Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Προσκύνημα "Γεθσημανή τω χωρίω", στον Τάφο της Παναγίας και την Ιεροσολυμίτισσα


Ταξίδεψε και φωτο-αποτύπωσε ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας
























Το Πάνσεπτο Θεομητορικό μνήμα, ο Τάφος της Παναγίας, είναι ένα χριστιανικό μνημείο στην Κοιλάδα των Κέδρων – στους πρόποδες του όρους των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ και εκλαμβάνεται από τους Χριστιανούς της Ανατολής ως ο τόπος ταφής της Μαρίας, μητέρας του Ιησού.

Ιστορία

Η Ιερή Παράδοση του Χριστιανισμού διδάσκει ότι η Παναγία πέθανε από φυσικό θάνατο, όπως ακριβώς κάθε άνθρωπος. Η ψυχή της Θεοτόκου λήφθηκε από τον Χριστό μετά το θάνατό της και το σώμα της μετέστη την τρίτη ημέρα μετά από την κοίμηση. Έτσι, η Παναγία παραμένει ψυχή τε και σώματι στον ουρανό, σε αναμονή για τη γενική ανάσταση. Ο τάφος της, σύμφωνα με αυτή τη διδασκαλία, βρέθηκε άδειος την τρίτη ημέρα μετά την κοίμηση.

H Ρωμαιοκαθολική παράδοση υποστηρίζει ότι η Θεοτόκος μετέστη στον ουρανό σε σωματική μορφή, με τη θεία Ανάληψη, αλλά το ερώτημα τού κατά πόσον πράγματι υπέστη τον φυσικό θάνατο παραμένει ανοιχτό στην Καθολική άποψη. Ωστόσο, οι περισσότεροι θεολόγοι πιστεύουν ότι γεύτηκε τον θάνατο πριν την Ανάληψή της. 

Μια αφήγηση που είναι γνωστή ως Euthymiaca Historia (γραμμένη μάλλον από τον Κύριλλο Σκυθουπόλεως τον 5ο αι.) αναφέρει πως ο Αυτοκράτορας Μαρκιανός και η γυναίκα του Πουλχερία, ζήτησαν τα λείψανα της Παναγίας από τον Ιουβενάλιο Ιεροσολύμων, τον Πατριάρχη της Ιερουσαλήμ, ενώ βρισκόταν στο Συμβούλιο της Χαλκηδόνας (451). Σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο Ιουβενάλιος απάντησε ότι την τρίτη ημέρα μετά την ταφή το μνήμα της Θεοτόκου ανακαλύφθηκε ότι είναι άδειο. Μονάχα το σάβανό της σώζεται στην εκκλησία της Γεθσημανή.

Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, στο μνήμα βρέθηκε μονάχα η Τιμία Ζώνη της Παναγίας.

Αρχαιολογία

Το 1972, ο Bellarmino Bagatti, ένας Φραγκισκανός μοναχός και αρχαιολόγος, ανέσκαψε τον χώρο και ανακάλυψε κατάλοιπα ενός αρχαίου νεκροταφείου που χρονολογείται από τον 1ο αιώνα. Τα ευρήματά του δεν έχουν ακόμη υποβληθεί σε αξιολόγηση από την ευρύτερη αρχαιολογική κοινότητα και η εγκυρότητα της χρονολόγησής του δεν έχει πλήρως αξιολογηθεί.

Ο Bagatti ερμήνευσε τα ερείπια ως απόδειξη ότι η αρχική δομή του νεκροταφείου αποτελείται από τρεις θαλάμους (ο πραγματικός τάφος είναι το εσωτερικό τμήμα του όλου συγκροτήματος), κάτι το οποίο ερχόταν σε συμφωνία με την παράδοση της εποχής. Αργότερα, ο τάφος ερμηνεύτηκε από τους τοπικούς Χριστιανούς ως αυτός της Παρθένου Μαρίας, όντας απομονωμένος από το υπόλοιπο της νεκρόπολης. Ένα κουβούκλιο βρισκόταν χτισμένο πάνω από τον τάφο.


Ο Τάφος της Παναγίας, στην ανατολική πλευρά της εκκλησίας

Μια μικρή εκκλησία σε οκτάγωνη βάση χτίστηκε από τον Πατριάρχη Ιουβενάλιο Ιεροσολύμων κατά τη διάρκεια του Μαρκιανούκανόνα τον 5ο αιώνα, πάνω από την τοποθεσία αυτή, και καταστράφηκε με την περσική εισβολή το 614. Κατά τη διάρκεια των επόμενων αιώνων η εκκλησία καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε πολλές φορές, αλλά η κρύπτη ήταν ανέπαφη. Όσο για τους Μουσουλμάνους, το μνήμα θεωρήθηκε ο τόπος ταφής της μητέρας του προφήτη Isa (Ιησούς). Ξαναχτίστηκε στη συνέχεια το 1130 από τους Σταυροφόρους, οι οποίοι εγκατέστησαν ένα περιτοιχισμένο μοναστήρι των Βενεδικτίνων, τη Μονή της Αγίας Μαρίας στην Κοιλάδα του Ιωσαφάτ.

Το μοναστηριακό συγκρότημα περιελάμβανε πρώιμες Γοτθικές στήλες, κόκκινο-πράσινες τοιχογραφίες, και τρεις πύργους για την προστασία του. Η σκάλα και η είσοδος ήταν επίσης μέρος της εκκλησίας των Σταυροφόρων. Η εκκλησία αυτή καταστράφηκε από τον Σαλαντίν το 1187, αλλά η κρύπτη ήταν ακόμα σεβαστή. Το μόνο που είχε απομείνει ήταν η νότια είσοδος και σκάλα, η τοιχοποιία της άνω εκκλησίας που χρησιμοποιήθηκε κατά την κατασκευή των τειχών της Ιερουσαλήμ. Στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα Φραγκισκανοί μοναχοί έχτισαν την εκκλησία για μια ακόμη φορά. Ο ελληνικός Ορθόδοξος κλήρος ξεκίνησε σταδιακά την εξαγορά των διαφόρων Αγίων τόπων, συμπεριλαμβανομένου και αυτού, και το 1757 και εκδιώχθηκαν οι Φραγκισκανοί. Οι Οθωμανοί υποστήριξαν αυτό το "status quo" στα δικαστήρια. Από τότε, το Πάνσεπτο Θεομητορικό Μνήμα ανήκει στην ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και την Αρμενική Αποστολική Εκκλησία της Ιερουσαλήμ, ενώ το σπήλαιο της Γεθσημανής παρέμεινε στην κατοχή των Φραγκισκανών.

Η εκκλησία

Περιβεβλημένη από μια αυλή στα νότια, η σταυροειδής εκκλησία που θωρακίζει τον τάφο έχει ανασκαφεί σε μια υπόγεια πετρώδη σπηλιά και στην είσοδό της βρίσκεται μια πλατιά καθοδική σκάλα που χρονολογείται από τον 12ο αιώνα. Στην αριστερή πλευρά της σκάλας (προς τα δυτικά) υπάρχει το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωσήφ, του συντρόφου της Μαρίας, ενώ στα δεξιά (προς τα ανατολικά) υπάρχει το παρεκκλήσι των γονέων της Παναγίας, του Ιωακείμ και της Άννας, εμπεριέχοντας, επίσης, τον τάφο της Βασίλισσας Μελισσάνθης της Ιερουσαλήμ.

Στην ανατολική πλευρά του ναού βρίσκεται το παρεκκλήσι του Τάφου της Παναγίας. Βωμοί των Ελλήνων και των Αρμενίων επίσης καταλαμβάνουν την ανατολική αψίδα. Νότια του τάφου είναι μια μιχράμπ που δείχνει την κατεύθυνση της Μέκκας, που εγκαταστάθηκε όταν οι Μουσουλμάνοι είχαν κοινά δικαιώματα στην εκκλησία. Επί του παρόντος, οι Μουσουλμάνοι δεν έχουν περισσότερα δικαιώματα ιδιοκτησίας σε αυτό τον τον Άγιο τόπο. Στη δυτική πλευρά υπάρχει επιπλέον μια Κοπτική εκκλησία.

Το Αρμενικό Πατριαρχείο της αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ και η ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Ιερουσαλήμ έχουν στην κατοχή τους το ιερό. Οι Σύριοι, οι Κόπτες και οι Αιθίοπες διατηρούν μειοψηφία δικαιωμάτων.

Αυθεντικότητα

Ένας θρύλος, ο οποίος αναφέρθηκε για πρώτη φορά από τον Επιφάνιο της Σαλαμίνας, τον 4ο αιώνα μ.Χ., ανέφερε ότι η Μαρία μπορεί να είχε περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της στην Έφεσο. Οι Εφέσιοι συμπέραναν αυτό από την παρουσία του Ευαγγελιστή Ιωάννη στην πόλη, και από τις οδηγίες του Ιησού προς τον Ιωάννη για να αναλάβει τη φροντίδα της Μαρίας μετά το θάνατό του. Ο Επιφάνιος, ωστόσο, επεσήμανε ότι παρόλο που η Αγία Γραφή αναφέρει ο Ιωάννης κατευθύνθηκε προς την Ασία, δεν κάνει καμία αναφορά στην Μαρία. Η παράδοση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας θεωρεί ότι η Παναγία έζησε στην περιοχή της Εφέσου, όπου υπάρχει ένας τόπος γνωστός ως το Σπίτι της Παναγίας και σεβαστός από τους Καθολικούς και τους Μουσουλμάνους, αλλά υποστηρίζει ότι έμεινε εκεί για λίγα χρόνια. Αυτή η διδασκαλία είναι με βάση τα γραπτά των Αγίων Πατέρων.

Αν και πολλοί Χριστιανοί πιστεύουν ότι δεν παρέχονται πληροφορίες για το τέλος της ζωής της Μαρίας ή της ταφής της στην Καινή Διαθήκη ή στα Απόκρυφα, στην πραγματικότητα υπάρχουν πάνω από 50 Απόκρυφα σχετικά με τον θάνατο της Παναγίας. Το Βιβλίο του Ιωάννη για την Κοίμηση της Θεοτόκου, που γράφτηκε στο 1ο, 3ο, 4ο ή 7ο αιώνα, τοποθετεί τον τάφο στη Γεσθημανή, όπως και η Πραγματεία για τον θάνατο της Παναγίας του 4ου αιώνα.

Το Breviarius της Ιερουσαλήμ, ένα σύντομο κείμενο που γράφτηκε περίπου το 395 μ.Χ., αναφέρει την κοιλάδα της Βασιλικής της Παναγίας, η οποία περιέχει το Πάνσεπτο Θεομητορικό μνήμα. Αργότερα, οι Άγιοι Επιφάνιος Σαλαμίνας, ο Γρηγόριος της Τουρ, ο Ισίδωρος της Σεβίλλης, Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, Ανδρέας Κρήτης, Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρουν πως ο τάφος βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ, και μαρτυρούν ότι η παράδοση αυτή ήταν αποδεκτή από όλες τις Εκκλησίες της Ανατολής και της Δύσης.

Άλλες εκδοχές

Κατά μία λιγότερο αποδεκτή εκδοχή πιστεύεται ότι ο τάφος της Παναγίας βρίσκεται στον τόπο "Μαρία" στο Τουρκμενιστάν, μια πόλη με το αρχικό όνομα Mari. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής ισχυρίζονται ότι η Παρθένος Μαρία και ο Ιησούς Χριστός ταξίδεψαν στην Ινδία, έχοντας επιζήσει σταύρωσης, όπου και παρέμειναν μέχρι το τέλος της ζωής τους. Η αυθεντικότητα αυτών των εκδοχών δε βρίσκει ακαδημαϊκή βάση και για τον λόγο αυτό δεν αναγνωρίζεται από την Αγία έδρα, ούτε από κανέναν άλλο θρησκευτικό ή ακαδημαϊκό φορέα.

[πηγή στοιχείων: Βικιπαίδεια]

Δεν υπάρχουν σχόλια: