e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Νέα τηλε-διάλεξη στο LECTURES ΑΛΗΘΩΣ πανέτοιμη! Πρεμιέρα, 7.12.2020,6 μ.μ.

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ. ΚΡΙΣΗ ΥΓΕΙΑΣ ή ΚΡΙΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ; Trailer της μεθεπόμενης δράσης του LECTURES ΑΛΗΘΩΣ

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2020

Γιατί υπάρχουν και κάποια αδέλφια…

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Ήσυχος οικογενειάρχης και νοικοκύρης ο Τιμόθεος. Κοίταζε την δουλειά του, τα χτήματα του, τα αμπέλια και τους ελαιώνες του και φυσικά την φαμελιά του. Η Μαντίνα, η γυναίκα του, βοηθούσε με τα ζωντανά, να τα ταΐσει να τα ποτίσει  να 'χει το νου της μην ξενογεννήσουν οι κότες στου γείτονα κι άντε μετά να τρέχει να γυρεύει τα αυγά. Εμφύλιος πόλεμος θα ξεσπούσε μεταξύ των γειτόνων! Είχαν και κουνέλια που κι εκείνα θέλανε ιδιαίτερη και περισσή φροντίδα.

Οι μεγάλες αυλές πάλι γύρω από το σπίτι θέλανε σκούπισμα μια και δυο φορές την ημέρα, μολονότι, ξίο-ξίο την άκουγες όλη μέρα να κυνηγάει τις κότες, εκείνες όλο εκεί γύρω τριγύριζαν μπας και βρουν κάνα ψίχουλο από το τίναγμα της μεσάλας της νοικοκυράς. Είχε έγνοια να αλλάζει κάμποσες φορές την ημέρα και θέση στην κουτσούνα να μην την πιάνει ο ήλιος, τη γίδα τους, έτσι την βάφτισε η Κατινούλα, όταν την πρωτοείδε γιατί της φάνηκε πολύ χαριτωμένη και ομορφούλα! Την πρόσεχε πολύ και ήταν η σύντροφος των παιχνιδιών της, ο Διονυσάκης κι ο Ανδρέας, τ' αδέλφια της δεν έπαιζαν ποτέ μαζί της! Ήταν η εποχή που τα κορίτσια δεν συμμετείχαν στα παιχνίδια των αγοριών. Κάπως απόμερο το σπίτι τους στην άκρη του χωριού, μολονότι κατέληγε στον κεντρικό δρόμο από όπου πήγαιναν στη χώρα.

Ο Διονυσάκης  κι ο Ανδρέας, με μικρή διαφορά ηλικίας μεταξύ τους, αχώριστοι μεν, αλλά  τελείως διαφορετικοί σε χαρακτήρα και προτιμήσεις.

Τον μεγαλύτερο, τον Διονυσάκη, τον τραβούσε η φύση και η ελευθερία που ένιωθε ακόμα κι όταν βοηθούσε τον πατέρα του στις πολύ βαριές και δύσκολες  δουλειές. Με το σχολείο, δεν τα πήγε και τόσο καλά. Μολονότι εκείνα τα χρόνια δεν ήταν υποχρεωτική η Παιδεία, ο Τιμόθεος είχε αποφασίσει να στείλει και τα δυο του σερνικά  να μάθουν γράμματα. Μόλις και με το ζόρι τελείωσε το Δημοτικό ο Διονυσάκης κι αυτό γιατί του έβαλε ένα 6 στο Απολυτήριο ο δάσκαλος, περισσότερο για να τον ξεφορτωθεί. Τόσα χρόνια στο σχολείο κι ούτε την προπαίδεια πολλαπλασιασμού δεν κατάφερε να μάθει, έστω και σαν τραγούδι όπως την έλεγαν τα άλλα παιδιά, δύο οι δύο τέσσερες κ.λπ.

Ο Ανδρέας, ήταν το αντίθετο, ο καλύτερος μαθητής στην τάξη, σε κάθε τάξη, μέχρι που τελείωσε το Δημοτικό.  Στις εξωδουλειές  όχι μόνο δεν έδειχνε ενδιαφέρον, αλλά μόνο από ανάγκη μεγάλη όταν τον στρίμωχνε ο πατέρας και δεν μπορούσε να ξεφύγει. Κατόπιν, με σύμμαχο την Μάνα του και τον αδελφό του, κατάφεραν τον Τιμόθεο να τον απαλλάξει από τις αγροτικές δουλειές, αφού είχε κλίση στα γράμματα και να δώσει εξετάσεις στο μοναδικό τότε Γυμνάσιο στην Ζάκυνθο, στην πόλη μέσα. Του αγόρασε κι ένα ποδήλατο για να πηγαινοέρχεται, του έδωσε και χίλιες ορμήνειες, να 'χει το νου του στα γράμματα μόνο και όχι πολλές παρέες και φιλίες, δεν βγαίνουν σε καλό ποτέ!

Κι έτσι πορεύτηκε όλα τα χρόνια ο Ανδρέας, σοβαρός, μετρημένος  και με καλούς φίλους που απόχτησε, παρά τις ορμήνειες του πατέρα του, το μυαλό, όμως,  στις σπουδές του! Μετά το Γυμνάσιο, κατάφερε να μπει και στη Μεγάλη Σχολή και να σπουδάσει Αρχιτέκτονας-Μηχανικός! Καμάρωναν κι οι δυο γονείς τον επιστήμονα που κατάφεραν να βγάλουν κι ήταν πολύ περήφανοι για αυτόν, το ίδιο κι ο αδελφός του! Δεν υπήρξε ίχνος αντιζηλίας ανάμεσα στα δυο αδέλφια ποτέ!

Ο Διονυσάκης παντρεύτηκε την Αντωνία, μίαν όμορφη χωριανή και γειτονοπούλα, απέκτησαν και τρία παιδάκια, όπου εκτός από την  Νόνα τους την Μαντίνα είχαν ξετρελάνει και τον Τιμόθεο! Ιδιαίτερα, όταν στον πρωτότοκο, όπως επέβαλαν τα ήθη, έδωσαν το όνομά του κι αργότερα, το όνομα της Μαντίνας στο κοριτσάκι που απόχτησαν! Για το άλλο αγόρι, η Αντωνία επιθυμούσε να βγάλει το όνομα του πατέρα της, όμως, ο πεθερός απαίτησε να βγάλουν το όνομα του αδελφού του που είχε σκοτωθεί από ξεχασμένη νάρκη από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπέκυψε η νύφη κι ο μικρός βαφτίστηκε Χρήστος, όπως ο μακρινός θείος που δεν είχε γνωρίσει ποτέ.

Κάθε τόσο στα γράμματα που αντάλλασσε ο Ανδρέας, συνήθως με την Μάνα του, υπήρχε μέσα όχι μόνο παρότρυνση για να νοικοκυρευτεί κι αυτός όπως ο αδελφός του, αλλά και νύξη, για την τάδε κοπέλα Ζακυνθινοπούλα, καλή κ.λπ. Υπερτονίζοντας, το «παπούτσι από τον τόπο σου» σε κάθε της γράμμα,  μην μπλέξει και πάρει καμιά ξένη που δεν ξέρουν την καταγωγή και την προέλευση της, αλλά  και να σεβαστεί τον πατέρα του που δεν του χάλασε χατίρι κι όχι μόνο δεν τον πίεσε να μείνει στο χωριό που είχαν μεγάλη περιουσία κι ήθελε πολλά χέρια, αλλά δέχτηκε να πάει και στην Αθήνα όπου  με τόσες θυσίες τον εσπούδασε.

Ο Ανδρέας, απέφευγε να απαντήσει ευθέως  πότε με την μια πότε με την άλλη δικαιολογία. Στένεψαν τα πράγματα, όμως, όταν απολύθηκε από φαντάρος και πήγε να δει τους γονείς και τον αδελφό με την φαμελιά του που είχε να τους δει κάμποσα χρόνια. 

Μετά τις χαρές και τις συγκινήσεις για το σμίξιμο, τον πήρε παράμερα ο πατέρας του και του είπε πως το Κόμμα του είναι στα πράγματα κι ο ντόπιος Βουλευτής του υποσχέθηκε θα βοηθήσει να βρει δουλειά ο Ανδρέας  μέχρι να ορθοποδήσει, να γνωριστεί και ν' ανοίξει δικό του Γραφείο. Απέξω-απέξω, ανέφερε και για μια ανιψιά του,  όμορφη κοπέλα και με προίκα, ό,τι πρέπει για τον Ανδρέα! Άλλες εποχές εκείνες βέβαια, εποχές που ο πατέρας απαιτούσε όχι απλά να έχει λόγο στην παντρειά του γιου αλλά να επιλέγει εκείνος και την νύφη! 

Για τις κόρες ασφαλώς ούτε συζήτηση. Η κόρη ούτε που γνώριζε ποιον της δίνουν κι ούτε καν την ρωτούσαν. Απλά της έλεγαν, δώσαμε λόγο με τον τάδε.

Μια μικρή παρένθεση εδώ. Πολλά χρόνια πίσω, πάνω από 60, έγινε ένας γάμος σε χωριό πολύ κοντά στο Μπανάτο. Η κοπέλα φυσικά δεν ερωτήθηκε, απλά της ανακοίνωσε ο πατέρας την απόφασή του. Όταν τόλμησε να διαμαρτυρηθεί πως δεν τον θέλει, ήταν μοναχογιός με πέντε ανύπαντρες αδελφές συν τους γονείς, όπου η νύφη έπρεπε όχι μόνο να συγκατοικήσει με όλους, αλλά να διαθέσει  την προίκα της για να αποκατασταθούν σιγά-σιγά οι κουνιάδες, γύρισε ο πατέρας κι ο αδελφός μαζί και μ' ένα στόμα λες κι ήταν συνεννοημένοι της είπαν: "Μα, επειδή δεν τον θέλεις, θα τον πάρεις! Αν τολμούσες να πεις ότι τον θέλεις, θα χαλάγαμε το προξενιό, πριν καλά αρχίσει!"   

Ο Ανδρέας προσπάθησε να εξηγήσει, όσο πιο ανώδυνα μπορούσε, στον πατέρα του, πως είχε ήδη δρομολογήσει την καριέρα του στην Αθήνα κι ότι είχε επιλέξει και την μελλοντική σύζυγό του. Ήταν μια θαυμάσια κοπέλα που σπούδαζαν μαζί όλα τα χρόνια και μόλις πήρε κι εκείνη το πτυχίο της. Ήταν από καλή οικογένεια, οι γονείς της είχαν τον τρόπο κι ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν να ανοίξουν Γραφείο τα παιδιά εκεί.

- Αν βοηθούσες κι εσύ πατέρα, από το μερίδιο μου και μας έδινες την ευχή σου, θα είμαστε όλοι ευτυχισμένοι θα έρθει και η Νίκη εδώ να γνωριστείτε να δεις και μόνος σου τι κοπέλα είναι. Της έχω μιλήσει πολύ για όλους και είναι σαν να σας γνωρίζει ήδη! Το ίδιο και οι γονείς της που ανυπομονούν να σας γνωρίσουν και να μας δώσετε την ευχή σας.

Κόντεψε να πάθει κόρπο ο Τιμόθεος! Ούτε να δει ούτε ν΄ ακούσει για ξένη νύφη και συμπεθέρους!  

- Αυτά, γιε μου, να τα ξεχάσεις και να τα βγάλεις από το μυαλό σου.
- Όχι ευχή δεν θα πάρεις από μένα, όχι μερίδιο, αλλά θα έχεις την κατάρα μου και θα σε αποπαιδίσω, αν με παρακούσεις  και δεν γυρίσεις στον τόπο σου να πάρεις δική μας κοπέλα και να σε καμαρώνουμε.
- Γι' αυτό εγώ σ' έστειλα στην Αθήνα να σπουδάσεις και  δούλευα τόσα χρόνια για να μείνεις εσύ εκεί πέρα;
Έπεσε στα πόδια του η Μάνα του:
- Άκουσε τον πατέρα σου Ανδρέα μου, αλλά κι εμένα που σε γέννησα. Γύρνα στον τόπο σου παιδάκι μου και δεν θα χάσεις, εδώ στον τόπο που γεννήθηκες κοντά στους γονείς τον αδελφό σου κι όλους τους συγγενείς και φίλους.

Ο Διονυσάκης, δεν ήθελε να επέμβει πολύ, γιατί καταλάβαινε απόλυτα τον αδελφό του,
-Κι εγώ στη θέση σου το ίδιο θα έκανα, του είπε ιδιαιτέρως, αλλά μωρέ αδελφέ μου συμμερίζομαι και τους γέρους! Μετρούσαν τις μέρες μέχρι ν' αμπολυθείς από φαντάρος και να είσαι πάλι κοντά μας.

Έκαναν σχέδια και όνειρα για την παντρεία σου για όλα όσα αφορούσαν τη δουλειά σου, αποφασισμένος αν η κοπέλα που θα έπαιρνες δεν είχε προίκα σε μετρητά να πουλήσουν από το προικιό που θα έπαιρνες και να σου ανοίξει το καλύτερο γραφείο στη χώρα! 
- Του τα χάλασες όλα και για αυτόν ήρθαν τα πάνω-κάτω, έχει κι αυτός τα δίκια του Ανδρέα! 
- Τον ξέρεις τον πατέρα, αγύριστο κεφάλι, έτσι και πει κάτι δεν του γυρίζεις κεφάλι με τίποτα κι ας κλαίει η ψυχή του.

Ο γέρο Τιμόθεος, πιστός στο λόγο και στην οργή του, αποπαίδισε τον Ανδρέα. Δεν συγκινήθηκε ούτε με τις φωτογραφίες του γάμου του που έστειλε ο Ανδρέας αλλά και ούτε με τη φωτογραφία του μικρού Τιμόθεου. Αγέρωχος κι αμετανόητος μέχρι το τέλος! Λίγο καιρό αφότου έφυγε ο Ανδρέας, πήγε στη χώρα σε συμβολαιογράφο κι έκανε διαθήκη, αφήνοντας όλη την περιουσία όχι μόνο τη δική του αλλά και το προικιό της Μαντίνας στον Διονυσάκη*Όλα αυτά φυσικά, εν αγνοία της Μαντίνας και του Διονυσάκη. Δεν μίλησε σε κανέναν, δεν το συνήθιζε να «παίρνει απ' ερώτηση» τη γυναίκα του αλλά ούτε και το γιο του για τις αποφάσεις του.

Το όνομα του Ανδρέα, απαγορευόταν και να ακουστεί μέσα στο σπίτι. Από μαράζι έφυγε η Μαντίνα λίγα χρόνια μετά. Μα ο Τιμόθεος δεν υποχώρησε στα παρακάλια της να στείλει μήνυμα στον Ανδρέα πως τον ζητάει η Μάνα του. Ούτε όταν χρόνια αργότερα ήρθε η σειρά του  να πάει να συναντήσει την Μαντίνα, υποχώρησε. Κάλεσε ιδιαιτέρως  τον Διονυσάκη για να του πει για τη διαθήκη που υπήρχε στο Συμβολαιογράφο, χωρίς να του αποκαλύψει το περιεχόμενο της.  Όμως,  επ' ουδενί δέχτηκε  να καλέσουν τον Ανδρέα, όταν τον παρακάλεσε ο Διονυσάκης να δώσει, επιτέλους, τόπο στην οργή.

Έφυγε παίρνοντας μαζί του την οργή για τον γιο του που δεν του συγχώρησε ποτέ την παρακοή! Η έκπληξη του Διονυσάκη μεγάλη όταν ήρθε η ώρα και άνοιξαν την Διαθήκη και διαπίστωσε πως ο πατέρας του αποκλήρωσε τον Ανδρέα! Κατά βάθος πίστευε πως ο γέρος τα έλεγε για φοβέρα όλα αυτά και  δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο.

Την επόμενη μέρα, κατέβηκε στη χώρα κι έστειλε τηλεγράφημα  τον αδελφό του: « Ο πατέρας πέθανε, έλα να μοιράσουμε»!

Γιατί υπάρχουν και κάποια αδέλφια…

 * Εκείνα τα χρόνια η γυναίκα δεν είχε καθόλου δικαιώματα. Ακόμα και την προίκα που της έδινε ο πατέρας σε μετρητά ή σε κτηματική περιουσία, προϋπόθεση για τον γάμο, το «αυτονόητο»  ό,τι έπαιρνε η νύφη, να γραφτεί απευθείας  στο όνομα του γαμπρού! Άγραφος Νόμος που ελάχιστοι τόλμησαν να αψηφήσουν. Γιατί θα απόβαινε εις βάρος της κοπέλας!

δ.μ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: