e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μ. Ζ. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Τα σκουτιά της Νικολίτσας

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Είχε μπει ο Δεκέμβρης κι η Ντίνα άρχιζε σιγά-σιγά τις προετοιμασίες για την Μεγάλη Μέρα! Πολλές οι γιορτές τον Δεκέμβρη, κάθε μέρα σχεδόν κι από μία μεγάλη γιορτή, πού να προλάβει να τα κάνει όλα ώστε να έχει τελειώσει τη λάτρα του σπιτιού ν΄ αστράφτει από πάστρα μέσα κι έξω. Να προλαβαίνει να πηγαίνει και  στην εκκλησία. Και τις παραμονές των Χριστουγέννων, να αρχίσει να ζυμώνει και να φτιάξει Χριστόψωμο, την πατροπαράδοτη  κουλούρα αλλά και γλυκά για ανήμερα που θα έρχονταν συγγενείς και φίλοι να πουν τα Χρόνια Πολλά  για τον άνδρα της το Χρήστο που γιόρταζε.
Και τούτη η Νικολίτσα, η πεθερά της, όλη μέρα μες στα πόδια της, μια τούτο μια το άλλο. Είχε αρχίσει να αγανακτεί με τη γρία. Βλέπεις, δεν της χρώσταγε και μεγάλες χάρες,  από την ημέρα που μπήκε νύφη στο σπίτι, 19χρονο κορίτσι, της έκαμε τη ζωή μαύρη και δυστυχισμένη. Δεν την άφηνε σε χλωρό κλαρί, όχι να απλώσει χέρι να πάρει κάτι να φάει,  ούτε νερό να πιει αν δεν το ζητούσε από την πεθερά, κανένα δικαίωμα εκεί μέσα, χειρότερα κι από ξένη. Ακόμα και στο δωμάτιο της δεν τολμούσε να πειράξει τίποτα. Όπως τα είχε η πεθερά έτσι έπρεπε να μείνουν όλα.  Όλο απαιτήσεις και παραξενιές, άσε που έριχνε και τις κουβεντούλες της στο γιο της κι είχε να αντιμετωπίσει και κείνον.
Οι μπηχτές πως τάχα δεν πήρε προίκα έδιναν κι έπαιρναν.
-Όλοι παντρεύονται κι αυγαταίνουν την περιουσία τους και κάνουν αγορές με την προίκα που παίρνουν κι ο δικός μου αναγκάζεται να πουλήσει περιουσία για να ζήσει τη γυναίκα του που την πήρε με «ό,τι εφόριε»!
Φυσικά, το ότι ο γιος της γνώριζε πως ήταν φτωχή κοπέλα η Ντίνα, αλλά από οικογένεια με ήθος και αρχές και πολύ όμορφη, ότι  την ερωτεύτηκε κι επέμενε να την πάρει, το είχε ξεχάσει η Νικολίτσα. Κι ούτε η Ντίνα ήταν κοπέλα με απαιτήσεις, ώστε να του ζητάει να πουλήσει περιουσία. Απεναντίας, εκείνη επέμενε να δουλέψει, ήταν πολύ καλή μοδίστρα και αν δουλεύει κι εκείνος την περιουσία που είχε θα μπορούσαν να ζήσουν αρκετά καλά.
Ο Χρήστος ούτε ν’ ακούσει πως θα δουλεύει η γυναίκα του και θα μπαινοβγαίνει στο σπίτι του η μία κι η άλλη. Μα ούτε και κείνος είχε πρόγραμμα να φάει τη ζωή του στα αμπέλια και τα λιοστάσια και στα χωράφια που ήθελαν πολλή δουλειά και χωρίς εγγύηση ότι θα βγαίνει ο κόπος, όχι βέβαια. Έτσι, κατάφερε τη μάνα του να πουλήσει ένα μικρό λιοστάσι στο χωριό  και να πάει να κάνει την τύχη του στην Αθήνα. Όχι, όχι ούτε εισπράκτορας στα λεωφορεία θα πήγαινε εκείνος ούτε θυρωρός σε πολυκατοικία όπως πήγαν άλλοι από το χωριό. Εκείνος, είχε φιλοδοξίες,  θα γινόταν έμπορος! Ανάθεμα και είχε ιδέα από εμπόριο, αλλά θα τα κατάφερνε, ήταν σίγουρος για αυτό! Μολονότι η Ντίνα δεν είχε καμία πείρα από ζωή, κάπου δεν της άρεσαν τα σχέδια του άνδρα της, άσε που δεν ήθελε να φύγει από το νησί, μακριά από τους δικούς της.
Μετά από το πρώτο λιοστάσι, πουλήθηκε κι ένα κομμάτι σταφίδα, γιατί δεν πήγε καλά το μπακάλικο που άνοιξε στην Αθήνα ο Χρήστος. Με τη σταφίδα άνοιξε μανάβικο, όμως κι εκεί έπεσε έξω, ακολούθησαν κάτι μικροχώραφα όταν άνοιξε ψιλικατζίδικο,  πάνε κι αυτά.
Η Νικολίτσα δεν πήγε μαζί τους στην Αθήνα, είχε μείνει πίσω στο χωριό. Πού να πήγαινε, άλλωστε, σ΄ ένα μικρό δωμάτιο σε μία αυλή έμενε το ανδρόγυνο.
Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο Χρήστος ξεκίνησε για την Αθήνα να κατακτήσει τον κόσμο. Το μόνο που κατάφερε ήταν να φαγωθεί η περιουσία που πούλησε, να φυτοζωούν με την Ντίνα και να γεράσουν πριν την ώρα τους μες στη μιζέρια. Από τις κακουχίες και την κούραση η Ντίνα που σκοτωνόταν στη δουλειά στα μαγαζιά για να μην πληρώνουν εργάτες κι υπάλληλους, απέβαλε και τις δυο φορές που έμεινε έγκυος, έτσι δεν απέκτησαν παιδιά. Αλλά και την ευθύνη και την έγνοια για το μαγαζί και για όλα, εκείνη την είχε, αν περίμενε από το Χρήστο, τίποτα δεν θα γινόταν.
Η Νικολίτσα ασφαλώς, το σφάλμα που δεν αξιώθηκε να κάνει παιδί, το έριξε εξ ολοκλήρου στη νύφη της και μόνο. Τι παναπεί δούλευε στο μαγαζί! Σιγά την κούραση, δεν έσκαβε κιόλας. Εμ, καλά την κατάλαβε από την αρχή εκείνη πως ήταν άχρηστη.
Κάποτε η Νικολίτσα συνειδητοποίησε ότι ο Χρήστος δεν ήταν ικανός για προκοπή κι αυτή δεν ήταν διατεθειμένη να υπογράψει να πουληθεί άλλη περιουσία, έτσι του έστειλε τελεσίγραφο: «Τα χαΐρια σας τα είδαμε, αν δεν είστε άξιοι να ζήσετε εκεί που είστε, μαζεύτε τα κι ελάτε στο χωριό, να δουλέψετε ό,τι έμεινε να ζήσουμε όλοι. Γέρασα πια και θέλω βοήθεια».
Τι είχε τι δεν είχε ο Χρήστος, λίγο μετά πήρε την Ντίνα και ξαναγύρισαν στο χωριό. Η Ντίνα που γύρισε στο χωριό, όμως, δεν είχε πολλά κοινά με το άβγαλτο κορίτσι που ήταν όταν έφυγε που την έκανε ό,τι ήθελε η πεθερά. Ήταν πια μια ώριμη γυναίκα, σίγουρη για τον εαυτό της, ψημένη στη ζωή και καμία διάθεση δεν είχε να της κάνει κουμάντο η Νικολίτσα και να την έχει του κλότσου και του μπάτσου όπως παλιά.
Έτσι από τις πρώτες κιόλας μέρες άρχισε να κάνει μεγάλες αλλαγές.  Είχε κάτι λίγες οικονομίες (κρυφά από το Χρήστο αλλιώς θα είχαν φύγει κι αυτές),  που τις διέθεσε για να αγοράσει έπιπλα για το σπίτι, να το νοικοκυρέψει. Πέταξε τις παλιατζούρες που είχε η Νικολίτσα, κάτι αρχαία κάδρα με φωτογραφίες στους τοίχους που ούτε η ίδια  θυμόταν ποιοι ήταν, το συμμάζεψε και γενικά πήρε το πάνω χέρι παραμερίζοντας τελείως τη Νικολίτσα χωρίς να την λαμβάνει καθόλου υπόψη ή να την υπολογίζει. Αναπόφευκτα, άρχισαν οι προστριβές.
Εκεί που την πόνεσε πολύ τη Νικολίτσα ήταν που η Ντίνα, χωρίς καν να της πει τίποτα, έκανε κατάληψη στο δωμάτιό της και μετέφερε το κρεβάτι και τα σκουτιά της, όπως τα ΄λεγε η γρία, σ' ένα μικρό δωματιάκι που το είχε για αποθήκη. Μονομέριασε τα δυο βαρελάκια,  με το λάδι και το κρασί η Ντίνα, ώστε να χωρέσει το κρεβάτι κι έσπρωξε από κάτω τη σταφίδα, τις πατάτες, κρεμμύδια κ.λπ. έβαλε και το μπαούλο της εκεί μέσα κι επάνω έκανε γιούκο με τις κουβέρτες και το πάπλωμα. Κουβάλησε και τα εικονίσματα σε μια γωνιά του τοίχου και το καντήλι γιατί δεν τα ΄θελε αυτή στο δωμάτιο της, ξεπερασμένα πράγματα πια αυτά, και της λέει:
-Μια χαρά είσαι εδώ, δεν χρειάζεσαι μεγαλεία!
Έκλαψε πικρά η Νικολίτσα. Πήγε στο νεκροταφείο την άλλη μέρα και τα ΄πε και του άνδρα της. «Εσύ καλά τα κατάφερες κι έφυγες νέος και μ΄ άφησες ολομόναχη να μεγαλώσω τον κανακάρη μας, ιδές την κατάντια μου τώρα».
Ο Χρήστος που δεν υπήρξε ποτέ υπεύθυνος κι αποφασιστικός, άκουγε τα παράπονα της Μάνας του, έχεις δίκιο, της έλεγε. Άκουγε τα παράπονα της γυναίκας του, ιδιαίτερα για το ότι κατουριόταν η Νικολίτσα και βρομούσε, έχεις δίκιο της έλεγε. Κι εκείνος κατέβαινε στο μαγαζί του χωριού, έσμιγε με τους χωριανούς, τα πίνανε να πάνε κάτω τα βάσανα κι η ζωή συνεχιζόταν.
Ήταν Νικολοβάρβαρα και, γυρίζοντας από την εκκλησία η Νικολίτσα, μπαίνοντας στο δωματιάκι της, έσυρε φωνή μεγάλη που ακούστηκε σχεδόν σε όλο το μικρό χωριό:
- Τα σκουτιά μου, τα σκουτιά μου… μου τα πέταξε η σκύλα η νύφη. Κακό που μ' έβρηκε και τι να κάμω η έρμη, πού να κοιτάξω και πούθε να γείρω; Ωχ και πώς ν’ αντέξω Αγιά Βαρβάρα μου, Άγιε Νικόλα βοηθήστε με θα  μ’  εύρει κόρπο.
Κλείνει πόρτες και παράθυρα η Ντίνα, να μην ακούνε τις φωνές της γρίας, και,
- Άκου δω, δεν μπορείς να μείνεις άλλο στο δωμάτιο, βρωμάει κατρουλίλας όλο το σπίτι.  Το δωμάτιο θα το κάμω μοδιστράδικο, θα βάλω μέσα τη μηχανή μου κι ένα τραπέζι να κόβω. Ο γιος σου όπως βλέπεις άχρηστος κι ακαμάτης. Αν δεν δουλέψω εγώ, θα πεθάνουμε από την πείνα. Δεν γίνεται να έρχονται πελάτισσες εδώ και να ζέχνει ο τόπος από τα κατρουλιά σου. Αντί να μουτσοκλαίς και να φωνάζεις ν’ ακούει ο κόσμος, δώσε ένα χέρι να βγάλουμε και το κρεβάτι και τα υπόλοιπα από τα περιβόητα… σκουτιά σου. Δίπλα που βάνουμε το άλογο, έχει πάρα πολύ χώρο κι έχει ζέστα ωραία από την καλαμία κι από τα χνώτα του αλόγου. Θα το έχεις και παρέα. Μία χαρά θα 'σαι εκεί. Και δεν είναι ανάγκη να δίνεις αναφορά στον καθέναν τι κάνουμε στο σπίτι μας. Ας ήτανε άξιος ο γιος σου να μην εφτάναμε μέχρι εδώ.
Κ’ η Νικολίτσα με τα σκουτιά της και το τρίποδο για κρεβάτι, με το καλαμένιο στρώμα και το μάλλινο από πάνω, στριμώχτηκε στον στάβλο μαζί με τ' άλογο. Στο άλογο μιλούσε για την κατάντια της κάθε νύχτα που κλεινόταν εκεί μέσα…
Κι εκείνο, λες και την καταλάβαινε… Πήγαινε κοντά της, άπλωνε τα μαραμένα χέρια της και το χάιδευε κι εκείνο την έγλειφε και την ζέσταινε με τα χνώτα του τις κρύες νύχτες του χειμώνα που έξω λυσσομανούσε ο άνεμος.
Δεν άντεξε για πολύ η Νικολίτσα. Πριν βγει καλά ο χειμώνας, μια άγρια  νύχτα με δυνατή βροχή κι αέρα, φαίνεται ήρθε η ώρα της. Το άλογο, της βρέθηκε στις δύσκολες στιγμές, πήγε κοντά της να το χαϊδέψει ως συνήθως, αλλά τα μαραγκιασμένα χέρια της Νικολίτσας, κρέμονταν ξυλιασμένα κι άψυχα πια. Χλιμίντρισε, ξαναχλιμίντρισε το άλογο μες στην άγρια νύχτα, μα από το χαλασμό που γινόταν, το αντρόγυνο δεν πήρε χαμπάρι.
Κόντευε μεσημέρι όταν ο Χρήστος παραξενεύτηκε από τη σιωπή που επικρατούσε και πήγε ν' ανοίξει την πόρτα στο στάβλο. Παραξενεύτηκε, γιατί όσο κι αν έσπρωχνε, η πόρτα δεν άνοιγε. Φώναξε την Ντίνα, τίποτα. Πήγε από πίσω κι άνοιξε σπρώχνοντας με δύναμη την παρεθύρα. Έμεινε άφωνος μπαίνοντας μέσα. Βρήκε τη μάνα του ξυλιασμένη και το άλογο να έχει πέσει δίπλα της λες και προσπαθούσε να την ζεστάνει… Να μην νιώθει μόνη κι έρημη εκείνη την ώρα που η ψυχή φτερούγισε αφήνοντας το κουφάρι της στο στάβλο.
δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: