e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2020

Αύγουστος πάλι!


Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ 

Αύγουστος πάλι! Ένας ακόμα Αύγουστος! Ένας Αύγουστος, αλλιώτικος από κάθε άλλο Αύγουστο που γνώρισε η Ανθρωπότητα τα τελευταία εκατό χρόνια! Για εμάς τους Ζακυνθινούς όμως, ιδιαίτερα τους πιο παλιούς, φέρνει και θα φέρνει στο μυαλό, όσο έχουμε μνήμη, τον Αύγουστο του 1953, όπου ο Εγκέλαδος ξέσπασε άγρια και βάρβαρα πάνω στο αγαπημένο νησί.

Όμως, πιστεύω πως εν μέσω COVID-19, με πάνω από 700.000 νεκρούς και πάνω από 19.000.000 εκατομμύρια κρούσματα ανά τον κόσμο [επίσημα στοιχεία 7.8.2020], δεν έχουμε αυτή τη στιγμή την πολυτέλεια, να θρηνήσουμε για μια ακόμα φορά αυτό το τραγικό γεγονός της ολικής καταστροφής του όμορφου νησιού μας, από τον Εγκέλαδο και την πυρκαγιά που ακολούθησε. Όταν η ζωή των παιδιών σου και όλων γύρω σου, αλλά και η δική σου, κινδυνεύει άμεσα σήμερα, όταν όλα γκρεμίζονται γύρω σου και ο Πλανήτης έρχεται τα πάνω-κάτω από αυτά που συμβαίνουν, δεν σου επιτρέπεται να κλαις για το μακρινό παρελθόν! Έχουν περάσει από τότε 67 ολόκληρα χρόνια! Φυσικά και δεν ξεχνάμε, αλλά σήμερα άλλα μας καίνε! Είναι και η Οικονομία που καταρρέει παγκοσμίως! Μεγάλο πρόβλημα κι ήδη ψιθυρίζεται ότι πολλά εκατομμύρια άνθρωποι θα πέσουν σε μεγάλη φτώχεια και πείνα εξ αιτίας αυτής της κατάστασης.

Όμως, ο άνθρωπος έχει ανεξάντλητες σωματικές και πνευματικές/ψυχικές δυνάμεις κι αντοχές. Έτσι κι εμείς, προσπαθούμε και καταβάλλουμε φιλότιμες προσπάθειες κάνοντας το σωστό και τηρώντας τους κανονισμούς, ώστε, αφενός μεν να μην επιδεινώνουμε την κατάσταση για κανέναν, αφετέρου δε, να παραμένουμε θετικοί και πολύ συγκρατημένα αισιόδοξοι! Προσβλέποντας πως αργά ή γρήγορα, θα βρεθεί το κατάλληλο εμβόλιο ή και φάρμακο για τον θανατηφόρο ιό και όλα αυτά θα μοιάζουν σαν κακό όνειρο.

Κακά τα ψέματα όμως. Μπορεί να συμβαίνουν τόσα γύρω μας με τον ιό, μπορεί να λέμε… 67 χρόνια πέρασαν από τότε, ας το παραμερίσουμε για λίγο, αλλά  εμάς τους, παλιούς ιδιαίτερα, Ζακυνθινούς, μας πονάει πολύ ακόμα και θα συνεχίσει να μας πονάει.

Ας γυρίσουμε λοιπόν στο χθες, έτσι σαν αντιπερισπασμό στα όσα συμβαίνουν σήμερα, κι ας προσπαθήσουμε να δούμε τις, κάπως θετικές, επιπτώσεις της καταστρεπτικής Σεισμοπυρκαγιάς το 1953 στην Ζάκυνθο. Δεν θα αναφερθώ στο χρονικό των σεισμών, ούτε στις καταστροφές που προξένησε, ούτε στα άτομα που έχασαν τη ζωή τους. Γνωστά και χιλιοειπωμένα όλα αυτά, χωρίς φυσικά να μειώνεται η σημαντικότητά τους. Καταστράφηκε Πολιτισμός 500 χρόνων! Θησαυροί αρχαίοι και ιστορικοί ανυπέρβλητης αξίας. Οι άνθρωποι, τότε, περιέσωσαν με κίνδυνο της ζωής τους πολλές φορές, ό,τι και όσα λίγα κατάφεραν. Η πόλη ή χώρα, όπως την λέγαμε παλιά, ήταν πανέμορφη με τα αρχοντικά της, τα παλατάκια των αρχόντων τις, τις πλούσιες Βιβλιοθήκες, τις πολλές και όμορφες εκκλησίες της που κάθε μια ήταν κι ένα μικρό Μουσείο, με τα ιστορικά της Καντούνια και πολλά ακόμα. 

Αυτά όλα, όμως, κυρίως στο κέντρο της χώρας, τα κατείχαν οι λίγοι, οι τιτλούχοι, οι αφεντάδες. Και για να συντηρηθούν όλα αυτά και η υψηλή Κοινωνία που ζούσε εκεί μέσα, δούλευαν ασταμάτητα πολλές φορές για ένα κομμάτι ψωμί, εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες άνθρωποι, σαν δούλοι, αφού δουλοπρεπώς  έπρεπε να βγάζουν το καπέλο και να σκύβουν το κεφάλι μέχρι κάτω μπροστά στον αφέντη! Τα δικά τους, χαμόσπιτα στις φτωχογειτονιές, μακριά από τ' αρχοντικά. Χαμηλά, παμπάλαια, μύριζαν φτώχεια και μιζέρια από μακριά.

Μα και στα χωριά η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη, τα περισσότερα σπίτια από πλίθες λάσπης. Ήταν συνήθως μικρά, με το πόρτεγο (:σαλόνι), ένα κυρίως μεγάλο υπνοδωμάτιο και μαγειροτραπεζαρία. Αποχέτευση δεν υπήρχε πουθενά ούτε δομές για τα βρόχινα νερά. Με κάθε νεροποντή πλημμύριζαν δρόμοι και σπίτια και τα ρηχά ρυάκια, οι τράφοι δηλαδή. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε, ούτε πόσιμο τρεχούμενο νερό. Πολλά σπίτια είχαν στέρνα στην αυλή τους ή μέσα στο σπίτι, όπου συγκέντρωναν το βρόχινο νερό,  ή πηγάδια όπου το νερό ήταν πόσιμο κι εξυπηρετούσαν και γειτόνους όπου δεν είχαν δικό τους «καθαρό» πηγάδι. Φυσικά υπήρχαν και καλά πέτρινα σπίτια, καθώς και διώροφα, δεν ήταν όμως η πλειοψηφία. Επίσης, σε πολλά χωριά υπήρχαν και αρχοντικά, που ήταν οι Θερινές κατοικίες των αφεντάδων, κάποια, ερειπωμένα πια, σώζονται μέχρι σήμερα.

Με τον σεισμό γκρεμίστηκαν όλα σχεδόν τα σπίτια αλλά και αυτά που έμειναν δεν ήταν κατοικήσιμα. Όταν άρχισαν οι μπουλντόζες το έργο τους, εκείνοι που έπρεπε και θα μπορούσαν, ίσως,  δεν γνοιάστηκαν να περισώσουν θησαυρούς ανεκτίμητους από τα ερείπια κι έγιναν όλα μπάζα. Από Εράνους κι άλλες συνεισφορές στην Ελλάδα και από άλλες Χώρες, δόθηκαν «Αρωγές» για να κτισθεί το νησί εκ νέου. Η «Αρωγή» ήταν ένα μακροχρόνιο δάνειο με πολύ χαμηλό τόκο που χορηγούσε το Κράτος σε άτομα που καταστράφηκε το σπίτι τους ή που διέθεταν ή αγόρασαν οικόπεδο για να οικοδομήσουν. Οι περισσότεροι κάτοικοι έτρεξαν να υποβάλουν αίτηση για αρωγή κι έτσι στεγάστηκαν ακόμα κι εκείνοι που δεν είχαν δικό τους σπίτι, πριν τους σεισμούς. Υπήρξαν και πολλοί όμως, που μην έχοντες πόρους δίστασαν και δείλιασαν να αιτήσουν αρωγή από φόβο μήπως καταλήξουν στην φυλακή αν δεν είχαν να καταβάλουν τις μηνιαίες δόσεις. Τελικά, μετά από πολλές διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις αυτά τα δάνεια δεν αποπληρώθηκαν ποτέ και διαγράφτηκαν, πολύ σωστά άλλωστε, γιατί προέρχονταν από δωρεές κι όχι από τον κρατικό προϋπολογισμό. 

Κι άρχισε οργασμός ανοικοδόμησης σε ολόκληρο το νησί. Δεν χτίστηκε όλο μονομιάς αλλά περιοχή-περιοχή. Φυσικά, χαμένος κόπος να θίξω την προχειρότητα, αλλά και το αλαλούμ που ακολούθησε. Σχέδιο Πόλεως, σχεδόν ανύπαρκτο, κι αν υπήρχε, ήταν μόνο τυπικό. Όπου ήθελε κι όπως ήθελε σχεδόν ο καθένας έχτιζε. Τοπογραφικά δεν υπήρχαν.  ώστε να αποδεικνύουν τα ακριβή σύνορα κάθε οικοπέδου. Πολλοί έκλεβαν ένα και δύο μέτρα από τον διπλανό. Οι αυθαιρεσίες κι η προχειρότητα έδιναν κι έπαιρναν. 

Όμως, κάθε μέρα υψώνονταν σπίτια εκεί που ήταν ερείπια κι η Ζάκυνθος αργά αλλά σταθερά έπαιρνε μορφή κι ομόρφαινε, όπου για καιρό δεν ήταν παρά ένα τεράστιο χωράφι, από το Κρυονέρι μέχρι τον Άμμο και πέρα ακόμα. Βέβαια, σε τίποτα δεν θύμιζε ό,τι κατέστρεψε ο Εγκέλαδος. Ο καθένας κοίταζε πώς θα βολευτεί και θα φτιάξει εκείνος το σπίτι του όσο μεγαλύτερο και καλύτερο γίνεται, με θέα και πρόσοψη που δεν είχε προσεισμικά! Ζωντάνεψε ολόκληρο το νησί, παντού κίνηση παντού κόσμος! Άνοιξαν  πολλές μάντρες με υλικά οικοδομών. Η ανεργία άρχισε να καταπολεμείται. Τα εργατικά, ντόπια, χέρια δεν έφταναν, έτσι άρχισαν να καταφθάνουν από κάθε γωνιά της Ελλάδας, νέοι άνδρες που μάστιζε τον τόπο τους η ανεργία. 

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε κάπου να μείνουν, να φάνε, να πλυθούν.  Άρχισαν να δουλεύουν Μαγέρικα, Φούρνοι, Μπακάλικα, Μανάβικα, Κρεοπωλεία Ψαράδικα κ.λπ. και το νησί έσφυζε από ζωή! Πολλοί που είχαν στήσει παράγκα κι έμεναν οι ίδιοι, παραχωρούσαν μια γωνιά και για τον ξένο εργάτη που δούλευε στην οικοδομή του σπιτιού του!

Δημιουργήθηκαν όμορφες φιλίες και σχέσεις μεταξύ τους. Δεν άργησαν να δημιουργηθούν και τα πρώτα ειδύλλια μεταξύ των μη-Ζακυνθινών που εργάζονταν στο νησί με κορίτσια,  τόσο από τη χώρα όσο κι από τα χωριά. Μικρές οι κοινωνίες, ιδιαίτερα στα χωριά και οι νέοι άνδρες ενσωματώθηκαν εύκολα με τους ντόπιους. Άρχισαν τα προξενιά και οι γάμοι! Κάθε φορά που άρχιζε να χτίζεται καινούριο σπίτι, μαζεύονταν όλοι οι χωριανοί ή γείτονες και γνωστοί στη χώρα από  περιέργεια ή για να παίρνουν ιδέες και για το δικό τους σπίτι ή απλά για την συντροφιά. Από καμιά καινούρια οικοδομή δεν έλειπαν οι παρέες τόσο άνδρες όσο και γυναίκες και νέα παιδιά, κορίτσια κι αγόρια.

Όταν έριχναν τα θεμέλια σε κάθε νεόδμητο σπίτι, όλο το χωριό από κοντά! Το έθιμο ήθελε να σφάξει κόκορα η νοικοκυρά! Έπαιρναν όλοι μεζέ, φρεσκοψημένο ψωμί, το ροΐ  με το λάδι γεμάτο και το κρασί να ρέει  άφθονο όπου όλοι ευχόταν τα καλορίζικα! 

Μα κι όταν έμπαινε η σκεπή στο μισοτελειωμένο σπίτι, γινόταν σωστό πανηγύρι! Τηρώντας το Ζακυνθινό έθιμο κρεμούσαν πολύχρωμα μαντίλια όπως οι σημαιούλες στο πανηγύρι του χωριού. Τα μαντίλια αυτά τα έπαιρναν ο πρωτομάστορας και οι βοηθοί του. Η νοικοκυρά πρόθυμη να εκφράσει τη χαρά της που σε λίγο μπαίνουν στο καινούριο τους σπίτι, έσφαζε πάλι κόκορα, έστρωνε μεσάλες (:τραπεζομάντηλα), με όλα τα καλά που είχε σπίτι της και το έριχναν όλοι στο φαγοπότι! Το κρασί  άφθονο φυσικά, όλοι στο κέφι, τραγούδια πειράγματα, αστεία κι επικρατούσε μια πολύ χαρούμενη, γιορτινή  ατμόσφαιρα! 

Εκείνη που δεν έλειπε ποτέ από πουθενά, πόσο μάλλον από τέτοια γλέντια ήταν η γριά Τασού! Μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα ευτραφέστατη με τη αιώνια ρόκα της που την κουβαλούσε παντού κι ας μην την χρησιμοποιούσε και με τις πούρσες της (:τσέπες) γεμάτες σταφίδες, που απλόχερα μοίραζε στα παιδιά. Καλόκαρδη και με τον καλό της λόγο πάντα. Την αγαπούσαν όλοι αλλά, της είχαν κολλήσει ένα παρατσούκλι. Την φώναζαν Κυρά Πορδούλα! Είτε περπατούσε είτε καθόταν, ανεξάρτητα ποιος ή πόσοι ήταν μπροστά, αεριζόταν με άνεση συνέχεια  λες κι ήταν στο σπίτι της! Αντισήκωνε λίγο το ένα της πόδι και αεριζόταν χαμογελαστή, αδιαφορώντας για όλους!  

Στην αρχή, κρυφο-χάχανα και γέλια τα παιδιά, οι μεγάλοι στραβομουτσούνιασαν, ένα-δυο άτομα σηκώθηκαν κι έφυγαν μα της κυρά Πορδούλας το αυτί δεν ίδρωσε, ούτε έχασε τον ύπνο της ποτέ για αυτό. Μια μέρα, που είδε πως χάλασαν τα μούτρα τους κάποιοι στην παρέα, με πράο ύφος γυρίζει και τους λέει:

-Πώς κάνετε έτσι μωρέ, πρώτη φορά ακούσατε πορδή ή μήπως εσείς δεν έχετε πισινό και δεν τσι αμπολάτε όταν σας έρθουν και μάλιστα κούφιες για να μην ακουστούν; Μην ανησυχείτε και το άρωμα τσους τόχω μυρίσει εκατό φορές, μην κοιτάτε που δε λέω τίποτσις! Μία σωματική ανάγκη κι αυτή, όπως ξεμυξιέστε, φτερνιζόσαστε  και σας ακούνε στην άλλη γειτονιά, βήχετε,  φτύνετε τσι ροχάλες σας όπου βρεθείτε, πολλοί από σας κατουρείτε στσι όχτους ή αλλού. Οι πορδές μου σας χάλασαν την διαγωγή; Φρέσκο πράμα μωρέ η πορδή, δεν βρωμάει. Άλλωστε, δεν έχετε ακούσει που λένε, όποιος κλάνει, κλάνει το γιατρό; Γιατί, αν δεν αεριστείς, θα στρίψει  το άντερό σου και θα σκάσεις. Και στο κάτω-κάτω, όξω είμαστε σε καθαρό αέρα !

Κι επειδή κάθε θαύμα τρεις μέρες, έτσι κι οι αερισμοί της Τασούς! Με το πέρασμα του χρόνου συνήθισαν όλοι και ουδείς αντιδρούσε, ούτε και τα παιδιά γελούσαν πια. Άλλωστε, τα καλά της λόγια και τα φιλέματα, που όλο κι έβγαζε κάτι, όταν έβαζε το χέρι στην πούρσα, βοηθούσαν πολύ κι είχε κερδίσει την αγάπη όλων των παιδιών.  

Κι όλο και περίσσευαν τα σπίτια τόσο στη χώρα όσο και στα χωριά! Άνοιξαν δειλά- δειλά και πολλά καταστήματα στη χώρα, εκτός από φούρνους και άλλα με φαγώσιμα. Υφασματοπωλεία, καταστήματα που ενοικίαζαν νυφικά κι είχαν όλα τα χρειαζούμενα γάμο Ψιλικατζίδικα, Γυαλοπωλεία, Κοσμηματοπωλεία, καταστήματα Υποδημάτων, Ζαχαροπλαστεία και άλλα.  Σιγά-σιγά η χώρα ζωντάνευε κι ομόρφαινε! Κάθε μέρα όλο και κάτι καινούριο ξεφύτρωνε. Χτίστηκαν Σχολεία, όπου για κάποια χρόνια τόσο το μοναδικό εξατάξιο, τότε, Γυμνάσιο όσο και όλα τα Δημοτικά, στεγάζονταν σε τσίγκινα τολ ή σε παράγκες. Χτίστηκαν οι περισσότερες εκκλησίες εκεί που βρίσκονταν προσεισμικά, όχι απαραίτητα με την παλιά τους αίγλη, αλλά χτίστηκαν. Επιδιορθώθηκαν όσες έπαιρναν επιδιόρθωση, άρχισαν πάλι να χτυπούν καμπάνες την Κυριακή, καλώντας τους πιστούς στην  λειτουργία, το πρωί και τις γιορτές.

Μα και στα χωριά η ίδια ατμόσφαιρα, γιορτινή σχεδόν παντού! Να και τα προξενιά, οι αρραβώνες και οι γάμοι! Πολλά φτωχοκόριτσα που κινδύνευαν να μείνουν στο ράφι γιατί δεν είχαν προίκα ή ήταν πολλά στην οικογένεια, αποκαταστάθηκαν κι έκαναν ωραίες οικογένειες οι περισσότερες, με ξένους εργάτες και τεχνίτες! 

Αντιμετωπίζονταν με καλόκαρδο χιούμορ για την παράξενη προφορά τους πολλοί που ήταν από διάφορα διαμερίσματα της Ελλάδας, όπου, όπως κι οι τότε Ζακυνθινοί, είχαν την ντοπιολαλιά τους  με ιδιάζουσες λέξεις και προφορά, έτσι κι εκείνοι. Όμως, όπου υπάρχει καλή θέληση, αυτά ξεπερνιούνται εύκολα. Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια, δεν ξεχώριζες ποιος ήταν Ζακυνθινός και ποιος όχι! 

Κι όλο ομόρφαινε το Νησί! Δεν έβλεπες πια χαμοκέλες και καλύβια και σαράβαλα. Παντού όμορφα, καινούρια πεντακάθαρα σπίτια με ό,τι είδους τουαλέτα μπόρεσε καθένας να φτιάξει και το κυριότερο, με βόθρο, όπου κατέληγαν τα λύματα. Πολλοί περίμεναν να τελειώσει το σπίτι και να το σοφεγγιάσουν, (:εγκαινιάσουν) με τον γάμο της κόρης ή του γιου. Γιατί τότε, τόσο οι γάμοι όσο και τα βαφτίσια γίνονταν στο σπίτι, όχι στην εκκλησία! Χαιρόταν ο κόσμος, που μετά από καιρό, έμεναν πάλι σε σπίτι κανονικό και μάλιστα κατακαίνουριο κι όχι σε σκηνή ή σε παράγκα! Όμως, μαζεύονταν πάλι τα βράδια του Καλοκαιριού στις αυλές τους, ξέγνοιαστοι, χαρούμενοι και ήρεμοι πια!

Μόνον η γριά Τασού, η κυρά Πορδούλα έλειπε... Έτσι όπως έζησε, απλά και γαλήνια τη ζωή της, γεμάτη καλοσύνη κι αγάπη για όλους, έτσι έφυγε ειρηνικά κι ανώδυνα. Έπεσε να κοιμηθεί ένα βράδυ κι απλά δεν ξύπνησε! Για πολλά χρόνια, όμως, οι χωριανοί μιλούσαν για αυτήν και διηγούνταν ιστορίες στα παιδιά κι αργότερα στα εγγόνια τους για την γριά Τασού, την κυρά Πορδούλα! 

δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: