e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μ. Ζ. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

«Είπα, Καλησπέρα σας!»

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ


Ήταν Αύγουστος σαν και τώρα. Αλλά ένας Αύγουστος αλλιώτικος, εκείνος της συμφοράς και της καταστροφής, εκείνος ο μαύρος Αύγουστος που σημάδεψε για πάντα το πανέμορφο Νησί μας, την αρχόντισσα τη Ζάκυνθο! Που ο Εγκέλαδος πήρε φόρα και δεν άφησε λίθο επί λίθου, όπου κι αυτούς τους αποτελείωσε η πυρκαγιά που κράτησε κοντά σαράντα μερόνυχτα στη χώρα!

Όπως κι αλλού αναφέρω, οι περισσότεροι κάτοικοι της Μπόχαλης, που δεν είχαν μεγάλα περιβόλια όπως κι εμείς, αλλά αυλές που είχαν γεμίσει από τα ερείπια του σπιτιού τους,  μαζεύτηκαν στο απέραντο περιβόλι του Λάτα, εκεί στη στροφή όπως μπαίνουμε στο κέντρο της Μπόχαλης, όπου είχε μετατραπεί σε καταυλισμό, αφού είχαν κατασκηνώσει πάρα πολλές οικογένειες. Τα βράδια, λοιπόν, με το φως της λάμπας, μαζευόμαστε εκεί στο ξάγναντο όπως συνήθως, όπου εκ περιτροπής διάβαζε μια ο Γιάγκος ο Λάτας μια ο παπάκης μου, έργα κλασικών συγγραφέων και άλλα ενδιαφέροντα. 

Εκείνο το βράδυ, διάβαζε ο Γιάγκος, για τα Ελευσίνια μυστήρια! Ακούγαμε όλοι, ναι κι εμείς τα παιδιά «για να μαθαίνουμε», με μεγάλη προσοχή αλλά και δέος!! Όσοι έχετε διαβάσει, θα γνωρίζετε ότι δεν είναι κι από τα πιο «ευχάριστα» αναγνώσματα και μαζί με το δέος, δημιουργείται και μια αίσθηση φόβου γι’ αυτά που ακούγαμε!

Ανάμεσα στην παρέα εκείνο το βράδυ, ήταν κι ένας από τον Κάμπο που έμενε στις Βαρρές, ο Νικόλας, που είχε παντρευτεί δυο χρόνια πριν και μπήκε σώγαμπρος. Ερχόταν συχνά στην Μπόχαλη όμως, γιατί είχε σόι η γυναίκα του κι επειδή έτυχε να είναι εκεί όταν πρωτάρχισε το διάβασμα για τα Ελευσίνια Μυστήρια, βρήκε άκρως ενδιαφέρον το θέμα κι έτσι ερχόταν και παρακολουθούσε όχι μόνο με δέος, αλλά θα έλεγα με κατάνυξη θρησκευτική! Ακούγαμε όλοι με κομμένη την ανάσα! Και η γάτα που περνούσε αλαφροπατώντας, ακουγόταν κι εκείνη, τόσο απόλυτη ησυχία επικρατούσε.

Κάποια στιγμή που ο παπάκης μου έκρινε πως η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει πολύ, είπε να σταματήσουμε γι’ απόψε και να συνεχίσουμε το επόμενο βράδυ. Άλλωστε κόντευαν μεσάνυχτα, περασμένες έντεκα.

Ανασάναμε με ανακούφιση οι περισσότεροι. Συμφωνήσαμε όλοι να σταματήσουμε και δειλά - δειλά αρχίσαμε να σκορπίζουμε για το κονάκι μας. Το κονάκι μας, φυσικά, λίγα μέτρα πιο πέρα, η μεγαλύτερη απόσταση καμιά πενηνταριά μέτρα και ούτε. Ο Νικόλας όμως έπρεπε  να πάρει το δρόμο για τις Βαρρές και ήταν κάμποση απόσταση. Συνήθως έφευγε χαρούμενος και σφυρίζοντας, εκείνο το βράδυ, όμως,  χωρίς να το ομολογήσει, ήταν μουδιασμένος κι είχε αγριευτεί κάπως. Πού να τολμήσει να μιλήσει, όμως, και να δείξει την αδυναμία του που φοβόταν πως θα τον παίρνανε στο ψιλό οι περισσότεροι.

Σηκώθηκε, καληνύχτισε και ξεκίνησε χωρίς να δείχνει βιασύνη. Μόλις βγήκε από το περιβόλι και ροβόλησε κατά το δρόμο, σκέφτηκε να κόψει δρόμο και να πάει περικοπά. Τάχυνε το βήμα να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα, τον είχε κυριέψει φόβος. Προχωρώντας, θυμήθηκε εκείνο που του έλεγε η Νόνα του όταν ήταν μικρό παιδί, πως όταν φοβάται να προσεύχεται  να λέει,  Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά και να κάνει το σταυρό του τρεις φορές. Κάπου ντράπηκε λίγο κοτζάμ άνδρας να καταφεύγει στις ορμήνιες της Νόνας του, αλλά ο φόβος είναι κακός σύμβουλος κι ιδιαίτερα τη νύχτα.

Για κακή του τύχη, η νύχτα ασέληνη και τα άστρα λες και το έκαναν επίτηδες  ούτε που φώτιζαν καθόλου. Επαναλάμβανε την προσευχή συνέχεια και σταυροκοπιόταν. Κάπου εκεί ανάμεσα στα λιόφτα διέκρινε θαμπά κάπως μακριά μια σκιά όπου έμοιαζε σαν  άνθρωπος. Κάπου παρηγορήθηκε ότι υπήρχε ψυχή ζώσα και δεν ήταν μοναχός του, μα, αμέσως τον έπιασε φόβος μην είναι κάνας κλέφτης και του την έχει στημένη. Αποφάσισε να κρατήσει την ψυχραιμία του και να τον χαιρετίσει ώστε να καταλάβει κάπως τις διαθέσεις του.

-Καλησπέρα σας, λέει, διστακτικά και κόβει κάπως το βήμα του... Καμία απάντηση, ξαναπαίρνει θάρρος, μπορεί νάναι βαρήκοος, σκέφτηκε και φωνάζει πιο δυνατά, Καλησπέρα σας... Πέρασε κάπου μισό, ατέλειωτο λεπτό που του φάνηκε αιώνας κι ο άλλος καμία απάντηση. Για τρίτη φορά, σε πιο έντονο ύφος λέει: Είπα, Καλησπέρα σας!!!, πάλι καμιά απάντηση.  

Τα χρειάστηκε, τώρα τι κάνω συλλογίστηκε, να ξαναμιλήσω, να πισωγυρίσω, να προχωρήσω αγνοώντας τον... Κι αν με πάρει το κατόπιν και με κυνηγήσει τι θα γίνω έτσι ολομόναχος μες στις ερημιές τέτοια ώρα; Τα έβαζε με τον εαυτό του, όχι μόνο που κάθισε μέχρι τέτοια ώρα στην Μπόχαλη, αλλά που πήγε κι από τα λιοστάσια, ενώ αν πήγαινε από το δρόμο ίσως είχε περισσότερες πιθανότητες να ξεφύγει από τον κακοποιό, γιατί δεν είχε πια καμιά αμφιβολία ότι πρόκειται για κακοποιό στοιχείο, αλλιώς θα είχε ανταποκριθεί στο χαιρετισμό του, τρεις φορές τον καλησπέρισε, αποκλείεται να μην τον άκουσε! Κοντοστάθηκε για λίγο κι άναψε τσιγάρο για να κερδίσει χρόνο, κόντευε να βγει η ψυχή του  από το φόβο. Πίσσα σκοτάδι, ερημιά, ψυχή πουθενά κι αυτός αντιμέτωπος μάλλον με εχθρό αφού τον αγνόησε όχι μία αλλά τρεις φορές. Μάταια σταυροκοπιόταν στα μουλωχτά μην τον πάρει στην κοροϊδία ο άλλος.

Περνούσαν τα δευτερόλεπτα κι έπρεπε να κάνει κάποια κίνηση, δε γινόταν να στέκεται έτσι εκεί. Μάζεψε όσο κουράγιο μπορούσε, έκανε νοητά ένα σταυρό ακόμα και πήρε τη μεγάλη απόφαση να προχωρήσει κι ό,τι είναι να γίνει ας  γίνει. Προχωρεί με ασταθές βήμα που προσπαθούσε να το κάνει σταθερό, πλησιάζει και... ξαφνικά σωριάζεται κάτω αυτό που έβλεπε τόση ώρα και που το νόμισε για άνθρωπο! Ξεθαρρεύει, ζυγώνει κοντά και βλέπει ένα γάιδαρο που προφανώς κουράστηκε να στέκει όρθιος, να έχει ξαπλώσει του μάκρου και του πλάτου και να αναπαύεται! Έτσι όπως στεκόταν ο γάιδαρος, δεν φαινόταν ολόκληρος φαίνονταν μόνο το κεφάλι και το εμπρός μέρος του σώματος του, κάτι το σκοτάδι, κάτι η απόσταση λίγο η εξημμένη φαντασία του Νικόλα, τον έκαναν να φαίνεται σαν όρθιος άνθρωπος! Πού να τολμήσει να αναφέρει το πάθημα του ο Νικόλας που θα τον παίρνανε με τις λεμονόκουπες. Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια για να τολμήσει κάτι τέτοιο.

Όταν έφτασε σε ηλικία, που ωρίμασε αρκετά ώστε να μην τον απασχολεί πλέον αν κάποιοι γελάσουν εις βάρος του, διηγήθηκε το περιστατικό στον μικρό Νικολάκη, τον πρωτότοκο εγγονό του που φοβόταν το σκοτάδι για να του δείξει πως ο φόβος πολλές φορές δεν είναι παρά δημιούργημα και αποκύημα της  φαντασίας μας και πως για όλα, υπάρχει συνήθως μια λογική εξήγηση!

Στο πρόσφατο ταξίδι μου στο αγαπημένο Νησί, συναντηθήκαμε με τον Νικόλα. Μιλήσαμε πολύ για τα παλιά, μου θύμισε το περιστατικό κι αφού γελάσαμε με την ψυχή μας, μου έδωσε τη συγκατάθεσή του να γράψω την ιστορία!

Με την αγάπη μου σε όλους,

δ.μ.