e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2021

Ευχαριστιακό Συνέδριο στην Ουγγαρία. Ομιλία Μητροπολίτου Αυστρίας Αρσενίου

Στὸ Esztergom τῆς Οὐγγαρίας, τὴν 3η καὶ 4η Σεπτεμβρίου 2021, πραγματοποιήθηκε Συνέδριο μὲ θέμα τὴν Θεία Εὐχαριστία, ὡς προσυνεδριακὴ ἐκδήλωση τοῦ 51ου Διεθνοῦς Εὐχαριστιακοῦ Συμποσίου ποὺ διοργανώνεται στὴ Βουδαπέστη(5 -12 Σεπτεμβρίου 2021). Ἡ Α.Σ. ὁ Μητροπολίτης Αὐστρίας καὶ Ἐξαρχος  Οὑγγαρίας κ. Ἀρσένιος μαζὶ μὲ ἄλλους διακεκριμένους θεολόγους καὶ διεθνοῦς κύρους καθηγητές, διαπραγματεύθηκαν τὴν οὐσία τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὡς κεντρικοῦ σημείου τῆς χριστιανικῆς πίστεως καθὼς καὶ τὶς διάφορες πτυχὲς τῆς εὐχαριστιακῆς λατρείας στὶς χριστιανικὲς κοινότητες.

 Ὁ Σεβασμιώτατος στὸ πλαίσιο σειρᾶς παραδόσεων τὸ ἀπόγευμα τῆς 3ης Σεπτεμβρίου, ἀνέπτυξε τὸ θέμα «Ἡ Θεία Εὐχαριστία, στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία - Ἐμπειρία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐπὶ γῆς». Κατὰ τὴν ὀρθόδοξο θεολογία, ἀνέφερε ὁ Μητροπολίτης Αὐστρίας, ἐνῷ ὁ πιστὸς λαμβάνει τὴν Θεία Κοινωνία ἐν τόπῳ καὶ ἐν χρόνῳ λαμβάνει πεῖρα Θεοῦ καὶ συμμετέχει ἤδη  στὴν Αἰώνιο ἐν Οὐρανοῖς Ζωή.  Ἡ οὐράνιος Βασιλεία εἶναι γιὰ τὸν λαμβάνοντα τὴν θεία Κοινωνία σύμπτωση πολλῶν χρονικῶν στιγμῶν: τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον ταυτίζονται ὡς σημέῖο ἄχρονο, ὡςστιγμὴ θείας αἰωνιότητος. Ἡ τέλεση τοῦ Μυστηρίου, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Σεβασμιωτάτου, εἶναι Λειτουργία, ἔργο πρὸς σωτηρίαν λαοῦ, πράξη γιὰ τὴν κοινότητα τῶν πιστῶν καὶ ὄχι ἰδιωτικὴ ὑπόθεση. 

Τονίζοντας ὅτι ἡ οἰκουμενικὴ διάσταση τῆς εὐχαριστιακῆς θεολογίας καλύπτει καὶ τὴν ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου εὐθύνη γιὰ τὴν ἑνότητα τοῦ συνόλου τῆς θείας Δημιουργίας, εὐχήθηκε καὶ στὸ μέλλον ἡ Θεολογία στὴν Ἀνατολὴ καὶ στὴ Δύση, νὰ ἔχει ἐπίκεντρο μελέτης τὴ Θεία Εὐχαριστία.                                                                       

Ἐδῶ μπορεῖτε νὰ διαβάσετε τὸ πλῆρες κείμενο τῆς ὁμιλίας τοῦ Σεβ. κ. Ἀρσενίου:


Ἡ Θεία Εὐχαριστία ὡς ἐμπειρία τῆς Βασιλείας ἐξ ἐπόψεως Ὁρθοδόξων 

Εισαγωγικά

Ἡ Θεία Εὐχαριστία αποτελεῖ τό κέντρο τῆς Ἐκκλησίας καί συνάμα τήν ουσία τῆς λογικῆς λατρείας, δηλαδή τῆς Θείας Λειτουργίας, κατά τήν διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ προσφερόμενος ἄρτος καί οἴνος, διά τῆς ἐπικλήσεως καί ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθαγιάζονται καί μεταβάλλονται σέ Σῶμα καί Αἴμα Χριστοῦ [1]. Εἶναι τό θεοσύστατο μυστήριο τό ὁποῖο παρέδωσε ὁ ἵδιος ὁ Κύριος, μέσω τοῦ ὁποίου προσφέρεται ὁλόκληρος στήν Ἐκκλησία, πού εἶναι τό σώμα Του, τό ὁποῖο «τρέφεται, ἁγιάζεται καί ζῇ μέ τόν Χριστό» [2]. Ἔτσι, ἡ Θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ τήν ὑπαρκτική ταυτότητα τῶν Ὁρθοδόξων [3]. Ἀν ὄλα τά μυστήρια τῆς Καινῆς Διαθήκης καί ὄλα τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μπορούσαν να συνοψισθοῦν σέ ἕνα μυστήριο, τότε αὐτό θά ἦταν τό ἱερό μυστήριο τῆς Μεταλήψεως, τῆς Θείας Εὐχαριστίας [4]. Αὐτό τό μυστήριο μᾶς καταδεικνύει καί μᾶς προσφέρει Ὅλον τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό σέ ὅλον τόν θαυματουργό πλοῦτο τοῦ Θεανθρωπίνου Προσώπου καί τοῦ Θεανθρωπίνου Σώματός Του, τό ὁποῖο εἶναι ἡ Ἐκκλησία [5].

Ἡ «Ἐκκλησία» μέ προσανατολισμό στόν μέλλοντα αἱώνα. 

Ἡ Εκκλησία εἶναι μία ἐσχατολογική καί συνάμα ἱστορική κοινότητα ζωῆς μέ κέντρο τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, τήν ὀποία συγκροτεῖ τό Ἅγιο Πνεύμα [6]. Ἡ «Ἐκκλησία» ὡς Σώμα Χριστού, ἀποτελεῖ κοινότητα μυστηριακή πού ζεῖ καί ἀναπτύσσεται στήν ἐσχατολογική προοπτική τῆς Βασιλείας, καί ὄχι ἔνα θρησκευτικό καθίδρυμα ὀργανωμένης χάρης, ἱδεολογικῆς πίστης καί ἠθικῆς πειθαρχίας [7]. Ἡ «Ἐκκλησία» ἀντλεῖ τήν ταυτότητά της ὄχι ἀπό το παρόν ἀλλά ἀπό τό μέλλον, ὄχι ἀπό αὐτό πού εἶναι, ἀλλά ἀπό αὐτό πού πρόκειται νά γίνει στά ἔσχατα, ὄταν μεταμορφωθεῖ πλήρως σέ «Βασιλεία». Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἦλθε στόν κόσμο μέ τόν Χριστό. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἔχει τήν ἐνέργεια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἀποδοχή τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀποδοχή τῆς Βασιλείας Του. Στήν Ἐκκλησία βιώνεται τό μυστήριο τῆς Βασιλείας. Ἐκεί ἀποκτᾷ ὁ πιστός αἰσθήσεις γιά νά γευθεῖ τήν χαρά τῆς μέλλουσας ζωῆς. Χωρίς αὐτές ἡ πραγματικότητα τῆς ζωῆς ἐκείνης παραμένει ἀπρόσιτη. Οἱ αἰσθήσεις αὐτές δέν δημιουργοῦνται ἀπό τόν ἄνθρωπο ἀλλά ἐμφυτεύονται ἀπό τόν Θεό. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ τόπος ὄπου μετέχουν οἱ πιστοί στήν δόξα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ [8].

Ἡ «Ἐκκλησία» πραγματώνεται κάθε φορά στά μυστήριά της, πού φανερώνουν τήν ζωή της, ὡς ἔκφραση τῆς ἐσχατολογικῆς ἀλήθειας τῶν ὄντων καί ὄπως σημειῶνει ὁ ἱερός Καβάσιλας, «Σημαίνεται δὲ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις οὐχ ὡς ἐν συμβόλοις, ἀλλ᾿ ὡς ἐν καρδίᾳ μέλη καὶ ὡς ἐν ῥίζῃ τοῦ φυτοῦ κλάδοι, καὶ καθάπερ ἔφη ὁ Κύριος, ὡς ἐν ἀμπέλῳ κλήματα. Οὐ γὰρ ὀνόματος ἐνταῦθα κοινωνία μόνον ἢ ἀναλογίας ὁμοιότης, ἀλλὰ πράγματος ταυτότης» [9]. Ἡ Ἑκκλησία ὑπάρχει ὡς κοινότητα μυστηριακή, πού φανερώνεται καί σημαίνεται ὀντολογικά στά μυστήρια, παρέχοντας συνάμα ὡς ὕψιστο μέλημά της «τήν διακονία τῶν μυστηρίων» [10]. Ἡ Ἐκκλησία «σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις και διακρατεῖται ἐν ἀπλανῇ ἐνότητα ἐν τῇ εὐχαριστία. Ἡ συγκρότησή της καί ἡ φανέρωσή της ἐδράζεται στήν ἀδιάκοπη μετοχή τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εύχαριστίας. Ἐν Χριστῷ σύναξη καί ἐν Χριστῷ κοινωνία ὁλοκληρώνουν τό εύχαριστιακό σῶμα τῆς Ὀρθοδοξίας σέ ὄλους τούς τόπους καί τούς καιρούς τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν [11].

Στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ὡς μυστήριο νοεῖται ἡ ενεργειακή παρουσία καί δράση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στήν κτίση καί τήν ἱστορία καί σέ καμία περίπτωση τό μυστήριο δέν νοεῖται ὡς μία ὑπερφυσική ἤ μαγική πράξη. Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἱερές τελετές, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν «τά ἐσθητά σημεῖα τῆς θείας χάριτος», ἀπαραίτητα γιά τήν σωτηρία πιστῶν [12] καί ὡς ἐκ τούτου δέν εἶναι ἀπλές τελετές, ἀλλά ἀποτελούν πραγματικές προεκτάσεις καί φανερώσεις τῶν λειτουργιῶν αὐτοῦ τοῦ Σώματος, κατά τέτοιο τρόπο, ὦστε νά ἐξεικονίζουν καί νά προλαμβάνουν τήν αλήθεια καί τήν ζωή τῆς Βασιλείας [13]. Τά ἄχραντα μυστήρια «εἶναι ὁ ἄξονας καί ἡ ψυχή τῆς πνευματικῆς ὑπόστασης καί ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας» [14], λειτουργούν ὡς ἐνοποιητική γέφυρα μεταξύ τοῦ κτιστοῦ καί τοῦ ἀκτίστου, ἀνακεφαλαιώνουν καί ἱστορικοποιοῦν μέσα ἀπό τήν μυσταγωγική τέλεσή τους ὀλόκληρο τό ἔργο τῆς ἐν Χριστῷ Θείας Οἰκονομίας.

Στήν νεότερη ὀρθόδοξη θεολογία τίθεται ὡς ἐρώτημα καί ἐρευνάται ὡς καίριο πρόβλημα, ἀποκύημα τῆς δυτικῆς σκέψεως καί τῆς σχολαστικῆς θεολογίας, τό ζήτημα τῶν μυστηρίων καί τῆς ἐσχατολογικῆς προοπτικῆς τους. Ἔτσι, τίθεται τό ἐρώτημα: «Ποιά εἶναι αὐτά τά μυστήρια καί πώς εἰκονίζουν τά ἔσχατα τῆς Βασιλείας»; Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση οὐδέποτε εἰσῆλθε στήν διαδικασία κατάτμησης τῶν μυστηρίων καί κατηγοριοποίησής τους σέ ὑποχρεωτικά καί προαιρετικά, ὄπως ἐπίσης δέν ἀναγνώρισε τήν συμβατική ἀρίθμηση τῶν μυστηρίων σέ ἐπτά, ὄπως ἔπραξε ἡ σχολαστική θεολογία, κατά τόν 13ο αἱώνα. Στήν πραγματικότητα τό πρόβλημα δέν ἔντοπίζεται στήν ἀρίθμηση τῶν μυστηρίων ἀλλά κυρίως στό ἐρώτημα, ποιό μυστήριο φανερώνει καί συνιστᾷ κατεξοχήν τήν Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τῶν ἐσχάτων τῆς Βασιλείας. Ὄπως σημειώθηκε καί παραπάνω στήν ὀρθόδοξη παράδοση τά μυστήρια νοούνται ὡς πράξεις ἁγιαστικές κατά τίς ὁποῖες ἐπενεργεῖ καί δρᾷ ἡ χάρις τοῦ τριαδικοῦ θεοῦ ἐν ἁγίῷ πνεύματι. Κανένα ἀπό αὐτά μεμονωμένο δέν εἰκονίζει πλήρως τά ἔσχατα τῆς Βασιλείας, ἀλλά ὄλα μαζί, στό μέτρο πού εἶναι ἀναπόσπαστα συνδεδεμένα μέ τήν Θεία Εὐχαριστία, ὡς τό κεφαλαιώδες μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας [15]. Στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, καμία τελετή καί κανένα μυστήριο δέν ὀλοκληρώνεται δίχως τήν εὐχαριστιακή του ἐνταξη καί προοπτική. Ἐτσι, κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι τό κορυφαίο μυστήριο τῆς Κοινωνίας καί τῆς Σύναξης, τό ὁποῖο συνάγει τίς διαιρεμένες ὑπάρξεις τῶν ἀνθρώπων καί τίς ἐνώνει μέ τόν Θεό [16]. Στό ἵδιο πλαίσιο ὁ ἱερός Καβάσιλας ὑπογραμμίζει ὄτι ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας τό ὁποῖο προσδίδει μυστηριακή πληρότητα καί στά ἄλλα μυστήρια. Σέ αὐτό σημαίνεται ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία διά τῆς Θείας Μεταλήψεως ἀνανεώνει συνεχώς τήν ταυτότητά της, δηλαδή τήν ἐνότητά της μέ τόν Χριστό καί φανερώνεται ὡς τό «Κυριακόν Σώμα Του». «Καί γάρ σώμα καί αἴμα Χριστοῦ τά μυστήρια· ἀλλά τᾖ Ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ ταύτα βρώσις ἐστί καί πόσις ἀληθινή· καί τούτων μετέχουσα οὖ πρός τό ἀνθρώπινον αὐτά μεταβάλλει σώμα, καθάπερ ἄλλο τί σιτίον, ἀλλ’ αὐτή μεταβάλλεται πρός ἑκείνα τῶν κρειττόνων ὑπερνικώντων… ούτῳ καί τήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν εἶ τίς ἱδεῖν δυνηθείῃ, κατ’ αὐτό τοῦτο καθ’ ὄσον αὐτῷ ἤνωται καί τῶν αὐτοῦ μετέχει σαρκῶν, οὐδέν ἔτερον ἤ αὐτό μόνον τό Κυριακόν ὄψεται σώμα» [17].

Ἡ παράδοση αὐτή καί γραμμή τῆς πατερικῆς γραμματείας διακαιολογεῖται καί ἀπό τό γεγονός ὄτι στήν ἀρχαία ἐκκλησία ὑπήρχε ἄρρηκτος σύνδεσμος Ἐκκλησίας καί Θείας Εὐχαριστίας, ὁ ὁποῖος ἔγκειται στήν βίωση τῆς Ἐκκλησίας «ὡς τῆς κατ’ ἐξοχήν αἰσθητῆς ἐν τόπῳ καί χρόνῳ… συσσωματώσεως τῶν πιστῶν ἐν τῷ Χριστῷ» [18]. Ἡ συσσωμάτωση αὐτή δύναται νά πραγματοποιηθῆ ἀποκλειστικῶς ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ, διότι αὐτή ὡς τό κατ’ ἐξοχήν μυστήριο τοῦ Χριστοῦ σημαίνει τήν φανέρωσιν καί πραγματοποίησιν τῆς Ἐκκλησίας [19]. Κανένα μυστήριο δέν ἦταν ἀποκομμένο ἀπό τήν εὐχαριστιακή πράξη καί δέν τελούνταν ἐκτός τῆς Θείας Λειτουργίας. Ὄλα προέρχονταν καί ἐντάσσονταν ὀργανικά στήν Θεία Ἐυχαριστία καί διά τῆς Εὐχαριστίας ἐξεικόνιζαν τά ἔσχατα [20]. Ἔτσι, ἡ Εὐχαριστία εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀνακεφαλαιώνει καί συμπεριλαμβάνει ὄλα τά μυστήρια [21]. Δηλώνοντας ὁ ἱερός Καβάσιλας ὄτι ἡ Εκκλησία «σημαίνεται» στά ἄχραντα μυστήρια τοῦ Χριστοῦ δέν ἀναφέρεται σέ μιά συμβολική ἐξεικόνιση, ἀλλά σέ μία ὀργανική ταυτότητα, ὄπως ἀκριβώς συνδέεται ἡ καρδιά μέ τά λοιπά μέλη τοῦ σώματος καί κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου, ὄπως τά κλήματα μέ τήν ἄμπελο [22]. Ἐπιπλέον, χρησιμοποιώντας  ὁ Καβάσιλας τόν τύπο «τοῖς μυστηρίοις» δεν ἀναφέρεται σέ πολλά μυστήρια ἀλλά στήν Θεία Ευχαριστία. «Καί γάρ σώμα καί αἴμα Χριστοῦ τά μυστήρια» [23]. Τό μυστήριον τῆς Εύχαριστίας εἶναι τό ἄνοιγμα τῆς Ἐκκλησίας πρός τήν Βασιλεία, προς τήν σύναξη καί τήν «πανήγυριν τῶν πρωτοτόκων» [24] καί ἀποτελεῖ προϋπόθεση τῆς ἐσχατολογικῆς συμμετοχῆς στήν Βασιλεία [25].

Ἀφενός, ἡ Εὐχαριστία συνιστᾷ θυσία, διότι ἀναφέρεται στόν σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀπτή καί δεδομένη πραγματικότητα τοῦ παρόντος. Στήν περίπτωση αυτή δέν πρόκειται γιά μία ἐξωτερική ἀναπαράσταση, ἀνάμνηση ἤ μία τυπική ἐπανάληψη ἐνός ἱστορικοῦ γεγονότος πού συνέβη στό παρελθόν, καθώς σέ αὐτήν εἶναι παρών ὁ Κύριος ὡς «ὁ προσφέρων καί προσφερόμενος καί προσδεχόμενος καί διαδιδόμενος...» [26]. Ἐπιπλέον, δέν πρόκειται περί νέας θυσίας, οὔτε ἐπανάληψη τῆς θυσίας τοῦ Γολγοθά καθότι ὁ Ἀμνός θυσιάστηκε «ἄπαξ διά παντός» [27]. Ὁ θυσιαστικός χαρακτήρας τῆς Εὐχαριστίας θεμελιώνεται στούς ἰδρυτικούς λόγους τοῦ Ἰησοῦ στόν Μυστικό Δεῖπνο «Λάβετε, φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» καί «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου, τὸ τῆς καινῆς Διαθήκης, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν καὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν», καθώς καί στόν λόγον Του, ὄπως ἀποτυπώθηκε ἀπό τόν ἠγαπημένο μαθητή Ἰωάννη στό Εὐαγγέλιό Του στό κεφάλαιο 6, στίχοι 53-58 «… ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. Ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις. Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ. Καθὼς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν πατὴρ κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν πατέρα, καὶ ὁ τρώγων με κἀκεῖνος ζήσεται δι' ἐμέ. Οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ πατέρες ὑμῶν τὸ μάννα καὶ ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» [28]. Ὁ ἄρτος καί ὁ οἴνος εἶναι τά ὀρατά καί αἰσθητά στοιχεία τῆς Θείας Ἐυχαριστίας. Πλήν ὄμως, διά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἅγίου Πνεύματος μεταβάλλονται σέ Σώμα καί Αἴμα Χριστοῦ καί ἀποτελούν τά βασικά στοιχεία πού μεταμορφώνουν τόν ἄνθρωπο, τόν καθιστούν σύσωμο καί καί σύναιμο Ἰησοῦ Χριστοῦ, κοινωνό τῆς Βασιλέιας Του καί συγκληρονόμο ζωῆς αἱωνίου καί κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά «…ἐν μεθέξει γίνεσθαι τοῦ ἁγίου σώματος καί αἵματος αὐτοῦ, καί δι᾿ αὐτῶν αὐτῷ ἑνοῦσθαι καί ἕν πνεῦμα καί ἕν σῶμα μετ᾿ αὐτοῦ τελεῖσθαι θείως» [29]. Ὁ ἵδιος ὁ Χριστός στήν Θεία Εὐχαριστία τελεῖ τήν θυσία, ὡς θύτης, καί ὄπως στόν Γολγοθά προσφέρεται ὀλόκληρος, ὡς θύμα, πρός βρώσιν καί πόσιν τῶν πιστών «εἰς ἄφεσιν ἀμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αιώνιον [30]. Ταυτόχρονα δέ, μᾶς χαρίζει τήν συνάφεια μαζί Του καί ἔτσι, ὄχι μόνον κατά πνεῦμα, ἀλλά καί κατά σῶμα γινόμαστε «μετ᾿ ἐκείνου, σάρξ ἐκ τῆς σαρκός αὐτοῦ καί ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστῶν αὐτοῦ» [31].

Ἀφετέρου ἡ Ἐυχαριστία συνιστᾷ «ἐξιλασμό», καθώς ἡ σταυρική θυσία, ἡ θυσία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἴματός Του προσφέρθηκαν ὡς «λύτρον» γιά τήν ἐξαγορά τοῦ ἀνθρώπου ἀπό την ἀμαρτία καί συνεπώς ἀποτελεῖ μέσο καταλλαγῆς στήν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Στήν εὐχή τῆς λειτουργίας τῶν πιστῶν στήν Θεία Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἀναφέρεται: «Πρόσδεξαι ὁ Θεὸς τὴν δέησιν ἡμῶν· ποίησον ἡμᾶς ἀξίους γενέσθαι τοῦ προσφέρειν σοι δεήσεις καὶ ἱκεσίας καὶ θυσίας ἀναιμάκτους ὑπὲρ παντὸς τοῦ λαοῦ σου καὶ ἱκάνωσον ἡμᾶς,… ἀκαταγνώστως καὶ ἀπροσκόπτως, ἐν καθαρῷ τῷ μαρτυρίῳ τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ἐπικαλεῖσθαί σε ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ, ἵνα εἰσακούων ἡμῶν, ἵλεως ἡμῖν εἴης ἐν τῷ πλήθει τῆς σῆς ἀγαθότητος» [32]. Στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία ἡ ἔννοια τοῦ λύτρου σχετίζεται μέ τήν θυσία τοῦ Ἰησοῦ καί τήν ἐξαγορά τοῦ ἀνθρώπου, τήν λύτρωσή του ἀπό τά δεσμά τῆς ἀμαρτίας, ἀπό θυσιαστική ἀγάπη καί ὄχι μέ τήν ἔννοια πού ἔχει ἀποδόσει ἡ δυτική σχολαστική θεολογία, ἡ ὁποία βλέπει τό λύτρον, ὡς τό ἀντίτιμο πού πλήρωσε ὁ Χριστός πάνω στόν Σταυρό γιά νά ἐλευθερωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν θάνατο. «Ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ τιμίῳ σου αἵματι», ἀναφέρει ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Τό αἴμα τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τό ἄντίλυτρον γιά τήν λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου καί ἀποδεικνύει τόν θυσιαστικό ἔρωτα τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, την παλινόρθωση του κτιστού στη ζωοποιό σχέση με το άκτιστο, την παραίτηση της υπαρκτικής αυτονομίας της ατομικότητας και την άντληση ζωής από την αγαπητική κοινωνία [33]. Ἡ θυσία τοῦ Κυρίου, ὁ θάνατός Του δηλαδῆ, εἶναι αὐτός πού λυτρώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου πάνω στόν Σταυρό ἀναδεικνύεται σέ νίκη. Εἶναι ἡ νίκη τῆς ὀδυνώμενης ἀγάπης, πού εἶναι τόσο δυνατή, ὦστε νά νικήσει ἀκόμα καί αὐτόν τόν θάνατο καί νά χαρίσει στον ἄνθρωπο τήν αἱώνιο ζωή καί τήν ἀθανασία. Ἔτσι, ἡ Εὐχαριστία γίνεται «φάρμακο ἀθανασίας» πού συγκροτεῖ τήν ἐκκλησιαστική σύναξη σέ «λαό τοῦ Θεοῦ», καθαιρώντας τήν δύναμη ὄλων τῶν «διαβρωτικῶν ἐπιρροῶν» [34].

Θεία Εὐχαριστία. Τό μυστήριο τῆς Βασιλείας.

Ἡ Θεία Λειτουργία ἀρχίζει με την ἐκφώνηση «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος…». Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ γίνεται το περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς πίστης. Ἡ Βασιλεία εἶναι ἡ γνωση τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀγάπη γι’ αὐτόν, ἡ ἐνότητα μαζί Του καί ἡ ζωή ἐν Αὐτῷ [35]. Τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας ἀρχίζει μέ τήν εὐλογία τῆς Βασιλείας. Τοῦτο σημαίνει ὄτι τήν ἀναγνωρίζουμε καί τήν ὀμολογοῦμε ὡς τήν ὑψηλότερη καί ἔσχατη ἀξία, ὡς τό ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας μας, τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐλπίδας. Σημαίνει πώς τώρα ἤδη ἀπό αὐτόν τόν κόσμο ἐπειβεβαβιώνουμε τήν δυνατότητα κοινωνίας μέ τήν Βασιλεία, εἰσόδου στήν ἀκτινοβολία της, στήν ἀλήθεια καί στήν χαρά της [36]. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία ὀδηγεῖ ὁ Σταυρός, ἐπί τοῦ ὁποίου κρέμαται ὁ Βασιλεύς τῆς δόξης Χριστός. Αὐτή ἡ Βασιλέια χαρίστηκε στόν ἄνθρωπο διά τοῦ Σταυροῦ. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Βασιλεύς τῆς Βασιλείας πού ἦλθε καί ἔρχεται. Ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ καί ἔρχεται μετά τοῦ Σταυροῦ [37].

Κάθε θεία λειτουργία ἀνακεφαλαιώνει ὁλόκληρο τό μυστήριο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Καί αὐτό γίνεται μέ τήν ἀνάμνηση «πάντων τῶν ὑπέρ ἡμῶν γεγενημένων, τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς Δευτέρας καί ἐνδόξου πάλιν παρουσίας» [38]. Μέ τήν θεία εὐχαριστία γεύεται ὁ ἄνθρωπος «ἐν ἀρραβώνι» τήν ἀνέκφραστη δόξα τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι πανταχοῦ παρών καί παραμένει μέ τό πνεύμα Του διαρκῶς μέσα στόν κόσμο «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αιῶνος» [39]. Τό μυστήριο τῆς Θείας Εύχαριστίας εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ οὐσία τῆς ἀληθινῆς μνήμης του. Χωρίς τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ἐνωθεῖ μαζί του καί χωρίς αὐτήν τήν ἔνωση δέν μπορεῖ νά καταξιωθεῖ ἡ ὕπαρξή του [40].

Ἀν καί τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἔχει ἀναφορά στό παρελθόν, ἀφού συνδέεται μέ τό εὐχαριστιακό δεῖπνο, κατά τό ὁποῖο παραδόθηκε καί τελείται εἰς ἀνάμνησιν τοῦ Κυρίου [41], ὁ προσανατολισμός του εἶναι ἐσχατολογικός. Τοῦτο βεβαιώνεται ἀπό τόν εὐαγγελικό λόγο κατά τόν ὁποῖον ὁ Κύριος σημειώνει:  «λέγω γάρ  ὑμίν, ὄτι οὐκέτι οὐ μή φάγω ἐξ αὐτοῦ ἔως ὅτου πληρωθῆ ἐν τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. […] Λέγω γάρ  ὑμίν ὄτι οὐ μή πίω ἀπό τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἔως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθη» [42]. Ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἡ συμμετοχή στήν ἐσχατολογική τράπεζα,  κληρονομία τῆς Βασιλείας πού ἔχει ἤδη δοθεῖ στούς πιστούς, ἀν καί δέν εἶναι ἀκόμη πλήρως παρούσα ἐντός τῆς ἱστορίας. Προσφέροντας τά εὐχαριστιακά  εἴδη, τόν ἄρτο καί τον οἴνο, προσάγουμε τίς ἀπαρχές τῆς φθαρτῆς καί βιολογικῆς μας ζωῆς στόν Θεό καί λαμβάνουμε ἀντί αὐτῶν τήν καινή, αἱώνια καί ἀληθινή ζωή διά τοῦ μυστηρίου τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἴματος τοῦ Κυρίου [43]. Ἡ ἐπισυμβαίνουσα θέωση τοῦ ἀνθρώπου συμπεριλαμβάνει τόν ὄλον ἄνθρωπον ἀπό τοῦ νῦν, κάτα τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, ὁ ὁποῖος σημειώνει: «Οὕτως ἔχων πυροῦται τῷ πνεύματι καὶ πῦρ ὅλος γίνεται τῇ ψυχῇ, μεταδιδοὺς καὶ τῷ σώματι τῆς οἰκείας λαμπρότητος, δίκην τοῦ ὁρωμένου πυρὸς τὴν οἰκείαν τῷ σιδήρῳ φύσιν μεταδιδόντος, καὶ γίνεται ἡ ψυχὴ τῷ σώματι ὅπερ γέγονε τῇ ψυχῇ ὁ Θεός, καθά φησιν ἡ θεολόγος φωνή· οὔτε γὰρ ψυχὴ ζῆν δύναται, μὴ φωτιζομένη παρὰ τοῦ κτίσαντος, οὔτε Σῶμα, μὴ παρὰ τῆς ψυχῆς δυναμούμενον… Θεοῦ κατὰ τὰς ἀψευδεῖς ἐπαγγελίας ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν τοῖς γνησίοις δούλοις αὐτοῦ καὶ διὰ τῶν ἐνεργειῶν καὶ ἐλλάμψεων τοῦ παναγίου Πνεύματος ἐμπεριπατοῦντος ἐν ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς, ἀχωρίστους εἶναι τοῦ Θεοῦ τὰς ἀξίας τῶν τοιούτων ψυχὰς ὁμολογουμένως πιστεύομεν. Τῶν δὲ ψυχῶν πάλιν διϊκνουμένων ἐν ὅλῳ τῷ σώματι καὶ μηδενὶ μέρει ἀπολιμπανομένων, ἀνάγκη πάντως καὶ αὐτὴν τὴν σάρκα, ἀχώριστον οὖσαν τῆς ψυχῆς, μᾶλλον δὲ μηδὲ ζῆν χωρὶς αὐτῆς δυναμένην, ὅλην ἄγεσθαι τῆς ψυχῆς τῷ θελήματι· καὶ ὡς οὐκ ἔστι Σῶμα ζῆν ἄνευ ψυχῆς, οὕτως οὐδὲ θέλημα ἔνι τὸ Σῶμα ἔχειν τότε παρεκτὸς τῆς ψυχῆς» [44].

Ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι τό ἀδιάκοπο Πάσχα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ καινοῦ αἱῶνος πού εἰσβάλλει στόν παλαιό καί τόν ἀνακαινίζει. Εἶναι ἡ χαρισματική παρουσία τῆς μελλοντικῆς Βασιλείας [45]. Ὁ Χριστός χάρισε ἀπό τώρα τήν μελλοντική Βασιλεία «καί τήν Βασιλείαν Σου ἐχαρίσω τήν μέλλουσαν», σημειώνει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφοράς στήν λειτουργία του καί μᾶς δίνει τήν δυνατότητα να βαδίσουμε στόν οὑρανό «Τόν οὐρανόν βατόν ἐποίησεν» [46]. Κατά τόν μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα «Ἡ Εὐχαριστία εἰς τήν ἐσωτέραν φύσιν της ἐμπεριέχει μία ἐσχατολογικήν διάστασιν πού ὄσο κι’ ἄν εἰσδύει εἰς τήν ἱστορίαν δέν μεταβάλλεται ἀπόλυτα εἰς ἱστορίαν» [47]. Ἡ Εὐχαριστία ὡς τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας εἰκονίζει τήν Βασιλεία τῶν ἐσχἀτων ἀλλά δέν ταυτίζεται μέ αὐτήν. Ὡς εὐχαριστιακή ἐξεικόνιση τῆς Βασιλείας, τά πάντα μέσα στήν Ἐκκλησία ἀποκαλύπτουν καί ἀποκρύπτουν, φέρνουν κοντά καί κρατούν μακριά, προσκαλούν καί προκαλούν, καταγγέλλουν καί ἀναμένουν τήν διάσταση τῶν ἐσχάτων. Ὁ ἱερός Καβάσιλας ὑποστηρίζει ὄτι εἶναι ἀδύνατον να προχωρήσουμε «πέρα» ἀπό τήν Εὐχαριστία ή νά «προσθέσουμε» κάτι σ’ αυτήν, «Διά τοῦτο καί τελευταῖον τό μυστήριον, ὄτι περαιτέρω προελθείν οὔκ ἔστιν οὐδέ προθεῖναι […] μετά δέ τήν εὐχαριστίαν οὐκ ἔστιν ἔφ’ ὅ χωροῦμεν» [48].

Ἡ ἐσχατολογική διάσταση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας καταδεικνύεται ἱδιαιτέρως μέσω τῶν βιβλικῶν κειμένων. Ἔτσι, στήν περιγραφή τοῦ μυστικοῦ δείπνου συνδέεται τό εὐχαριστιακό δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν μαθητῶν Του μέ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ [49]. Ἰδιαιτέρως δέ ὁ εὐαγγελιστής Λουκάς παρουσιάζει τούς δώδεκα μαθητές νά μετέχουν στό Μυστικό Δεῖπνο, ὡς προτύπωση τοῦ Νέου Ἰσραήλ καί ὁ Χριστός τούς δίδει τήν ἐξουσία τῆς κρίσης τῶν δώδεκα φυλών τοῦ Ἰσραήλ [50]. Ἐπιπλέον, ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη περιγράφει τήν ἐμπειρία ταῆς Θείας Εὐχαριστίας, πούν εἶναι ἡ ἔνωση, ἡ κοινωνία μέ τό Σώμα καί τό Αἴμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιπλέον, θεωρεῖ τήν Εὐχαριστία ὡς εἰκόνα τῆς Βασιλείας, ἡ ὁποία τελεῖται μπροστά στό ὑπερουράνιο θυσιαστήριο, ἐνώ ἡ προσδοκία τῶν ἐσχατων εἶναι ἔντονη καθώς τό βιβλίο τελειῶνει μέ τήν φράση: «ναί ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν, ναί ἔρχου, Κύριε Ἰησού» [51]. Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς Σωτηρίας ἀναμένεται ἀπό την δεύτερη ἔλευση τοῦ Χριστοῦ καί ποτέ πρίν ἀπό αὐτήν ἤ χωρίς αὐτήν [52]. Τέλος, ἡ Κυριακή Προσευχή ἔχει ἐσχατολογικό καί εὐχαριστιακό χαρακτήρα. Σ’ αὐτήν ὑπάρχουν δύο ἀναφορές μέ ἔντονο ἐσχατολογικό περιεχόμενο: ἡ φράση «ἀγιασθήτω τό ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ Βασιλεία σου» και τό αἴτημα «τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον». Ἡ ἔλευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν ἁγιορείτη ἡ ἐν ἁγίῳ πνεύματι ἀπελευθέρωση ἀπό τήν πικρά δουλεία τοῦ διαβόλου. Μόνον διά τῆς ἐλεύσεως τῆς Βασιλείας δύναται νά ἀποδιωχθῇ ὁ τύραννος ἐχθρός ὁ ὁποῖος κατεξουσιάζει τόν ἄνθρωπον [53]. Ὁ ἐπιούσιος ἄρτος εἶναι ὁ ἄρτος τῆς Εύχαριστίας μέ τήν ἔννοια τοῦ ἐρχομένου, τοῦ μελλοντικοῦ, τῆς ἐπερχομένης Βασιλείας. Κατά τον ἅγιο Νικόδημο τόν ἁγιορείτη ὁ ἐπιούσιος ἄρτος εἶναι το σῶμα καί τό αἴμα τοῦ Κυρίου, ἡ Θεία Κοινωνία τοῦ παναχράντου σώματος καί αἵματος τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία συγκρτατεῖ τήν ουσία τῆς ψυχῆς, καί τήν δυναμώνει στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου [54]. 

Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τον Ὀμολογητή, ὄσα τελοῦνται στήν Θεία Εὐχαριστία εἶναι «εἰκόνες» καί «σύμβολα» τῶν «ἀληθών». Τά «ὀρατά» εἶναι εἰκόνες καί σύμβολα τῶν «ἀοράτων», τῶν «μυστικῶν»: «...ἀπό τῶν τύπων ἐπί τήν εἰκόνα καί ἀπό ταύτης ἐπί τήν ἀλήθειαν. Σκιά γάρ τά τῆς Παλαιάς, εἰκών δέ τά τῆς Νέας Διαθήκης, ἀλήθεια δέ ἡ τῶν μελλόντων κατάστασις» [55]. Τά «ἀληθή» δέ βρίσκονται στό παρελθόν, σέ ἔνα προϋπάρχοντα κόσμο, σέ ἔναν κόσμο ἰδεατό. Ἡ Θεία Εὐχαριστία, πού τελεῖται ἐνώπιον τῆς Σύναξης, εἶναι «εἰκόνα» μιᾶς ἀληθινῆς Εὐχαριστίας, πού δέν εἶναι παρά «ἡ τῶν μελλόντων κατάστασις». Ἡ «ἀλήθεια» τῶν ὄσων τελοῦνται στήν Σύναξη δέν βρίσκεται σέ ἔναν προϋπάρχοντα κόσμο τῶν «ἰδεῶν», ὄπως ὑποστήριζε ἡ πλατωνική καί καί ἀργότερα ἡ δυτική σκέψη, ἀλλά σέ μία πραγματικότητα τοῦ μέλλοντος, στήν μέλλουσα Βασιλεία. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὀμολογητής, τό ἀρχέτυπο τό τοποθετεῖ στό μέλλον, γιατί ὄσο πιό πίσω πηγαίνουμε χρονικά, τόσο περισσότερο ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τό αἴτιο, τό ἀρχέτυπο, τήν ἀλήθεια τοῦ πρωτοτύπου. Ἡ σκέψη τοῦ Μαξίμου, πού εἶναι καί ἡ Βιβλική σκέψη, ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τήν ἀρχαιοελληνική σκέψη. Ἡ Θεία Ευχαριστία πού τελεῖται στήν Σύναξη ἀποτελεῖ αἰτιατό τῆς μέλλουσας Βασιλείας. Ἡ μέλλουσα Βασιλεία, πού θά ἔλθει «ἐν πλήρῃ δόξῃ καί μορφῇ» στά Ἔσχατα τῆς Ἱστορίας, ἀποτελεῖ τό αἴτιο τῆς Εὐχαριστίας καί τῆς προσδίδει τό ἀληθινό «Εἶναι» της.

Κατά τόν Σμέμαν ἡ οὐσία τοῦ συμβόλου βρίσκεται στό γεγονός πώς ἐν αὐτῷ ὑπερβαίνεται ἡ διχοτόμηση ἀνάμεσα στήν πραγματικότητα καί στόν συμβολισμό. Ἡ πραγματικότητα βιώνεται πάνω ἀπ’ ὄλα ὡς πλήρωμα τῆς πραγματικότητας. Ἡ χριστιανική λατρεία εἶναι συμβολική ὄχι ἐπειδή περιέχει ὀρισμένες συμβολικές παραστάσεις, ἀλλά ἐπειδή πρῶτα ἀπ’ ὄλα ὁ ἴδιος ὁ κόσμος, ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ εἶναι συμβολικός, εἶναι μυστήριο καί κατά δεύτερον ἐπειδή ἡ φύση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά ἐκπληρώνει αὐτό τό σύμβολο, νά τό πραγαμτοποιεῖ ὡς τήν πλέον πραγματική ἀπ’ ὄλες τίς πραγματικότητες. Ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας γεννήθηκε καί σχηματίστηκε πρωταρχικά ὡς σύμβολο τῆς Βασιλείας, ὡς ἄνοδος τῆς Ἐκκλησίας σ’ αὐτήν καί μέ αὐτήν τήν ἄνοδο, ὡς ἐκπλήρωση τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὄλη ἡ καινότητα καί ἡ μοναδικότητα τῆς χριστιανικῆς Λειτουργίας βρίσκεται στήν ἐσχατολογική της φύση, ὡς παρουσία ἐδῶ καί τώρα, ταῆς μελλούσης παρουσίας. Τό κατ’ ἐξοχήν σύμβολο ταῆς Βασιλείας, αὐτό πού ἐκπληρώνει ὄλα τά ἄλλα σύμβολα εἶναι ἡ Εὐχαριστία, τό μυστήριο τῆς ἔλευσης τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, τῆς συνάντησης καί κοινωνίας μαζί Του, ἐν τῇ τραπέζῃ ἐν τῇ Βασιλεία Του. Ἡ Ἐκκλησία ἐκπληρώνει «ἐν τῇ Εὐχαριστία» τήν ἄνοδο καί εἴσοδό της στό φῶς, στήν χαρά καί στόν θρίαμβο τῆς Βασιλείας [56].

 

   [1] Ἱεροθέου (Μητρ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου), «Ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιά τήν Θεία Κοινωνία. Τοποθέτηση σε τρέχουσες θεολογικές αντιρρήσεις και καταγραφή εκκλησιαστικών πηγών για την Θεία Κοινωνία», χ.χ. χ.τ. διαθέσιμο στο διαδίκτυο: https://parembasis.gr/images/2020/284/MARTYRIA_GIA_THN_KOINWNIA.pdf (7-7-2021), σ.σ. 3-4.

   [2] Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, Χανιά 2003, σ.σ. 198-199.

   [3] Ἱεροθέου, ό.π., σ. 11.

   [4] Ὁ ὅρος «εὐχαριστία» δηλώνει τίς καθαγιαστικές εὐχές, τήν εὐγνώμονα προσευχή ταῶν μετασχόντων καί μυσταγωγηθέντων πιστῶν ἤ καί ὁλόκληρη τήν θεία λειτουργἰα. Ὄμως κατ’ ἐξοχήν χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλώσει τόν καθαγιασμό τῶν εὐχαριστιακῶν δώρων. Βλ. Νικόδημος Σκρέττας (Αρχίμ.), Ἡ Θεία Εὐχαριστία καί τά προνόμια τῆς Κυριακῆς κατά τήν διδασκαλία ταῶν Κολλυβάδων, Θεσσαλονίκη, 2006, σ.σ. 50-51.

   [5] Π. Α. Ὑφαντῆς – Μ. Βελιτζανίδης (Επιμ.), Α. Η. Γεωργόπουλος (Μεταφρ.) Ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ Τσέλιε [Πόποβιτς], Δογματική: Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀλήθειας, Ἅγιον Ὄρος, 2019, σ. 736.

   [6] Σταύρος Γιαγκάζογλου, «Μάθημα 10ο. Ἐκκλησιολογία. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας», διαθέσιμο στο διαδίκτυο: https://bit.ly/3rLMnHo, σ.1.

   [7] Σταύρος Γιαγκάζογλου, «Μάθημα 9ο. Ἐκκλησιολογία. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας», διαθέσιμο στο διαδίκτυο: https://bit.ly/3yfGfJR, σ. 1.

   [8] Γεώργιος Μαντζαρίδης, Χριστιανική Ἠθική, ΙΙ, Θεσσαλονίκη, 2003, σ.σ. 118-119.

   [9] Νικολάου Καβάσιλα, «Εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν», Λόγος ΛΗ’, 1, SC 4, bis, σ. 230, PG150, 452.

   [10] Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Τό Σώμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ. Μία ὀρθόδοξος ἐρμηνεία τῆς Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη, 1981, σ. 58.

   [11] Σκρέττας, ό.π., σ. 50.

   [12] Νέναντ Μιλόσεβιτς, Ἡ Θέια Εὐχαριστία ὡς Κέντρον ταῆς Θείας Λατρείας. Ἡ σύνδεσις τῶν μυστηρίων μετά ταῆς Θείας Εὐχαριστίας, Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 20.

   [13] Βλ. Γιαγκάζογλου, «Ἐκκλησιολογία, 9ο. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας», ό.π., σ.1. Βλ. επίσης Κλημεντίνη Χατζούδη, Ἡ περί Ἐκκλησίας καί Μυστηρίων δογματική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, (Μεταπτυχιακή εργασία που κατατέθηκε στο Α.Π.Θ.), Θεσσαλονίκη, 2008, σ.σ. 44-45 και Θεόδωρος Συμεού, Τό τρισσόν μυστήριον τῆς μυήσεως στόν Νικόλαο Καβάσιλα καί τή λειτουργική πράξη καί θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, (Μεταπτυχιακή εργασία που κατατέθηκε στο Α.Π.Θ.), Θεσσαλονίκη, 2012, σ. 51.

   [14] Ἀ. Θεοδώρου, Τα 7 μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Δογματική περίληψη τῆς Ὀρθόδοξης  πίστης μας, Ἀθήνα, 2002, σ. 5.

   [15] Βλ. Γιαγκάζογλου, «Ἐκκλησιολογία, 9ο. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας», ό.π., σ.2.

   [16] Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὀνομάζει τό μυστήριος ταῆς Θείας Εὐχαριστίας «τελετῶν τελετήν». Βλ. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, «Περί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας», ΕΠΕ, 3, σ. 364.

   [17] Νικολάου Καβάσιλα, «Εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν», Λόγος ΛΗ’, 1, SC 4, bis, σ. 222, PG150, 452-453.

   [18] Βλ. Ζηζιούλας Ἰωάννης, Ἡ ἐνότης ταῆς Ἐκκλησίας ἐν ταῇ Θεία Εὐχαριστία καί ταῷ ἐπισκόπῳ κατά τούς τρείς πρώτους αἱὼνας, Ἀθῆναι, 1990, σ.σ. 16-18.

   [19] Μιλόσεβιτς, ό.π., σ. 19.

   [20] Βλ. Γιαγκάζογλου, «Ἐκκλησιολογία, 9ο. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας», ό.π., σ.3.

   [21] Μιλόσεβιτς, ό.π., σ. 23.

   [22] Ἰω. 15,5.

   [23] Νικολάου Καβάσιλα, «Εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν», Λόγος ΛΗ’, 1, SC 4, bis, σ. 222, PG150, 452.

   [24] Εβρ. 12,23.

   [25] [25] Γιαγκάζογλου, «Ἐκκλησιολογία, 9ο. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας», ό.π., σ. 8.

   [26] «Εὐχὴ Χερουβικοῦ ὕμνου» Θείας Λειτουργίας Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

   [27] Βλ. ενδεικτικά Κ. Ware, Η Ορθόδοξη Εκκλησία, μτφρ. Ιωσήφ Ροηλίδης, Αθήνα, 19982, σ. 453 και Χ. Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήνα, Αστήρ, 19924, σ. 370.

   [28] Ἰω. 6, 53-58.

   [29] Ιερόθεος, ό.π., σ. 34.

   [30] Δανιήλ Ἀεράκης (Ἀρχιμ.), Πότε καί Πώς να Κοινωνής, Αθήνα, 1995 σ. 20, Ware, ό.π., σ. 448 και Χ. Ανδρούτσου, ο.π., σ. 317.

   [31] Ιερόθεος, ό.π., σ. 34.

   [32] «Εὐχὴ τῆς λειτουργίας τῶν πιστῶν» Θείας Λειτουργίας Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

   [33] Χ. Γιανναράς, Το αλφαβητάρι της πίστης, Αθήνα, 2006, σ. 168.

   [34] Ν. Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β: Ἔκθεση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης σέ ἀντιπαράθεση μέ τήν Δυτική Χριστιανοσύνη, Θεσσαλονίκη, 19882, σ. 485.

   [35] Αλέξανδρος Σμέμαν, Ευχαριστία, Αθήνα, 2000, σ.σ. 58-59.

   [36] Σμέμαν, ό.π., σ. 68.

   [37] Γρηγόριος (Ἱερομ.), Ἡ Θεία Λειτουργία, Ἅγιον Ὄρος, 1998, σ. 126-129.

   [38] Εὐχή ἀναφοράς Λειτουργίας Χρυσοστόμου.

   [39] Μαντζαρίδης, ό.π., σ. 158.

   [40] Μαντζαρίζδης, ό.π., σ. 532.

   [41] Πρβλ. «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν» Λουκ.22,19. «Τά εὐχαριστιακά δρώμενα συμβάλλουν στήν διαρκή ανάμνηση, φανέρωση καί βίωση τῶν πτυχῶν τῆς σωτηριώδους οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ, ἡ θέα καί ἐποπτική μέθεξη τῆς ὁποίας, κατά τήν Θεία Εὐχαριστία, παρέχει ἁγιασμό ὄμοιο μέ ἑκεῖνον πού παρεῖχε δυνητικά σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο, ὄταν πραγματοποιήθηκε ἄπαξ μέσα στήν ἱστορία. Ἡ συμμετοχή στήν εὐχαριστιακή ἀνάμνηση καί θεωρία τῆς θείας οἰκονομίας, ἡ κοινωνία τοῦ σώματος καί τοῦ αἴματος τοῦ Θεανθρώπου, παρέχει στούς πιστούς τήν δυνατότητα νά μετάσχουν μέ βεβαιότητα ἀλλά καί οἰκειότητα στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ». Βλ. Γιαγκάζογλου, «Ἐκκλησιολογία, 9ο. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας», ό.π., σ. 6.

   [42] Λκ.22:16,18.

   [43] Γιαγκάζογλου, «Ἐκκλησιολογία, 9ο. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας», ό.π., σ. 8.

   [44] Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Ηθικός Ϛ΄, SC 129, σ. 128‐130, 130‐160.

   [45] Γρηγόριος (Ἱερομ.), ό.π., σ. 31.

   [46] Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «Ὀμιλία ΜΣΤ΄», ΕΠΕ, τ. 13, σ. 582.

   [47] Βλ. Ι. Ζηζιούλα, «Η Ευχαριστιακή Θεώρησις του Κόσμου και ο Σύγχρονος Άνθρωπος» Χριστιανικόν Συμπόσιον, Αθήνα, 1967, σ.σ. 183-190.

   [48] Ν. Καβάσιλας, «Περί τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς», Φιλοκαλία τῶν Νηπτικών καί Ἀσκητικῶν, τ. 22, Θεσσαλονίκη, 1979, σ.σ. 410-411.

   [49] Πρβλ. Μρκ. 14, 22-25 «Καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν λαβὼν ὁ Ἰησοῦς ἄρτον εὐλογήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκε αὐτοῖς καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου. καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς, καὶ ἔπιον ἐξ αὐτοῦ πάντες. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μὴ πίω ἐκ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτὸ πίνω καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ».

   [50] Πρβλ. Λουκ.22,28-30.

   [51] Αποκ. 22,20.

   [52] Σάββας Αγουρίδης, Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, Θεσσαλονίκη, 2000, σ. 514.

   [53] Μακαρίου Νοταρά, Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Περί τῆς συνεχούς Θείας Μεταλήψεως τῶν ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων, Παναγόπουλος, 2001, σ. 30.

   [54] Μακαρίου Νοταρά, Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ό.π., σ. 41.

   [55] Μάξιμος Ομολογητής, «Σχόλια», PG 4,137D. 

   [56] Αλέξανδρος Σμέμαν, Ευχαριστία, Αθήνα, 2000, σ.σ. 57-58, 62.

Δεν υπάρχουν σχόλια: