e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2021

Το ανύπαρκτο «αντέτι» και το σκυλάκι που εσχόλασε το γάμο


Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Ο Βαγγέλης δεν ήταν Ζακυνθινός, αλλά για ευνόητους λόγους, δεν θα αναφερθεί η καταγωγή του. Στη Ζάκυνθο πήγε τότε με τους σεισμούς του 1953, όπου ισοπεδώθηκε κυρίως η χώρα, αλλά και χιλιάδες σπίτια στα χωριά, που μπορεί να μην κατέρρευσαν τελείως, αλλά λόγω σοβαρών ζημιών ήταν πλέον ακατοίκητα.

Ήταν νέος, γύρω στα 24-25 και σχετικά ευπαρουσίαστος. Λόγω ανεργίας, από κάθε γωνιά της Ελλάδας ξεκίνησαν και πήγαν στην Ζάκυνθο και στα άλλα δυο νησιά, Κεφαλλονιά και Ιθάκη που καταστράφηκαν, για να δουλέψουν. Να καθαρίσουν τη χώρα από τα μπάζα των ερειπίων, ώστε να αρχίσει η ανοικοδόμηση που χρειάστηκε πολλά χρόνια για να ολοκληρωθεί, αφού με κλήρο, από τις Αρχές αποφασιζόταν η σειρά των περιοχών και των χωριών που θα χτιζόταν κάθε φορά.

Πολλοί, για να μην πούμε οι περισσότεροι από όλους αυτούς του νέους που πήγαν να δουλέψουν «για λίγο», έμειναν μόνιμα. Γνωρίστηκαν, απέκτησαν φιλίες, έστησαν νοικοκυριό γνωρίστηκαν με κοπέλες από εκεί κι είτε από αίσθημα είτε από προξενιό, παντρεύτηκαν κι έκαναν οικογένεια! Άλλωστε, όμορφο νησί η Ζάκυνθος, κι οι άνθρωποι καλοσυνάτοι και φιλόξενοι! Κι οπωσδήποτε με πολύ χιούμορ, κάτι που τους άρεσε, ακόμα κι όταν το καλοσυνάτο χιούμορ, είχε για στόχο τους ίδιους! Οι Ζακυνθινοί, λοιπόν, που είχαν φήμη ότι «κρεμάνε ουρά και στο κολοβό κουνέλι», δεν άργησαν να κολλήσουν παρατσούκλι σε όλους, είτε με βάση την καταγωγή τους, ο Ηπειρώτης, ο Κρητικός, αυτός από την Γλαρέντζα, ο άλλος από τη Ρούμελη, αλλά και με βάση κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, όπως, ο αλλήθωρος, ο ψηλέας, το λελέκι, ο κοντοστούπας,  αλλά και τον χαρακτήρα τους! Ο μουρλονευρικός, ο λιγόστομος, ο στραβοκάνης και άλλα. Μιμούνταν την προφορά τους και γελούσαν καλοσυνάτα! «Αμ δεν θα φτάκει ο άμμος παπούλη» κι άλλα πολλά.

Του Βαγγέλη άργησαν να βρουν τι του ταίριαζε, γιατί ήταν κακότροπος, απαιτητικός, αγρίευε με το τίποτα, σήκωνε χέρι εύκολα, έδινε αλλά μάζευε κιόλας! Κάποτε, το βρήκαν! Βαγγέλης ο φρέζας!  Φρέζες λέγανε τότε, εκείνα τα πολύ βαριά μηχανήματα που ό,τι έβρισκαν στο πέρασμά τους, δεν γλίτωνε, έσπαζαν πέτρες αγκωνάρια, σίδερα κι ό,τι άλλο εμπόδιο και ισοπέδωναν  τον δρόμο! Γιατί έτσι βαρύς, κακότροπος και άγριος ήταν ο Βαγγέλης που δεν άφηνε τίποτα όρθιο! 

Παντρεύτηκε με προξενιό την Νικολέτα από τον Βασιλικό! Μια ήσυχη κοπέλα από μεγάλη φαμελιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα! Τα οικόπεδα τότε και μάλιστα στη Χώρα, πουλιόνταν για ένα κομμάτι ψωμί! Αγόραζες ωραίο οικόπεδο με λίγα κατοστάρικα. Όλοι κοίταζαν να αγοράσουν χωράφια για να σπέρνουν, περιβόλια με φρουτόδεντρα, ελαιώνες και αμπέλια! Γης που απέδιδε καρπούς για να ζήσουν, τι να το κάμουν το σπίτι στη χώρα; Έτσι με λίγα λεφτά που της έδωσε ο πατέρας της για προίκα κι άλλα τόσα που είχε μαζέψει ο Βαγγέλης, αγόρασαν ένα οικόπεδο στην Αγία Τριάδα. Χτίστης και μάστορας ο Βαγγέλης και ανταλλάσσοντας μεροκάματα με τεχνίτες και άλλους μαστόρους, (και με την «αρωγή», δάνειο προερχόμενο από δωρεές και εράνους, που τελικά δεν πληρώθηκε ποτέ), κατάφερε να φτιάξει σιγά σιγά ένα ωραίο σπίτι, με φιόρα στην σχετικά μεγάλη αυλή μπροστά κι οπωροφόρα δέντρα πίσω. Βέβαια με την πάροδο του χρόνου, επεκτάθηκε, ένα μέτρο από δω μισό από κει, μεγάλωσε το οικόπεδο και το σπίτι, αυθαίρετο ή όχι ποιος τολμούσε να μιλήσει και ποιος νοιαζόταν, αφού λίγο πολύ έτσι γινόταν τότε από όλους! Ούτε σύνορα ούτε τοπογραφικά, άγνωστες πολυτέλειες αυτά τότε.

Κι ο Βαγγέλης ο Φρέζας βρέθηκε καλονοικοκύρης με διώροφο σπίτι και τεράστιο κήπο πίσω! Μαύρη κι άραχλη ζωή περνούσε η Νικολέτα! Βαρύ το χέρι του άνδρα της έπεφτε επάνω της με το παραμικρό. Στην προσπάθειά της να αποφεύγει τις μπουνιές στο κεφάλι, έσκυβε πάντα για προφύλαξη κι έγειρε η πλάτη από πολύ νέα. Λες και δεν έφτανε το ξύλο από τον άνδρα της σαν ανανοήθηκε (:ξεπετάχτηκε),  λίγο ο γιος, ούτε δημοτικό δεν πήγαινε ακόμα, καθοδηγούμενος από τον πατέρα του, άρχισε να μιλάει με περιφρόνηση στη μάνα του να την κλωτσάει με το παραμικρό κι αργότερα γροθιές και χαστούκια που τα επικροτούσε ο πατέρας και καμάρωνε για τον γιο που μεγαλώνει! Που γίνεται γνήσιος άνδρας κι όχι κανένας μαμάκιας ή μαμμόθρεφτος! 

«Είσαι άντρας, μην το ξεχνάς ποτέ», άκουγε συνέχεια! Βέβαια τα λίγα χρόνια που πήγε Σχολείο, έβρισκε το μάστορά του! Είχε ένα δάσκαλο πιο άγριο από τον πατέρα του. Θρασύδειλος ο Βαγγέλης ο φρέζας, δεν τόλμησε ποτέ να τα βάλει με το δάσκαλο και ο Γιώργης, το καμάρι του, ξεσπούσε πάνω στην μάνα την οργή του για το ξύλο της χρονιάς που έτρωγε από τον δάσκαλο! 

Είχαν και μια κόρη όμορφη! Πολύ καλό κορίτσι η Μαρίνα! Ήταν το καμάρι του πατέρα της, ποτέ δεν  σήκωσε χέρι επάνω της και ποτέ δεν της μίλησε άσχημα. Τον πατέρα της όμως τον έτρεμε και μέσα της έτρεφε μεγάλη οργή για τον τρόπο που φερόταν αυτός κι ο Γιώργης στην μάνα την οποία λάτρευε! Πολλές φορές, όταν έμεναν μόνες στο σπίτι, έκλαιγαν αγκαλιασμένες κι η Νικολέτα της έλεγε:

-Παιδάκι μου, να τον γνωρίσεις πρώτα καλά αυτόν που θα παντρευτείς και να μην ανεχτείς ποτέ να σηκώσει χέρι πάνω σου, γιατί έτσι και γίνει η αρχή, δεν συμμαζεύεται πια! Εγώ Μαρίνα μου από πολύ φτωχό σπίτι πώς να άφηνα τον πατέρα σου και πού να πήγαινα; Πίσω στον πατέρα μου; Να με κάνει τι, ούτε εμένα δεν είχε να θρέψει, πόσο μάλλον εσάς. Αλλά εσύ ψυχή μου έχεις προσόντα, είσαι σπουδαγμένη κι άμα πάρεις το χαρτί σου και διοριστείς, θάχεις τον μισθό σου καμάρι μου και θάσαι ανεξάρτητη. Να τον τιμάς τον άνδρα σου, δεν λέω, αλλά, αν δεν περνάς καλά και παιδιά να έχεις, σήκω φύγε, έχεις τη σπουδή σου, το μισθό σου, μην κάτσεις να τυραγνιέσαι σαν κι εμένα.

Η Μαρίνα σπούδαζε Φιλολογία στην Αθήνα. Ανάμεσα στις φιλίες και στις γνωριμίες της, ήταν και ο Ανδρέας, καταγωγή κάπου από την Στερεά Ελλάδα, όπου σπούδαζε Μηχανολόγος-Μηχανικός. Νοίκιαζαν δωμάτια στην ίδια Πανσιόν και η φιλία τους δεν άργησε να μετατραπεί σε αγάπη. Αυτό που την τράβηξε στον Ανδρέα, ήταν και ο χαρακτήρας του! Ευγενικός, τρυφερός, συναισθηματικός και το κυριότερο σεβόταν πολύ την μάνα του κι αγαπούσε τις μικρότερες αδελφές του! Καμία σχέση με τον πατέρα της τον βάρβαρο και άγριο. 

Όταν από καιρού σε καιρό έρχονταν στην Αθήνα οι γονείς και οι αδελφές του να τον δουν, έφερναν πάντα μαζί τους και τον μικρό Πεπίτο, το αγαπημένο τους σκυλάκι! Μικροσκοπικό, αλλά πανέξυπνο και πονηρούτσικο! 

Το καλοκαίρι της τελευταίας χρονιάς σπουδών τους, η Μαρίνα τηλεφωνεί στον πατέρα της  και με όσο θάρρος μπόρεσε να επιστρατεύσει και με τον Ανδρέα δίπλα να της κρατάει το χέρι, του είπε ίσια και σταράτα αλλά με καλό τρόπο ότι σχετίζεται με ένα καλό παιδί που σκέφτονται να παντρευτούν και θα έρθουν στην Ζάκυνθο να γνωριστούν. Πονηρός ο Βαγγέλης, δεν έφερε αντίρρηση, γιατί το σατανικό του μυαλό άρχισε ήδη να δουλεύει και να σκέφτεται πώς θα απαλλαγεί ανώδυνα από τον λεγάμενο! Ήδη υπολόγιζε να την παντρέψει με το γιο φίλου του από τα μέρη του. 

Ήταν αρχές Αυγούστου όταν πήγαν στην Ζάκυνθο η Μαρίνα με τον Ανδρέα. Μετά τις υποδοχές και λοιπά έστρωσε η Νικολέτα κατ' εντολήν του Βαγγέλη να κοιμηθεί ο Ανδρέας σ' ένα μικρό δωματιάκι δίπλα στην κρεβατοκάμαρά του και διάταξε την Νικολέτα να κοιμηθεί στο σαλόνι με την Μαρίνα κι αλίμονό της αν το ζευγάρι σμίξει τη νύχτα, νάχει μάτια κι αυτιά  ορθάνοιχτα!

Το πρωί, αφού ήπιαν καφέ κι ό,τι άλλο ετοίμασε η Νικολέτα, παίρνει το λόγο ο Βαγγέλης και λέει του Ανδρέα:

-Η κόρη μου, μου είπε ότι έχετε δεσμό και θέλετε να παντρευτείτε, αληθεύει ή περνάς την ώρα σου μαζί της; Πρόσεξε, τι θα μου απαντήσεις.

-Δεν είμαι αλήτης κύριε Βαγγέλη, με τη Μαρίνα αγαπιόμαστε τρία χρόνια τώρα, το γνωρίζουν και οι δικοί μου, που έχουν γνωρίσει ήδη την Μαρίνα και την αγαπούν κι ασφαλώς εγκρίνουν την απόφαση μας. Θέλουμε, λοιπόν, και  την δική σας ευχή.

Κάπου στριμώχτηκε ο Βαγγέλης και κατάλαβε πως δεν τον παίρνει να φέρει άμεση αντίρρηση. Το ύπουλο κι άρρωστο μυαλό του όμως είχε προετοιμαστεί και γι' αυτό, και του λέει:

-‘Όλα καλά όπως τα λες, αλλά, μολονότι δεν είμαι Ζακυνθινός, ζω εδώ τόσα χρόνια που τηρώ τα αντέτια τα ζακυθινά!  

Κοιτάζει ερωτηματικά την Μαρίνα ο Ανδρέας.

-...τοπικά έθιμα, του λέει εκείνη.

-Το αντέτι είναι ότι, για να διαπιστώσουμε κατά πόσον ειλικρινής και άξιος είναι ο γαμπρός, τον πετάμε στη μεγάλη  πηγάδα κι αν δεχτεί κι αν καταφέρει να βγει από εκεί, παναπεί πως είναι άξιος και του δίνουμε το θηλυκό μας παιδί!

Μένουν άφωνοι όλοι, προ παντός η Νικολέτα και η Μαρίνα, που ασφαλώς γνωρίζουν ότι δεν υπήρξε ποτέ ούτε υπάρχει τέτοιο αντέτι, αλλά σιωπούν για να κερδίσουν χρόνο.

-Εντάξει, πατέρα, λέει η Μαρίνα, δώσε μας λίγο χρόνο να μιλήσουμε και θα σου απαντήσουμε.

Η Νικολέτα όσο που δεν σήκωσε την καθίκλα να την κοπανίσει στο κεφάλι του σατανικού πατέρα. Μόλις απομακρύνθηκαν τα παιδιά, 

-Φτου σου παλιάνθρωπε, κακούργε τι πας να κάνεις μωρέ φονιά; Να σκοτώσεις το ξένο παιδί;

Ορμούν πατέρας και γιος επάνω της με γροθιές και κλωτσιές κ' η μαύρη η μάνα κιχ δεν έκανε να μην ακούσουν τα παιδιά.

Ο Ανδρέας που ήταν γυμνασμένος, αλλά πάνω απ΄ όλα ερωτευμένος, λέει στην αγαπημένη του:

-Μη φοβάσαι μάτια μου, θα τα καταφέρω. 

Την άλλη μέρα το πρωί ο Βαγγέλης, για να επιβεβαιώσει ότι όντως θα πέσει στο πηγάδι και η Μαρίνα γεμάτη αγωνία, οι άλλοι διατάχτηκαν να μείνουν μέσα, πλησιάζουν στην βαθιά πηγάδα, αγκαλιάζει τη Μαρίνα ο Ανδρέας και πριν προλάβει να αντιδράσει ο Βαγγέλης για τα… θάρρητα να τολμήσει να την αγκαλιάσει μπροστά του, ένα σάλτο, μέσα στην πηγάδα. Όσο που δεν λιποθύμησε η Μαρίνα ακούγοντας τον θόρυβο που έκανε το σώμα του αγαπημένου της πέφτοντας.

Κλείνει τα μάτια και σφίγγει τα δόντια μετρώντας τo χρόνο που της φάνηκε αιώνας μέχρι να διαπιστώσει πως ο Ανδρέας από εσοχή σε εσοχή στα τοιχώματα της πηγάδας κατάφερε κάποια στιγμή να βγει από κει μέσα, μούσκεμα, στραπατσαρισμένος, αλλά  σώος και αβλαβής. Ρίχνει ένα βλέμμα σκέτο δηλητήριο στον πατέρα της η Μαρίνα και πέφτει στην αγκαλιά του Ανδρέα!

Μετά από αυτό, δεν είχε πια περιθώρια ο πανούργος Βαγγέλης παρά να δεχτεί να παντρευτούν τα παιδιά, αλλά πολύ κακοκαρδισμένος που η Μαρίνα του, του χάλασε τα σχέδια να πάρει τον χωριανό του!!

Δυο βδομάδες αργότερα, καταφθάνουν από τον τόπο τους οι γονείς του Ανδρέα και οι δυο αδελφούλες του που τις λάτρευε! Η συμπεθέρα κρατάει στην αγκαλιά της τον μικρό Πεπίτο, γιατί φοβάται μήπως τους ξεφύγει και χαθεί.

Στην αρχή, το διασκεδάζει κι ο Βαγγέλης κι η Νικολέτα και ο Γιώργης, γιατί είναι όντως πολύ χαριτωμένο το σκυλάκι, αλλά αυτό λες από ένστικτο, ενώ αφήνει τη Νικολέτα να το χαϊδέψει και παίζει μαζί της, όταν το ζυγώνει ο Βαγγέλης ή ο Γιώργης, τους δείχνει απειλητικά τα δόντια και γρυλίζει!

Η καημένη η συμπεθέρα ούτε στα κορίτσια δεν εμπιστεύεται τον Πεπίτο, μην τους ξεφύγει και ορμήσει επάνω τους! Μικρό αλλά θαυματουργό, ικανό να τους δαγκώσει  όπου βρει και να τους σκίσει το παντελόνι. Αγριεύουν πατέρας και γιος με το κοπρόσκυλο που τους κουβαλήσανε, αλλά προσπαθούν να συγκρατηθούν. 

Την επόμενη Κυριακή, θα περνάγανε βέρες τα παιδιά! Καλέσανε ένα θείο με την γυναίκα του καθώς και δύο φίλες της Μαρίνας, που είχαν πάει μαζί σχολείο και θα γίνονταν κουμπάρες. Ανασκουμπώνεται η Νικολέτα αλλά και η Μαρίνα, έρχεται κ' η θεία από την προηγούμενη, σφάζουν κότες και κοκόρια, καθώς κι τρία κουνέλια από δικά τους, γιατί άκουσε τους συμπεθέρους να λένε πως τους αρέσουν, ζύμωσαν την παραδοσιακή κουλούρα της νύφης, αγόρασαν δώρα για το γαμπρό και τα πεθερικά κι όλα έτοιμα για την μεγάλη μέρα! Εκκλησιάστηκαν το πρωί, καλέσανε και τον παπά να ευλογήσει τον αρραβώνα, όλα πήγαιναν ρολόι και αφού τελείωσαν τα τυπικά, έστρωσαν το μεγάλο τραπέζι στη σάλα  και κάθισαν όλοι για φαγητό! Η συμπεθέρα τρώει με το ένα χέρι και με το άλλο κρατάει σφιχτά τον Πεπίτο. Κύριος ο Πεπίτο και ανενόχλητος! 

Όλα βαίνουν καλώς, μέχρι που σηκώθηκε ο Βαγγέλης για να κάνει πρόποση και να ευχηθεί στα παιδιά! Με το που τον βλέπει όρθιο ο Πεπίτο, ορμάει απειλητικά επάνω του γρυλίζοντας και δαγκώνοντας όπου έβρισκε, πετιέται πάνω ο Γιώργης και τον βουτάει από το λαιμό, αρχίζουν όλοι να του φωνάζουν, κλάματα οι μικρές, λιποθυμάει η συμπεθέρα, ο Βαγγέλης ξεχνάει πως δεν είναι μόνος στο σπίτι του κι αρχίζει να βρίζει με τα πιο αισχρά λόγια, γίνεται πραγματικό πανδαιμόνιο, ο συμπέθερος αρπάζει βίαια από τα χέρια του Γιώργη τον Πεπίτο κι εκείνος, πιάνει από την άκρη το μεγάλο τραπεζομάντιλο και με βλαστήμιες και βρισιές στους συμπεθέρους, πετάει πρώτα κάτω φαγητά και σερβίτσια, μετά με άγριες κινήσεις και φωνές αναποδογυρίζει το τραπέζι βρίζοντας και… έτσι άδοξα εσχόλασε ο γάμος!

δ.μ.

Σαν επίλογος

Η ιστορία που διαβάσατε, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, είχε αίσιο τέλος! Η Μαρίνα ακολούθησε τον Ανδρέα στην Αθήνα και, όταν παντρεύτηκαν, πήρε τη μάνα της την Νικολέτα κοντά τους και μαζί με την συμπεθέρα που πήγαινε κι εκείνη κάθε τόσο στην Αθήνα, φρόντιζαν τα εγγονάκια τους!

Η Νικολέτα, για πρώτη φορά στη ζωή της, ένιωσε αγάπη και θαλπωρή! Αλλά στην Ζάκυνθο, όσο ζούσε ο Βαγγέλης δεν πήγαν ποτέ!

δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: