e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Το ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ έχει γενέθλια: 15 χρόνια καθημερινότητας

Το ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ έχει γενέθλια: 15 χρόνια καθημερινότητας
Κάντε κλικ στην ανωτέρω αφίσα για να δείτε όλες τις επετειακές δημοσιεύσεις για τα 15χρονα του ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

Οι σαγιονάρες και το ψαλίδι


Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

-Γκιοβανούλα μου, έλα μέσα καμάρι μου, γιατί έχουμε βίζιτες, φώναξε η Νόνα.

-Και τι να κάμω εγώ με τσi βίζιτες, Νόνα; Άσε μας που παίζουμε γκιούστρο με τσι κοπέλες.

-Μα, η βίζιτα είναι για σένα ψυχή μου, συνέχισε η Νόνα! Σουλουπώσου λίγο, μάζεψε τα μαλλάκια σου, τίναξε τσι μπουχούς από τη βέστα σου και έλα στη σάλα.

Απόρησε η μικρή, βίζιτα για μένα, αναρωτήθηκε. Μα, η Νόνα δε θα επέμενε ούτε ψέματα λέει, για κείνη θα είναι η βίζιτα. Έκανε αυτά που της είπε η Νόνα, και με την περιέργεια του παιδιού, μόλις είχε κλείσει τα 15, μπήκε δειλά στη σάλα. Μαζί με τον πατέρα της ήταν και ένας άλλος κύριος,  μεγάλος, ας ήταν λίγο μικρότερος από τον πατέρα της. Μπήκε και η μάνα με ένα δίσκο με γλυκό κυδώνι και φρέσκο νερό. Ο πατέρας, της είπε να φωνάξει και τη Νόνα και να καθίσουν μαζί όλοι. 

-Έχουμε καλά μαντάτα, άρχισε ο πατέρας.

-Γκιοβανούλα μου, είσαι πολύ τυχερή, ο κύριος Ρίκος, ήρθε να σε ζητήσει σε γάμο.

Απόρησε το μικρό κορίτσι!

-Εμένα να ζητήσει σε γάμο; Μα, εγώ είμαι μια σταλιά παιδί, τι να με κάνει;

Ήπιος άνθρωπος ο πατέρας και καλοσυνάτος.

-Έκλεισες τα 15, κοτζάμ κοπέλα είσαι! Και ο Ρίκος δεν έχει καμία απαίτηση, εσένα μόνο θέλει. Όχι προίκα δε ζητάει, αλλά ούτε  προικιά λέει, δε θέλει να σου φτιάξουμε, έχει τον τρόπο του. Μεγάλη τύχη παιδάκι μου, φτωχοί άνθρωποι είμαστε και να ΄χετε την υγειά σας, είσαστε τρεις κι ο αδελφός σου, δύο χρονώ παιδί. Ο Ρίκος και περιουσία έχει και τεχνίτης είναι,  φάβρος, δηλαδή πεταλωτής!

Έμεινε αμίλητη η μικρή, την κοίταζε και η Νόνα αλλά και η μάνα:
 
-Μεγάλη τύχη παιδάκι μου! Κυρά και αρχόντισσα θα σε έχει! Εμείς δώσαμε ήδη τα χέρια! Σήκω να χαιρετήσεις το γαμπρό. 

Σηκώθηκε δειλά-δειλά η κοπελίτσα και προχώρησε, απλώνοντας το χέρι.

-Αρραβωνιαστικός σου είμαι πια, κινήθηκε ο Ρίκος,  την αγκάλιασε και τη φίλησε στο μάγουλο!  
  
-Καλορίζικοι! Να ζήσετε και καλά στέφανα, είπαν οι γονείς και η Νόνα, αφού φίλησαν και τους δύο. Κι έφεραν πιοτό και κουφέτα που είχε ήδη πάει ο γαμπρός. Πιες κι εσύ λίγο για τα συχαρίκια, της λέει ο Ρίκος, αρρεβωνιασμένη πια! 

Σαστισμένη η μικρή κοπέλα, έβαλε μισή γουλιά πιοτό στο στόμα και πήγε να καθίσει στη θέση της.

-Όχι πια εκεί, Γκιοβανούλα μου, της λέει ο γαμπρός που καθόταν στον καναπέ, εδώ δίπλα μου έλα να κάτσεις.

Μουδιασμένη η μικρή πήγε και κάθισε, αλλά όχι πολύ κοντά του. Όταν έσκυψε να τη φιλήσει, πριν, τη χτύπησε άσχημα η τσιγαρίλα, ο πατέρας δεν κάπνιζε. Της ήλθε κάτι σαν αηδία, αλλά κρατήθηκε και δε μίλησε.

Όταν έφυγε ο γαμπρός, αφού μιλήσαν για τους Αρραβώνες που θα γίνονταν σύντομα, η μικρή έτρεξε πάλι έξω να φωνάξει τις φίλες της να συνεχίσουν το γκιούστρο. Έβαλαν όλοι τις φωνές.

-Είσαι πια νύφη, πρέπει να σοβαρευτείς παιδάκι μου, άσε τα παιδικά παιχνίδια.

Μπήκε στην κάμερα που κοιμόταν μαζί με τη Νόνα, έπεσε στο κρεββάτι κι άρχισε να κλαίει σιωπηλά.  Πήρε χαμπάρι  η μάνα και την  αποπήρε.

-Τι σαχλαμάρες είναι ευτούνες; Αντί να χαίρεσαι και να τραγουδάς, που άνοιξε η τύχη σου, εσύ κλαις; Ή μήπως ήθελες να μείνεις στο ράφι σαν την Ελένη του Μπάμπη; Τα ίδια κι εκείνη, τη γύρεψε ένας καλός άνθρωπος όταν ήταν μικρή κι εκείνη έπεσε του θανατά. Υποχώρησαν οι γονέοι της και να το αποτέλεσμα! Κοντεύει 26 χρονώνε  κι είναι ανύπαντρη!  Ποίος θα την πάρει τώρα και χωρίς προίκα; Κάνε το σταυρό σου με τα δύο σου χέρια και μη σε τσακώσω άλλη φορά να κάνεις τέτοια κιάσα [:καμώματα]. 

-Άστηνε, γυναίκα, μικρή είναι, της ήρθε ξαφνικό, θα συνέλθει, είπε ο πατέρας. 

Μετά, μπήκε η Νόνα, ξάπλωσε δίπλα της την αγκάλιασε τη φίλησε κι άρχισε να την καλοπιάνει.

-Μην κλαις παιδάκι μου και μου ραγίζεις τα σωθικά, είναι καλός άνθρωπος ο Ρίκος, ο πατέρας σου πήρε πληροφορίες, όχι μόνο στο χωριό του, αλλά μέχρι 3 χωριά πάρα πέρα πήγε και ρώτησε,  πήγε και στον Άγιο Λάζαρο και ρώτησε, εκεί που δουλεύει, Φάβρος. Κανείς δεν είπε κακή κουβέντα για δαύτονε. Όλοι τα καλύτερα είπαν. Σοβαρός, νοικοκύρης, δύο αδερφάδες που έχει, παντρεμένες και το κυριότερο, δε θάχεις πεθερά. Πέθανε η μαύρη πολύ νέα από χτικιό! Σαν τι άλλο θέλεις;

-Εγώ δε θέλω παντρείες Νόνα, μικρή είμαι, καλά που ο πατέρας δε με άφησε να πάω στο Γυμνάσιο, όχι και να παντρευτώ από 15 χρονώνε και να πάρω το γέρο!

-Δεν είναι γέρος Γκιοβανούλα μου, 32 χρονώνε είναι ο άνθρωπος, τι ήθελες νάναι νιάνιαρο σαν κι εσένα; Ο άντρας πρέπει νάναι μυαλωμένος  και σοβαρός για να κουμαντάρει το σπίτι του. Ο Ρίκος είναι ζηλευτός γαμπρός! Με τα έχεια του, με τα καλά του και το κυριότερο με τη τέχνη του. Ξέρεις τι λεφτά βγάζουν οι Πεταλωτήδες; Σου λέω βασίλισσα θα σ΄ έχει. 

-Τι είναι οι Πεταλωτήδες, Νόνα; 

-Αυτοί που βάζουν πέταλα στα πόδια των αλόγων, μουλαριών και γαϊδάρων.

- Και τί είμαι εγώ δηλαδή, άλογο και με παντρεύει ο πατέρας μου με δαύτονε;

-Μη μιλάς έτσι κοκόνα μου, βγάζει πολλά λεφτά, τίποτα δε θα σου λείπει, θα δεις!

Έτσι συνέχισε η Νόνα, γιατί κι εκείνη το πίστευε ότι όντως ήταν μεγάλη τύχη για το μικρό κορίτσι που ο πατέρας της δεν είχε να της δώσει προίκα.

Έτσι, η μικρή Γκιοβανούλα, σταμάτησε πια να παίζει με τις φιλενάδες της κρυφτό κυνηγητό, γκιούστρο και να φτιάχνουν κούκλες μόνες τους με κουρελάκια που περίσσευαν όταν η μάνα της, έραβε καμιά βέστα ή φούστα! Χάθηκε από τις παρέες της η μικρή, γιατί δυο μέρες μετά, ο γαμπρός με το συμπεθεριό ήρθαν και της φόρεσε δαχτυλίδι κι ένα Μήνα αργότερα, κάνανε επίσημους αρραβώνες! Έλαμπε από ομορφιά η Γκιοβανούλα, αλλά και κάπου της άρεσαν όλα αυτά! Ντυνόταν με ωραία ρούχα, φορούσε χρυσά σκουλαρίκια, σταυρό, βέρα στο χέρι, ψηλά τακούνια, μα όταν τη φίλησε για πρώτη φορά στα χείλη ο Ρίκος, κράτησε την ανάσα της από την αηδία… Μύριζαν τα χνώτα του από τα πολλά τσιγάρα. Τόλμησε να το πει κρυφά στη Νόνα της, στη μάνα δεν τολμούσε, την απόπαιρνε συνέχεια. Η Νόνα προσπάθησε να την πείσει, ότι έτσι μυρίζουν οι άνδρες που καπνίζουν, αλλά με τον καιρό θα συνηθίσει. Καλός ο Ρίκος, έδειχνε να την αγαπάει, αλλά πολύ αυστηρός! Όλο όχι και όχι ήταν, ό,τι και να έλεγε ή έκανε η Γκιοβανούλα, εκείνος συνέχεια παρατηρήσεις. Άκου να μην την αφήνει να παίζει με τις φίλες της! 

Μια μέρα που δεν τον περίμεναν στο σπίτι, συνήθως πήγαινε Σαββατοκύριακα, όχι καθημερινές, Καλοκαίρι καιρός,  έκανε πολύ ζέστη, ντάβανο, όπως  έλεγε η Νόνα. Η κοπελίτσα καθισμένη με τις φίλες της στα σκαλούνια του σπιτιού της  μ΄ ένα πολύ ελαφρύ φουστανάκι, τα μαλλιά της αλογοουρά, (μια και δε θα την έβλεπε ο γαμπρός που επέμενε να κάνει κότσο),  και σαγιονάρες. Με το που την είδε ο Ρίκος, την κοίταξε βλοσυρά. Άρχισε από τα μαλλιά:

-Τι ρεζιλίκια είναι αυτά, δηλαδή όταν δεν είμαι μπροστά εγώ, εσύ κάνεις του κεφαλιού σου; Μη σε ξαναδώ έτσι. 

 Οι άλλες κοπέλες έφυγαν βιαστικές, τον φοβόνταν το γαμπρό.

-Και αυτά που φορείς στα πόδια;  Βγάλε τα αμέσως και μην τολμήσεις να τα φορέσεις άλλη φορά. Οι σοβαρές γυναίκες δε γυρίζουν με τα πόδια τους γυμνά.  Τράβα φέρε μου ένα ψαλίδι. 

Τάχασε τελείως η μικρή, την πήραν τα κλάματα, αλλά πήγε το ψαλίδι, το βούτηξε ο Ρίκος, άρπαξε τις σαγιονάρες και τις έκανε κομμάτια. Έβαλε τα κλάματα η μικρή, τρέχει ο πατέρας από μέσα, μόλις είδε  τη σκηνή, αγρίεψε.

-Άκου να σου πω, όσο είναι στο σπίτι μου η Γκιοβανούλα θα υπακούει τη μάνα της και τον πατέρα της και όχι εσένα. Αλλά να ξηγιόμαστε, Ρίκο, σαν άντρες. Αν σου πέρασε ιδέα πως θα δεχτώ να κάνεις τη ζωή μαύρη στο θηλυκό μου, σου πετάμε τη βέρα από τώρα και ψάξε για άλλη.
 
Κόκκαλο ο γαμπρός, κόκκαλο κι η μάνα με τη Νόνα που βγήκαν στην αυλή να δουν τι συμβαίνει. Τρέχει στην αγκαλιά  του πατέρα της κλαίγοντας η Γκιοβανούλα, ψιθυρίζοντας στο αυτί του:

-Διώχτονε, πατέρα, βρωμάει τσιγαρίλα και καβαλίνες, όλο με μαλώνει,  μη το ένα μη το άλλο, μη γελάς πολύ, σοβαρέψου κι ένα σωρό, θα μαραζώσω αν τον πάρω, δεν τον θέλω, καλύτερα να πάω σε Μοναστήρι, δε θέλω να παντρευτώ.

Βγάζει με τρόπο τη βέρα από το δάχτυλο και τη δίνει στον πατέρα της.

-Δώστου την πίσω, δεν τη θέλω και τρανταζόταν στο κλάμα. 

Έτσι άδοξα για το Ρίκο, τελείωσε ο αρραβώνας! Μα, η Γκιοβανούλα, δεν πήγε σε Μοναστήρι.  Μεγαλώνοντας η ομορφιά και οι χάρες της, η καλοσύνη και η ευγένεια της, ακούστηκαν και πέρα από το χωριό της. Όμως, δύσκολα χρόνια για μια κοπέλα αρραβωνιασμένη και χωρισμένη, αλλά και χωρίς προίκα. 

Ήταν γύρω στα 22, όταν ένας ξάδελφός της που ζούσε στη Μελβούρνη με την οικογένειά του, της έκανε πρόσκληση και την πήρε μαζί του. Με το που έφτασε στη Μελβούρνη και τη γνώρισαν, μέσω του ξαδέλφου και της γυναίκας του, δεν περνούσε βδομάδα που να μην τη ζητάνε σε γάμο, νέα και καλά παιδιά από εκεί.

Παντρεύτηκε με τον Αντώνη, έναν εξαιρετικό νέο γύρω στα 25 από την Ικαρία!  Απόχτησαν ένα όμορφο αγοράκι και μία κουκλίτσα  και έζησαν πολύ ευτυχισμένοι. Αξιώθηκαν να νταντέψουν και δύο δισέγγονα.

Όσο ζούσε η Νόνα, κοίταζε φωτογραφίες της Γκιοβανούλας, με τον άνδρα της, μετά με τα παιδιά της κι έκανε το σταυρό της, δίνοντας χίλιες ευχές! Κι όταν  χρόνια μετά  πήγαν για διακοπές στην Ελλάδα,  στα βαθιά γηρατειά η Νόνα, τους κοίταζε με τα θαμπά της μάτια και δόξαζε το Θεό που προστάτεψε την Γκιοβανούλα και βρήκε καλή τύχη! 

δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: