e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Πρεμιέρα σήμερα, ώρα 6 το βράδυ!!! ΜΕΙΝΕΤΕ ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2020

Φιλία ζωής

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Τα σπίτια τους δίπλα-δίπλα. Στην ίδια αυλή, σχεδόν ταυτόχρονα πήραν τα πρώτα βήματα, αφού γεννήθηκαν με λίγες εβδομάδες διαφορά. Η Φιορούλα είχε ίσια καστανά προς το ξανθό μαλλιά και ωραία πράσινα μάτια! Της Μαρούλας τα μαλλιά, μαύρα και πολύ σγουρά, παρόμοιο χρώμα και τα μάτια της. Μαζί έπαιζαν, μαζί έπεφταν κι η μια παρηγορούσε την άλλη όταν έκλαιγε.

Μα και οι γονείς τους αγαπημένοι! Πρωτοξάδελφα οι πατεράδες. Η μάνα της Φιορούλας από το διπλανό χωριό και της Μαρούλας από τα ριζοχώρια. Αλλά ταίριασαν από την αρχή και ζούσαν πολύ αρμονικά. Τα σπίτια και των δυονών ευρύχωρα με πολύ μεγάλο περιβόλι, όπου υπήρχαν πολλά καρποφόρα δέντρα και με κήπο που χειμώνα καλοκαίρι έσπερναν κι φύτευαν εποχιακά λαχανικά. Με τις κοτούλες τους, τις κατσίκες τους και τα κουνέλια τους! Καλονοικοκυραίοι με τα όλα τους! Λίγο πιο έξω από το χωριό είχαν ελιές, αμπέλια και χωράφια που έσπερναν σιτάρι και άλλα.

Η ζωή κυλούσε μονότονα, αλλά αρμονικά για τις δύο οικογένειες. Μεγάλωσαν οι μικρές, πήγαν σχολείο,  στην ίδια τάξη στο ίδιο θρανίο. Αχώριστες πάντα. Έτσι μεγάλωσαν. Δεν ήταν πολύ «των γραμμάτων», έτσι μετά το Δημοτικό η Φιορούλα πήγε μαθητευόμενη στην κυρία Τούλα, μια καλή μοδίστρα στο χωριό. Η Μαρούλα, μαθήτευε στην κυρία Πηγή κέντημα και «κοπανέλια».

Δύσκολη και λεπτή τέχνη τα κοπανέλια. Μια μικρή περιγραφή: Πάνω σε μεγάλο τετράγωνο, συνήθως, αλλά όχι πάντα,  μαξιλάρι, έμπηγαν πολλές καρφίτσες σε…στρατηγικές θέσεις  όπου έπιαναν από αρκετές καρφίτσες, ανάλογα με το σχέδιο που θα έφτιαχναν, το πολύ λεπτό νήμα που κατέληγε σε γυαλισμένα ξυλάκια για να δουλεύονται εύκολα και με πολύ μεγάλη μαεστρία και τέχνη έπλεκαν αυτό που ήθελαν. Συνήθως, φαρδιές ή στενές  δαντέλες, για τραπεζομάντηλα καλά, για γιακάδες ή για μαντήλια της κεφαλής ή κασκόλ και άλλα. 

Τους πήρε χρόνια για να τελειοποιήσουν την τέχνη της Μοδίστρας η Φιορούλα και της Κεντήστρας η Μαρούλα. Εξαιρετικά δύσκολη και λεπτή η τέχνη της Κεντήστρας, όχι μόνο στις διάφορες βελονιές για ασπρόρουχα, προίκες συνήθως αλλά και το μετρητό κέντημα! Αν πεις δε για τα κοπανέλια, αυτό πια φοβερά λεπτό και δύσκολο «κέντημα», (μολονότι πλεκόταν) κι ήταν ελάχιστες που κατείχαν την υψηλή αυτή τέχνη όχι μόνο στα χωριά αλλά σε ολόκληρο το Νησί. Επί πλέον, την συμπαθούσαν πολύ όλοι όσοι την γνώριζαν την Μαρούλα. Ήταν σεμνό κορίτσι, πολύ υπεύθυνη στη δουλειά της με τον καλό το λόγο για όλους και με το γλυκό χαμόγελο πάντα  στο ωραίο της πρόσωπο.

Η φιλενάδα της η Φιορούλα, μεγάλη κοπέλα και αυτή ήταν πολύ όμορφη κοπέλα, με τα κυματιστά καστανόξανθα μαλλιά που έφταναν μέχρι τη μέση της και τα ωραία της πράσινα μάτια, που λες κι έκρυβαν μια αδιόρατη μελαγχολία, αλλά το χαμόγελό της ήταν μόνο για λίγους! Είχε μάθει άριστα  την τέχνη της μοδίστρας, αλλά κάπως δύσκολο να δουλέψει στο χωριό ή στα γύρω χωριά, γιατί εκεί επικρατούσε η μεγαλομοδίστρα που μαθήτευσε κοντά της.  Όλες σχεδόν οι γυναίκες πήγαιναν σε κείνη, λίγο δύσκολο να εμπιστευτούν ένα κοριτσόπουλο που μόλις βγήκε από το αυγό του. 

Σκέφτηκαν οι κοπέλες και τις στήριξαν και οι δικοί τους, να πάνε να ανοίξουν εργαστήριο μαζί στη Χώρα, φροντίζοντας να βρουν μαγαζί όχι κοντά σε άλλη μοδίστρα. Έτσι κι έγινε! Λίγους μήνες μετά, η μεγάλη ταμπέλα:
"Ατελιέ  Μοδιστρικής - Κεντήματος
 Φιορούλα -Μαρούλα" 
κοσμούσε περήφανα τον τοίχο του Εργαστηρίου των κοριτσιών, στην πλατεία του Αγίου Λουκά, στη Χώρα. Το μαγαζί είχε μεγάλη βιτρίνα μπροστά που εκθέτανε δείγματα της δουλειάς τους. Εξοπλισμένο με όλα τα απαραίτητα, μηχανές, τραπέζια, κούκλα ολόσωμη  για τις πρόβες, καρέκλες άνετες για τις πελάτισσες  και στο πίσω μέρος ένα μικρό Δοκιμαστήριο με ολόσωμο καθρέφτη. Οι δουλειές πήγαιναν πάρα πολύ καλά το ίδιο κι η αγάπη και συνεργασία των κοριτσιών. 

Είχαν φτάσει πια σε ηλικία γάμου, κόντευαν είκοσι χρονών! Οι περισσότερες φιλενάδες τους ήταν ήδη αρραβωνιασμένες ή παντρεμένες. Μα δεν βιάζονταν για παντρειά, μια χαρά ήταν έτσι. Άσε που υπήρχαν και μικροφλερτάκια με νεαρούς που περνοδιάβαιναν απέξω για να τις κοιτάνε. Κρυφογελούσαν οι κοπελιές, έριχναν καμιά κλεφτή ματιά, αλλά ώς εκεί. Δεν ξανοίγονταν και δεν είχαν δώσει ποτέ λαβή για σχόλια!

Έτσι όμορφα κυλούσε η ζωή τους, μέχρι το γάμο της Εριέττας, της μοναχοκόρης του πλούσιου μεγαλοκτηματία της περιοχής! Η μητέρα της, κατ' απαίτηση της κόρης της, ανέθεσε στην Φιορούλα, να ράψει το νυφικό και την εσάρπα που θα έριχνε στους ώμους η νύφη γιατί ο γάμος θα γινόταν μεσοχείμωνο. Επέλεξαν τα υφάσματα και στην Μαρούλα ανέθεσαν τις δαντέλες, με κοπανέλια,  που θα κοσμούσαν την εσάρπα από την μια άκρη μέχρι την άλλη, αλλά και αυτήν που θα στόλιζε το ελαφρύ ντεκολτέ του νυφικού, καθώς και τα μανίκια του νυφικού στο κάτω μέρος.

Αγόρασαν το μεταξωτό ύφασμα τόσο για το νυφικό, όσο και για την εσάρπα από το πολύ γνωστό Υφασματοπωλείο των Αδελφών Χριστόφορου στη Χώρα και η Μαρούλα παρήγγειλε στην Αθήνα το ειδικό νήμα, με το οποίο θα «έπλεκε» τις δαντέλες για την εσάρπα, το λαιμό και τα μανίκια  με το σχέδιο που διάλεξαν η  Μητέρα και η υποψήφια νύφη! Χρειάστηκαν κάμποσες πρόβες, ιδιαίτερα για το νυφικό! Η Εριέττα πήγαινε με την Μητέρα της και όταν ήταν απασχολημένος ο πατέρας της, τις συνόδευε ο Πιέρος, ο αρραβωνιαστικός. 

Δεν θα την έλεγες  όμορφη την Εριέττα, αλλά είχε ένα ακατανίκητο προσόν, που τα κάλυπτε όλα, είχε πολύ μεγάλη προίκα! Είχε και την υπεροψία της πλούσιας και περιζήτητης νύφης υπεροψία που την διέκρινες εύκολα στην συμπεριφορά της, κάτι, που δεν την καθιστούσε ιδιαίτερα δημοφιλή. Ο Πιέρος πάλι, όμορφος και περήφανος νέος, αλλά υπέκυψε στη θέληση του πατέρα του και δέχτηκε το συνοικέσιο, γιατί τα οικονομικά της φαμελιάς ήταν σε άσχημη κατάσταση μετά τους γάμους των τριών αδελφών που είχε και που κάθε μια πήρε κάπως αξιόλογη προίκα ώστε να καλοπαντρευτούν όλες. Έτσι, όταν οι γονείς της Εριέττας έστειλαν προξενιό (ναι, συνηθίζονταν τότε αυτό από μερικές πλούσιες οικογένειες), έφερε πολλές αντιρρήσεις ο Πιέρος, αλλά τελικά υπέκυψε βλέποντας κι εκείνος πως ήταν ίσως η μόνη λύση αυτός ο γάμος.

Όμως, όσο και να προγραμματίζει ο άνθρωπος, άλλα γράφει η ειμαρμένη! Ήταν γραφτό να συναντηθεί ο Πιέρος με τις κοπέλες; Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά; Γεγονός πάντως πως  η Φιορούλα και η Μαρούλα τον ψιλοερωτεύτηκαν από την πρώτη στιγμή, εντυπωσιασμένες από την ομορφιά, την λεβεντιά και τους τρόπους του! Φυσικά, τσιμουδιά η μια στην άλλη, ακόμα κι όταν η μία πείραζε την άλλην πως φαίνεται τσιμπημένη με τον γαμπρό, το αρνιόταν κατηγορηματικά, στηριζόμενες κι οι δυο πως αυτός είναι αρραβωνιασμένος, παντρεύεται σε λίγες εβδομάδες και παίρνει τη νύφη την πολύφερνη. Κρυφαναστέναζε όμως κι η μια και η άλλη προσπαθώντας να κρύβουν τον καημό τους! Για πρώτη φορά στη ζωή τους οι κοπέλες ένιωθαν την ανάγκη να κρύβονται η μια από την άλλη.

Ο Πιέρος πάλι έβρισκε ευκαιρίες να συνοδεύει πεθερά και αρραβωνιαστικιά σε όλες τις πρόβες και, διακριτικά,  δεν ξεκόλλαγε το βλέμμα του από την Φιορούλα! Δεν αντάλλαξαν ποτέ άλλο από τυπικές  χαιρετούρες. Τα φλύαρα κι εκφραστικά μάτια, όμως, έλεγαν πολλά. Η Φιορούλα σταμάτησε να πειράζει την Μαρούλα για τον Πιέρο, γιατί ένιωθε κάπως ένοχη απέναντί της, χωρίς και η ίδια να μπορεί να εξηγήσει στον εαυτό της το γιατί.

Το νυφικό αλλά και οι δαντέλες, είχαν σχεδόν τελειώσει και δεν απόμενε παρά μία, η τελευταία, μόνο πρόβα. Την παραπάνω Κυριακή γινόταν ο γάμος στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας, ενορία στην οποία ανήκε η Εριέττα αφού έμεναν εκεί κοντά. Ο γάμος δεν θα ήταν όπως τον προγραμμάτιζαν η Εριέττα κι οι γονείς της, μεγαλοπρεπής και λαμπρός, γιατί πέθανε ξαφνικά η Νόνα της, από τον πατέρα της. Δεν γινόταν να τον αναβάλουν, αλλά θα ήταν κάπως χαμηλών τόνων. Όσο ζύγωναν οι μέρες, όμως, τόσο και πιο ανήσυχος γινόταν ο Πιέρος και δεν τον χωρούσε ο τόπος. Η Μάνα του, αχ αυτή η αιώνια Μάνα που δεν της ξεφεύγει τίποτα όταν πρόκειται για τα παιδιά της, παρατήρησε την ανησυχία σχεδόν αγωνία του παιδιού της. Προσπάθησε να του μιλήσει, άδικος κόπος, κουβέντα δεν του  έπαιρνες. Λίγες μέρες πριν τον γάμο, ξύπνησε μες στην αγωνία ο Πιέρος, αποφασισμένος να κάνει κάτι. Πνιγόταν, ήταν έντιμος νέος και βρέθηκε ξαφνικά σε φοβερό δίλημμα.

Έφτιαξε η Μάνα το συνηθισμένο πρωινό, λαδωμένο ψωμί καψαλισμένο στη φωτιά  τυρί κι ελιές και ζεστή-ζεστή αλιφασκιά. Αγνόησε το ψωμί ο Πιέρος, ήπιε δυο γουλιές αλιφασκιά, και-

-Πατέρα, Μάνα αυτός ο γάμος δεν μπορεί να γίνει. 

Έπεσε σχεδόν  η φλυτζάνα από χέρι και των δυο.

-Τι λες Πιέρο μου, τι κουβέντες είναι ευτούνες παιδάκι μου παραμονές του γάμου; Τι σ' έπιασε  παιδί μου; Μήπως έμαθες τίποτα άσχημο για την κοπέλα; Αν είναι έτσι, πες μου το και εγώ θα τον χαλάσω το γάμο, είπε ο πατέρας. 

-Όχι, όχι πατέρα, άλλο συμβαίνει. Να, πώς να σας το πω, το σκέφτηκα πολύ καλά και κατάλαβα ότι κακώς είπα το ναι από την αρχή, αλλά έχω καιρό ακόμα ούτε εγώ να ζήσω μες στη δυστυχία σώγαμπρος ούτε την κοπέλα να πάρω στο λαιμό μου γιατί όσο και να προσπάθησα, δεν μπορώ να την συμπαθήσω. Δεν μου πάει, δεν ταιριάζουν τα χνώτα μας, πώς να το εξηγήσω;

Τον Πιέρο τον ήξεραν για σοβαρό και τίμιο παιδί κι όταν πέρασε η αρχική λαχτάρα από αυτό που άκουσαν, αποφάσισαν να σκεφτούν πώς να χειριστούν την υπόθεση και τι να πουν, γιατί ήταν μεγάλη προσβολή για την Εριέττα και την οικογένεια της κάτι τέτοιο και ποιος ξέρει πώς θα αντιδράσουν. Άλλα χρόνια εκείνα, μπορεί να έφταναν και σε φονικό.

Με βαριά καρδιά και μουδιασμένοι, αλλά το κεφάλι ψηλά, πατέρας και γιος πήραν το δρόμο για την Αγία Τριάδα. Παραξενεύτηκαν οι συμπέθεροι με την πρωινή βίζιτα. Βγήκε και η Εριέττα να δει τι τρέχει. Ζήτησε το λόγο ο Πιέρος, αλλά πριν αρχίσει, ο πατέρας της Εριέττα της ζήτησε να τους αφήσει μόνους, εκείνη όμως αρνήθηκε λέγοντας σταθερά πως ό,τι και να συζητήσουν αφορά πρώτα στην ίδια και μετά τους άλλους. Με σοβαρή και σταθερή φωνή ο Πιέρος και χωρίς περιστροφές, τους είπε ότι αυτός ο γάμος δεν μπορεί, δεν πρέπει να γίνει γιατί δεν ταιριάζουν σε τίποτα με την Εριέτα και θα ήταν άδικο και για τους δυο. Άφωνοι, προς στιγμήν οι γονείς, γύρισαν και κοίταξαν τρομαγμένοι την κόρη τους φοβούμενοι την αντίδρασή της. Με έκπληξη όλων διαπιστώνουν πως όχι μόνο παραμένει πολύ ήρεμη αλλά ένα αχνοχαμόγελο διαγράφεται στα χείλη της και βγάζει αναστεναγμό ανακούφισης! Αγκαλιάζει την Μητέρα της και-

-Δόξα τω Θεώ, σ' ευχαριστώ Πιέρο, γιατί εγώ ποτέ δεν θα  έβρισκα το κουράγιο να μιλήσω.

 -Έχεις δίκιο, αταίριαστος αυτός ο γάμος και δεν πρέπει να γίνει! Θα ήμαστε κι οι δυο δυστυχισμένοι.

Αφήνοντας για αργότερα τις εξηγήσεις που όφειλε στους γονείς της η Εριέττα και για να λήξει αυτή η απρόσμενη βίζιτα που έφερε αναστάτωση σε όλους, συμφώνησαν να ανακοινώσουν σήμερα κιόλας ότι  εχάλασε ο γάμος με κοινή απόφαση όλων.

Ο Πιέρος κι ο Πατέρας του αλλά και η Μάνα του, μόλις πήγαν σπίτι, δεν πίστευαν στα μάτια τους ότι τόσο εύκολα λύθηκε το συμπεθεριό! Ανάλαφρος σαν πουλί ένιωθε ο Πιέρος, αλλά κι οι γονείς του ήρεμοι και ανακουφισμένοι! 

-Έχει ο Θεός, Πιέρο μου, δεν θα χαθούμε. Συμφώνησαν μαζί του ότι ναι, καλύτερα να φύγει για την Αθήνα μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα και να καταλαγιάσουν τα σχόλια και τα κουτσομπολιά της στενής κοινωνίας της Χώρας.

Την επόμενη βδομάδα, κιόλας, με την ευχή των γονιών του, ο Πιέρος αναχωρούσε για την Αθήνα. Την προηγούμενη, πέρασε από το Ατελιέ των κοριτσιών. Για καλή του τύχη η Μαρούλα ήταν άρρωστη, έτσι η Φιορούλα ήταν μόνη. Άρχισε να τρέμει από ταραχή το καλό κορίτσι μόλις τον είδε, γιατί εν τω μεταξύ είχε μαθευτεί πως χάλασε ο γάμος.  Δεν είπαν πολλά.

-Να με περιμένεις Φιορούλα. Θα γυρίσω να σε πάρω κοντά μου, όταν τακτοποιηθώ.

- Ναι Πιέρο, θα σε περιμένω, απάντησε δειλά το κορίτσι. Της πέρασε το δαχτυλίδι που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα, την έσφιξε τρυφερά στην αγκαλιά του, άνοιξε την πόρτα και βγήκε.

Πέρασε ένα εξάμηνο περίπου και μαθεύτηκε πως την Κυριακή σε στενό οικογενειακό κύκλο η Εριέττα παντρεύεται με τον Ρίκο τον χήρο. Αυτόν αγαπούσε η Εριέττα, αλλά πώς να το πει στους γονείς της πως θέλει τον χήρο με τριών χρονών παιδί,  (η Μάνα του πέθανε στη γέννα).

Είχαν περάσει τρία χρόνια από το γάμο της Εριέττας και του Ρίκου. Είχαν αποκτήσει  δίδυμα κοριτσάκια, πανέμορφα, όπου μαζί με τον Νικολάκη, που ήταν έξη χρονών παλικαράκι, ζούσαν πολύ ευτυχισμένοι! Οι γονείς της, χαίρονταν τις εγγονούλες, αλλά και τον Νικολάκη που τους φώναζε "Νόνο" και "Νόνα".

Παντρεύτηκε κι η Μαρούλα, πήρε ένα καλό παιδί από το χωριό τους και δεν πήγαινε πια στο Ατελιέ, όπου η Φιορούλα συνέχισε να εργάζεται και ταυτόχρονα να παίρνει παραγγελίες για την Μαρούλα, η οποία περνούσε μια φορά την εβδομάδα από εκεί και παρέδιδε τα κεντημένα.

Η Φιορούλα, πιστή στην υπόσχεση που έδωσε στον Πιέρο, δεν παντρεύτηκε, του είχε εμπιστοσύνη ότι θα γυρίσει, δεν θα την προδώσει, ούτε  θα αθετήσει το λόγο του. Ο Πιέρος, όμως, δεν γύρισε ποτέ πίσω να τηρήσει την υπόσχεση που έδωσε και ζήτησε από την Φιορούλα, να τον περιμένει. Στη γωνία καραδοκούσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος... Επιστρατεύτηκε από τους πρώτους κι ο Πιέρος, μαζί με πολλούς άλλους νέους, άφησε τα κόκαλά του κάπου στα βουνά της Αλβανίας. Οι γονείς του αγκάλιασαν την Φιορούλα κι έλεγαν πως τώρα πια έχουν τέσσερις κόρες. Λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί από τη Ζάκυνθο, σκοτώθηκε κι ο Νιόνιος, ο άνδρας της Μαρούλας, πάτησε μια νάρκη, αφήνοντάς της δυο μικρά παιδιά.

Και τα χρόνια πέρασαν, το έχουν αυτό το ελάττωμα... Άφησαν τα επίγεια ένας-ένας: οι γονείς της Μαρούλας πρώτα κ' ύστερα της Φιορούλας. Τα παιδιά της Μαρούλας μεγάλωσαν κι είχαν δικά τους μεγάλα παιδιά.

Οι πάλαι ποτέ νέες κοπέλες, σε προχωρημένη ηλικία, μένουν πάλι δίπλα-δίπλα, όπως στα παιδικά τους χρόνια. Γερόντισσες πια, με τα αρθριτικά και τις άλλες παθήσεις τους και τις παραξενιές τους. Τρώγονταν σχεδόν όλη μέρα με το παραμικρό. Το παλιό αγκάθι της ζήλιας για τον Πιέρο, όλο και τσίμπαγε από καιρού σε καιρό την γεροντική μα όχι γερασμένη καρδιά της Μαρούλας, και γινόταν αιτία για συνεχή γκρίνια και φαγωμάρα με την Φιορούλα. Ώρες-ώρες η Φιορούλα, πάλι, την κατηγορούσε ότι οπωσδήποτε θα τους καταράστηκε από τη ζήλια της, γιατί ποτέ δεν χώνεψε πως ο Πιέρος διάλεξε εκείνην και όχι την Μαρούλα και γι' αυτό σκοτώθηκε ο αγαπημένος  της. Όλη η γειτονιά άκουγε τους μικροκαβγάδες τους και τις φωνές τους όλη μέρα και διασκέδασε, γιατί ναι μεν τρώγονταν όλη μέρα αλλά έτρεμε η μια για την άλλη! Πότε η κότα της μιας κουτσούλισε στην αυλή της άλλης, ξενογέννησε κι η άλλη κράτησε το αυγό. Άλλοτε πάλι σάρωσε την αυλή της κι έσπρωξε τα σαρίδια στην αυλή της άλλης κι άλλα τέτοια κάθε μέρα. 

Μα σαν έρχονταν χρονιάρα Μέρα, όπως Χριστούγεννα ή Λαμπρή, όλα ξεχνιόνταν, μόνιαζαν οι δυο γερόντισσες που τις έδενε μια τόσο βαθιά και πολύχρονη φιλία, αγκαλιάζονταν, ζητούσε κι έδινε συχώριο η μια στην άλλη κι ορκίζονταν ποτέ ξανά να μην φαγωθούν, και πήγαιναν μαζί κούτσα-κούτσα στην εκκλησία να μεταλάβουν. Περνούσαν όμορφα την Μεγάλη Μέρα, έτρωγαν μαζί το μεσημέρι, τσούγκριζαν και τα ποτήρια με το κρασάκι τους σαν τον παλιό καλό καιρό και  μαζί υποδέχονταν όλο χαρά και αγάπη το απόγευμα για τα Χρόνια Πολλά  τα παιδιά και τα εγγόνια της Μαρούλας, που και τη Φιορούλα “Νόνα” την έλεγαν από σεβασμό και γιατί την γνώριζαν αφ' ότου γεννήθηκαν, τα ντάντεψε, τα φρόντιζε μια ζωή και τα έβλεπε σαν δικά της εγγόνια.  

Μα σαν έφευγε η Μέρα η γιορτινή και ξημέρωνε η επόμενη, έστηναν πάλι τον καβγά, από τα χαράματα μέχρι την άλλη Γιορτή.

δ.μ.
[Εικαστικό σχόλιο στο διήγημα: ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΡΑΛΗ (1916-2009), Δυο φίλες, έργο 1946. Λαδοτέμπερα, δωρεά του ίδιου στην Εθνική Πινακοθήκη Αθηνών]

Δεν υπάρχουν σχόλια: