Ιδιοκτήτης: π. Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, κατόπιν συνεννοήσεως και πάντως με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Το Ραμίνι και το Γαδίνι

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ από τη Μελβούρνη

Είμαι σίγουρη ότι οι παλιοί, θυμούνται οπωσδήποτε το «σετάκι» αυτό, απαραίτητο για κάθε νοικοκυρά που σέβονταν τον εαυτό της! Συνήθως, βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρα! Σε κάθε σχεδόν κρεβατοκάμαρα, υπήρχε ο Λαβαμάς. Ήταν ένα μακρόστενο, άσπρο τραπεζάκι με ένα-δυο συρτάρια στο πλάι κι ένα μικρό σκαλιστό ράφι κατά μήκος του Λαβαμά προς τη μεριά του τοίχου, αφού η θέση του ήταν πάντα στον τοίχο.
Κάτω είχε ένα μεγάλο ράφι, λίγο πιο πάνω από το πάτωμα, που έπιανε όλο το μήκος και πλάτος του Λαβαμά, όπου έβαζαν οι παλιές νοικοκυρές τις «μπόλιες», (πετσέτες) κι από πάνω κρεμασμένη η ειδική θήκη για την πετσέτα που συνήθως ήταν υφαντή στον Αργαλειό κι έγραφε με κεντητά καλλιτεχνικά γράμματα “Καλημέρα”.
Στη μέση είχε μια μεγάλη κυκλική τρύπα για να χωράει το Γαδίνι.
Τόσο το Ραμίνι, μεγάλη κανάτα με ζωγραφιές ολόγυρα, όσο και το γαδίνι, η μεγάλη στρογγυλή λεκάνη μέσα στην οποία τοποθετείτο το Ραμίνι, σκεπασμένο πάντα με ένα μικρό πετσετάκι κεντητό ή πλεχτό στο βελονάκι, ήταν συνήθως «φανφουρένια» δηλαδή από πορσελάνη και στις πιο φτωχές οικογένειες, πιθανόν από πηλό που στην εξωτερική επιφάνεια είχε επικαλυφθεί με ειδικό μίγμα και χρώμα που γυάλιζε λίγο, ώστε να φαίνεται καλής ποιότητας. Το Ραμίνι, ήταν σχεδόν πάντα γεμάτο νερό ώστε να «νίβεται» (πλένεται), το ζευγάρι μόλις ξυπνήσει. Τα νερά έπεφταν στο γαδίνι. Με λίγα λόγια, ο Λαβαμάς, ήταν κάτι παρόμοιο με τον σημερινό νιπτήρα που υπάρχει στο μπάνιο.
Η Μαρνέτα, καταγόταν από ένα χωριό της Ζακύνθου, αλλά πήγαινε στο Γυμνάσιο, έτσι έμενε για χρόνια στη χώρα με τη θεία της τη Βασιλική, που ζούσε μόνη και δούλευε τραπεζοκόμα στο Νοσοκομείο.
Από χρόνια τη γυρόφερνε ο Νικόλας, ένα παιδί από τα καμποχώρια. Στηνόταν με το ποδήλατο του λίγο πιο πέρα από κει που θα περνούσε σχολώντας το μεσημέρι η Μαρνέτα μόνο και μόνο για να ΄χει τη χαρά να την δει, αλλά κι εκείνη να δει πως βρέξει χιονίσει, εκείνος πιστός στο ραντεβού της καρδιάς, ήταν εκεί. Το πρώτο χτυποκάρδι της κοπέλας!
Tον έβλεπε εκεί κάθε μεσημέρι και κοβόταν τα πόδια της από τη συγκίνηση! Μα ούτε που σήκωνε τα μάτια να τον κοιτάξει. Την κοίταζε εκείνος, όμως, κι όχι μόνο την κοίταζε αλλά και προχωρούσε αργά σχεδόν δίπλα της, αλλά διακριτικά πάντα για να μην την εκθέσει, και της ψιθύριζε λόγια γλυκά και όμορφα που της έπαιρναν το μυαλό!
Όμως, ο αυθορμητισμός της νιότης κι ο έρωτας, παραμερίζουν συνήθως τους ενδοιασμούς της λογικής, έστω και άσκεφτα, κατά την κρίση των μεγάλων, κάποιες φορές. Όταν βρήκε αρκετό θάρρος ο Νικόλας να της εκμυστηρευτεί πως την αγαπούσε και να βεβαιωθεί πως κι η Μαρνέτα κάθε άλλο ήταν παρά αδιάφορη, βρήκαν τρόπο να επικοινωνούν και να σμίγουν. Ανηφορίζοντας για τη Σαρτζάδα, το μονοπάτι που ακολουθούσε η Μαρνέτα, σε μια μικρή εσοχή στον πέτρινο φράχτη, άφηνε ένα γράμμα για να το πάρει περνώντας η Μαρνέτα το μεσημέρι κι άφηνε εκείνη ένα δικό της για να περάσει να το πάρει ο Νικόλας.
Λίγο αργότερα ξεθάρρεψαν. Ο Νικόλας, περνούσε τη νύχτα που κοιμόταν η θεία Βασιλική κι η Μαρνέτα ξενυχτούσε για να διαβάζει, της πετούσε ένα πετραδάκι στο τζάμι κι εκείνη έβγαινε και περνούσαν όμορφες στιγμές τα δυο ερωτευμένα παιδιά!
Όταν ο Νικόλας ζήτησε σε γάμο τη Μαρνέτα από τη θεία της, η Βασιλική αγρίεψε. Δεν την μεγάλωνε και σπούδαζε εκείνη τόσο χρόνια για να την παντρέψει τόσο μικρή και μάλιστα με ένα χωριατόπαιδο κι ας είχε περιουσία ο πατέρας του! Η Μαρνέτα της, όταν ερχόταν η ώρα, θα έπαιρνε σπουδαγμένον όπως της ταίριαζε. Είχε εκείνη την έγνοια, θα παντρεύονταν και θα έμεναν μαζί της να τους αφήσει το σπίτι κι ό,τι άλλο είχε αλλά και να ΄χει κι εκείνη ένα αποκούμπι στα γεράματα της.
Έλα μου όμως που άλλα σκέφτονταν οι ερωτευμένοι! Περνούσε ο καιρός κι η θεία ανένδοτη ό,τι και όσα κι αν της είπαν. Έτσι μια μέρα, κλέφτηκαν τα παιδιά, πήγαν σπίτι του και παντρεύτηκαν με κουμπάρους και παπά. Με τον καιρό, μαλάκωσε κι η θεία Βασιλική κι όλα μέλι γάλα!
Η Μαρνέτα, όμως, άμαθη από χωριό κι από τις ελλείψεις του αφού ούτε ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχε πάει στο χωριό ακόμα. Στην κρεβατοκάμαρα της ο λαβαμάς με το ραμίνι και το γαδίνι! Πράγματα που ούτε είχε δει άλλη φορά η κοπέλα, ούτε και πού ήξερε σε τι χρησιμεύουν. Της εξήγησε ο Νικόλας τι και πώς, της σύστησε με τρυφερότητα να είναι λίγο προσεχτική, αλλά ένιωσε κάπως άβολα με όλα αυτά. Είχε συνηθίσει στη χώρα, να γυρίζει τη στρόφιγγα στη βρυσούλα που γέμιζε η θεία της, όπου είχε μια λεκάνη από κάτω για να πέφτουν τα νερά και να πλένεται μια χαρά. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να σκορπάει τα νερά της λεκάνης όταν γέμιζε και να γεμίζει τη βρυσούλα βγάζοντας νερό από τη στέρνα, ώστε να την βρίσκει έτοιμη η θεία της όταν γύριζε από τη δουλειά. Όλα αυτά τώρα με ραμίνια και γαδίνια της φαίνονταν λίγο πρωτόγονα και δύσκολα. Τι να κάνει όμως, έπρεπε να προσαρμοστεί στο «όχι όπως ήξερες νυφούλα μου αλλά όπως εύρηκες», όπως μεταξύ αστείου και σοβαρού της είπε μια μέρα η πεθερά της.
Έτρεμε η ψυχή της κάθε φορά που το έπιανε στα χέρια της και της είχε γίνει εφιάλτης το πρωινό νίψιμο. Ήταν πάντα εξαιρετικά προσεκτική. Αλλά, ως συνήθως, όσο πιο προσεκτικός και να είσαι καμιά φορά από κείνο που φοβάσαι, δεν γλιτώνεις!
Μια μέρα, πάει να σηκώσει το ραμίνι χωρίς να προσέξει ότι είναι γεμάτο μέχρι επάνω. Πολύ βαρύ για το λεπτοκαμωμένο κορίτσι, της πέφτει στο μωσαϊκό και γίνεται θρύψαλα! Ντροπιάστηκε και την έπιασαν τα κλάματα. Η πεθερά της η καημένη, μολονότι κι εκείνη στενοχωρήθηκε γιατί το είχε πάρει προίκα η ίδια κι ήταν κειμήλιο από τη Νόνα της τη μακαρίτισσα, έκρυψε όσο καλύτερα μπορούσε την δυσαρέσκεια της και προσπάθησε να την παρηγορήσει, με τα γνωστά «εσύ να είσαι καλά κ.λπ.» . Έμεινε μόνο του το γαδίνι πια χωρίς το σύντροφό του, το ραμίνι!
Και τότε η θεία Βασιλική θυμήθηκε πως η συχωρεμένη η Μάνα της είχε παλιά ραμίνι και γαδίνι, που μάλλον θα υπήρχαν ακόμη στο πατρικό της σπίτι στο χωριό που ήταν έρημο από χρόνια αφού ο μοναδικός αδελφός που είχε έφυγε χρόνια πριν για το Σίδνεϊ Αυστραλίας, όπου παντρεύτηκε μια κοπέλα από την Πάτρα κι είχαν ήδη δυο χαριτωμένα παιδάκια! Το κλειδί του σπιτιού το είχε, αλλά αφότου έφυγε ο αδελφός της δεν είχε πατήσει στο χωριό.
Σώα και αβλαβή ή το γαδίνι και το ραμίνι στο πατρικό! Τα πήρε, τα έπλυνε τα περιποιήθηκε έγιναν σαν καινούρια!
Όταν τα πήγε στην ανιψιά της, τρόμαξε το κορίτσι. Α πα πα πα πα, όχι άλλες λαχτάρες! Με τη σύμφωνη γνώμη της θείας της τα πρόσφερε στην πεθερά της να τα έχει εκείνη στην κάμαρα της, μια και από απροσεξία της έσπασε το δικό της!
Εδώ θα μπορούσα να τελειώσω με το… και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς εδώ καλύτερα! Μόνο που αυτή η ιστορία σαν όλες που γράφω εδώ, δεν είναι παραμύθι! Μου την διηγήθηκε ο γιος του αδελφού της θείας Βασιλικής, γύρω στην ηλικία μου, που την είχε ακούσει από τον πατέρα του, στο πρόσφατο ταξίδι μου στο Σίδνεϊ, όπου είχα τη χαρά, εκτός από τους παλιούς μου εκεί φίλους, να γνωρίσω κι άλλους, ανάμεσα τους, δυο Ζακυνθινοί καθώς και να ξανασμίξω με συμμαθητή μου από τα παλιά!
δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: