιτηρίων. Βγάζει τα τρία εισιτήρια ο Πέτρος, τα κοιτάζει ο Ελεγκτής και διαπιστώνει πως τα εισιτήρια του Πέτρου δεν ήταν για την Αθήνα, που πήγαινε το "Γλάρος", αλλά για Ζάκυνθο! Πανικοβάλλεται ο Πέτρος, βάζει φωνή μεγάλη και, όχι, δεν παρέδωσε το πνεύμα, αλλά έξαλλος και με συνοδεία τους χλευασμούς των συνεπιβατών για το πάθημα, τα βάζει με την Αρετούλα και τη Δήμητρα,  βρίζοντας όλους γύρω του και φωνάζοντας συνεχώς. Η Αρετούλα, που είχε προ πολλού πάρει χαμπάρι το λάθος, γιατί είδε πως το Γλάρος τραβούσε Ανατολικά κι όχι Νότια, το ανάφερε μεν στη θεία της, αλλά δεν τόλμησαν να μιλήσουν, μαζεύτηκαν η μια κοντά στην άλλη τρομαγμένες κλαίγοντας, βλέποντάς τον να ωρύεται και να τα βάζει μαζί τους.

-Πού στον όξ΄ από δω είχατε τα μάτια και το μυαλό σας και δεν πήρατε χαμπάρι πως τραβάμε για Αθήνα;  Πού να παραδεχτεί πως την μεγαλύτερη ευθύνη την είχε εκείνος...

Μαζεύεται κόσμος γύρω από τις φωνές και τα κλάματα των γυναικών, έρχεται προσωπικό, ειδοποιούν τον Καπετάνιο, τον κοιτάζουν όλοι ειρωνικά και χασκογελούν, όπου πριν ανέβει στο Καράβι δεν ρώτησε πρώτα πού πάει, τον επιπλήττει ο Καπετάνιος βλέποντας τις γυναίκες να κλαίνε, μαζεύεται ο Πέτρος. Προσπαθούν όλοι να βρουν μια λύση. Για καλή του τύχη δεν είχαν φτάσει ακόμα στην διώρυγα του Ισθμού της Κορίνθου! Στέλνει σήμα ο Καπετάνιος στην Κόρινθο στον υπεύθυνο, που θα έδενε το Γλάρος για να το βοηθήσει να περάσει τον Ισθμό, όπως γινόταν και του συστήνει να τους παραλάβει από εκεί, αφού διπλαρώσει το Γλάρος και να τους βγάλει στην στεριά. Σε λίγο θα πέρναγε από κει το καράβι που πήγαινε Κεφαλληνία-Ζάκυνθος. Γράφει ιδιόχειρο σημείωμα για τον Καπετάνιο του επόμενου πλοίου, εξηγώντας του το πάθημα και ζητώντας να μην τους χρεώσει καινούριο εισιτήριο, γιατί  είχαν ήδη πληρώσει, απλά έκαναν λάθος!

Ηρεμούν κάπως τα πνεύματα, αλλά ο Πέτρος ντροπιασμένος για την γκάφα που έκανε, άρχισε να φοβερίζει τις γυναίκες μην τολμήσει καμιά τους και βγάλει λέξη από το στόμα της γιατί νάχε μάνα να την έκλαιγε. Οι κοπέλες και χωρίς τις φοβέρες δεν θα έλεγαν τίποτα. Πού και πώς να πούνε πως ο πατέρας και αδελφός έκαμε τέτοια βλακεία να μην φροντίσει να μάθει πού πήγαινε το καράβι! 

Κάποτε φτάνουν ταλαιπωρημένοι στην Ζάκυνθο κι από κει τράβηξαν με ένα ξεχαρβαλιασμένο λεωφορείο που έκανε ένα δρομολόγιο την ημέρα για το χωριό. 

Αφού πέρασε η πρώτη μπόρα και ηρέμησαν τα θηλυκά, κρυφογελούσαν μεταξύ τους με το πάθημα κι αναθεμάτιζαν τον Ελεγκτή! Γιατί μη αυτός, θα έφταναν στον Πειραιά κι έστω για λίγο κι από μακριά, θα έβλεπαν «τον κόσμο»! Οι γυναίκες φυσικά και δεν μίλησαν, αλλά ο Πέτρος προδόθηκε μόνος του όταν λίγες μέρες μετά, εμπιστεύτηκε το πάθημά του στον αδελφό του! Αλλά τοις πάσι γνωστόν, ότι κάτι που το ξέρουν δύο, παύει να είναι μυστικό!

Πέρασαν χρόνια για να ξεχαστεί το συμβάν! Το έκανε τραγούδι η πιτσιρικαρία: “Κουμπάρε, κουμπάρε, κατά πού πάει το "Γλάρος;"”   

δ.μ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: