e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

Ο Παίδαρος

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Πολύ ψηλός κι ευτραφέστατος, εξ ου και το παρατσούκλι, παίδαροςΉταν τότε που οι Ζακυνθινοί με το χιούμορ τους, καυστικό πολλές φορές, δεν άφηναν ούτε κολοβό κουνέλι που να μην του κρεμάσουν ουρά, βλέπε  σουσούμι.

Πιθανόν, αυτή η ανάγκη για παρατσούκλια ή σουσούμια, να μην ήταν απλά χάριν αστεϊσμού. Ίσως προέκυψε γιατί σε κάθε χωριό αλλά και στη χώρα, υπήρχαν πολλές οικογένειες με το ίδιο επώνυμο αλλά και το ίδιο βαφτιστικό όνομα, όπως στην περίπτωση πρωτεξάδελφων, που αν μια οικογένεια είχε π.χ. τρεις γιους κι οι τρεις όφειλαν να βαφτίσουν το πρώτο τους αγόρι με το όνομα του πατέρα. Το ίδιο ίσχυε και για τα κορίτσια, έπρεπε να πάρουν το όνομα της Γιαγιάς, από τον πατέρα! Για να τους ξεχωρίζουν, λοιπόν, κολλούσαν  ένα παρατσούκλι σε κάθε οικογένεια με το ίδιο επίθετο, ώστε να μην τους μπερδεύουν. Στο Γυμνάσιο, θυμάμαι, είχαμε κάμποσα αγόρια αλλά και κορίτσια, με το ίδιο ονοματεπώνυμο κι όταν έπρεπε καθηγητής να αναφερθεί σε έναν/μία από αυτούς χρησιμοποιούσε και το πατρώνυμο.

Το παρατσούκλι, είχε να κάνει με τα χαρακτηριστικά προσώπου/σώματος ή με ιδιορρυθμίες τους και παράξενα χαρακτήρα τους ή ακόμα το επάγγελμά τους! Π.χ.  ο τάδε ο τσιγγούνης, ή ο κουτσός ή ο αλλήθωρος ή ο βαρεμένος και πολλά-πολλά άλλα! Ο δείνα ο μπακαλόγατος ή ο Γυρολόγος, ή ο γανωματής και πλείστα όσα. Όπως γράφω και στο διήγημα μου, Νικολής ο Χαμωλόης, « Ο Κραταιός Νόστος», εκδόσεις Πανεπιστημίου RMIT, Μελβούρνη, 2006,  Πιο εύκολο ήταν για τον ταχυδρόμο να παραδώσει ένα γράμμα, στο σωστό παραλήπτη, αν αυτό απευθυνόταν σε κάποιον με το παρατσούκλι του παρά με το επίθετο τουΠολλές φορές ολόκληρα χωριά είχαν «χαρακτηριστικό» παρατσούκλι, ανάλογα με τις συνήθειες ή κάποιες ιδιαίτερες ενασχολήσεις ή παραξενιές των κατοίκων! Για ευνόητους λόγους, θα αποφύγω να αναφέρω έστω και ένα από αυτά, γιατί πιθανόν, να παρεξηγηθούν κάποιοι αναγνώστες, κάτι που δεν επιθυμώ!

Έτσι λοιπόν και ο σημερινός μας ήρωας, Παίδαρος, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του. Αμφιβάλλω αν γνώριζε κανείς πώς τον ονόμασαν όταν οπωσδήποτε, κάποιοι κάποτε τον βάφτισαν. Ήταν καρπός όχι μόνο παράνομου, αλλά το χειρότερο,  ασυγχώρητου και απαράδεχτου έρωτα!

Η Σαββούλα,  ούτε 18 χρονών όταν ο νεαρός Ιταλός-κατακτητής, (λες και  γνώριζε από πόλεμο και μίσος, απλά τον επιστράτευσαν ούτε 20 χρονών παιδί, του έδωσαν ένα όπλο και τον έστειλαν να πολεμήσει),  όπου η μονάδα του είχε επιτάξει το μεγαλύτερο κι ωραιότερο σπίτι της περιοχής, συναπαντήθηκε με τον Σαλβατλόρε. Ρίγησαν κι οι δυο με την πρώτη ματιά που αντάλλαξαν! Απαγορευμένος έρωτας! Μα, τι ξέρουν  τάχα τα νιάτα κι η καρδιά από πόλεμο και απαγορευμένη αγάπη; Η Αγάπη, η αγνή κι αληθινή, κακώς χαρακτηρίζεται ως «απαγορευμένη», ανεξαρτήτως συνθηκών. Το πρόβλημα είναι ότι κάποιες φορές έρχεται σε λάθος τόπο και χρόνο. Αν δεν υπήρχε ο πόλεμος, κάθε άλλο παρά απαγορευμένη θα ήταν η όμορφη αγάπη των δύο παιδιών! Σκίρτησε η καρδιά του εχθρού-στρατιώτη και δεν χρειάστηκε πολύ έτσι νέος, ωραίος κι ευαίσθητος άνθρωπος που ήταν, να κερδίσει την καρδιά της μικρής κοπέλας! Ένας έρωτας, επικίνδυνος, όχι απλά απαγορευμένος!!!

Όταν η Σαββούλα κατάλαβε τι της συνέβαινε, η πρώτη της σκέψη ήταν να φαρμακωθεί ή να  πέσει στο πηγάδι, να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης! Μα τρόμαξε, πως θα φαρμάκωνε και το παιδί που είχε στα σπλάχνα της, τι φταίει εκείνο να πεθάνει με φριχτούς πόνους. Το πηγάδι, ήταν ευκολότερη λύση. Έτρεμε την δικαιολογημένη οργή του πατέρα της, (είχε πάρει τ' αυτί της τι περίμενε  όλες  τις κοπέλες σε τέτοιες καταστάσεις), έτρεμε την οργή των χωριανών όσο μεγάλωνε η κοιλιά της! Προδότρια θα την φώναζαν, παλιοθήλυκο και πόρνη θα την ξεφώνιζαν  που όχι μόνο «πήγε με άντρα», αλλά πήγε με τον οχτρό κι έκαμε παιδί μαζί του! Θα της ξύριζαν το κεφάλι, θα την διαπόμπευαν, θα την περιφέρανε γύρω στο χωριό, θα την έδιωχναν από το σπίτι, και τι θα γινόταν μ΄ ένα παιδί στην κοιλιά ή στην αγκαλιά. Το βαθύ πηγάδι η μόνη λύτρωση.

Ο Σαλβατόρε εν τω μεταξύ, πριν ακόμα μαθευτεί η πομπή της στο χωριό, πήρε μετάθεση κι έφυγε. Ποτέ δεν έμαθε η Σαββούλα αν από δική του πρωτοβουλία, λόγω της εγκυμοσύνης της ή όντως οι ανώτεροι τον μετέθεσαν! Γιατί δεν τον ξαναείδε ποτέ. Τράβηξε για πέρα στο βουνό που ήξερε πως εκεί κοντά στις ελιές του πατέρα της υπήρχε ένα βαθύ ξεροπήγαδο, αφύλαχτο (χωρίς σκέπασμα «φιλιατρό»). Εκεί μέσα θα έπεφτε. Μια απόφαση ήταν. Όσο και να πονέσει μέχρι να βγει η ψυχή της, ούτε σύγκριση με το τι την περιμένει αν μεγαλώσει λίγο η κοιλιά της ή αν γεννήσει. Με το βλέμμα αποχαιρέτησε γύρω το σπίτι, την αυλή της, τη γειτονιά, τα δέντρα, τις κοτούλες που τις είχε φίλες κι η κάθε μια είχε το δικό της όνομα κι ανταποκρινόταν με χαρούμενα κακαρίσματα τρέχοντας κοντά της όταν τις καλούσε.

Πέρασε από την εκκλησία του Άι Νικόλα να ανάψει ένα κερί για την ψυχή του αγέννητου παιδιού της που πήγαινε να το σκοτώσει. Τα μάτια της τρέχανε συνεχώς. Από την ταραχή και την συγκίνηση ούτε πήρε χαμπάρι την Μαμή που της φάνηκε παράξενο τέτοιαν ώρα να πηγαίνει στην εκκλησία η Σαββούλα και που προφανώς,  την πήρε από πίσω μέχρι εκεί. 

Είχε τον τρόπο της η κυρά Μαμή, καλή και πονετική γυναίκα, πολλά είχε δει κι είχε ακούσει και ξανοίχτηκε η Σαββούλα. Βρήκε εκείνη τον τρόπο να μιλήσει στους γονείς της και μαζί βγάλανε την απόφαση. Θα πήγαινε απέναντι, στη Γλαρέντζα, όπου είχε μια θεία, θα γεννούσε και θα άφηνε το παιδί στο βρεφοκομείο. Κατοχή ήταν, ποιος γνοιαζόταν ποιος ζει και ποιος πεθαίνει και θα γύριζε πίσω λες και δεν τρέχει τίποτα. Για το μέλλον, έχει ο Θεός, κανείς δεν χάνεται.

Την άλλη μέρα από τη γέννα που λείπανε όλοι από το σπίτι, τύλιξε το μωρό της με μια κουβέρτα και πήρε το δρόμο. Δεν θα εγκατέλειπε το παιδί της, τον καρπό του έρωτά της σε άγνωστο μέρος. Τον αγάπησε πολύ τον Σαλβατόρε και την αγάπησε κι εκείνος, ήταν σίγουρη για αυτό. Με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να περάσει απέναντι στο νησί, σφίγγοντας τρυφερά στην αγκαλιά το πολύτιμο φορτίο της.

Φτάνοντας, πήρε τον δρόμο για το Ορφανοτροφείο. Εκεί θα άφηνε κρυφά να μην την δει κανείς  το παιδάκι της. Θα ήταν τουλάχιστον κοντά της και θα μπορούσε, έστω και κλεφτά, να περνάει απ' έξω γνωρίζοντας πως μέσα εκεί υπάρχει ο γιος της! Έγραψε σ' ένα χαρτάκι το όνομα του… "Σαλβατόρε", σαν τον πατέρα του, με την σκέψη πως ίσως κάποτε το όνομα του παιδιού, θα βοηθήσει να το ξαναβρεί. Εκεί μέσα μεγάλωσε και έζησε ο μικρός Σαλβατόρε, που τον μετονόμασαν σε Κέκο, από φόβο πως το όνομα θα πρόδιδε πως ήταν παιδί του εχθρού και ποιος ξέρει πώς θα του φέρνονταν.

Περνούσαν τα χρόνια κι όσο μεγάλωνε ο Κέκος, τόσο κι έμοιαζε του πατέρα του! Το παρατσούκλι του το κόλλησαν όταν πήγε σχολείο, λόγω ύψους και γενικά, διαστάσεων, και ως συνήθως, με αυτό το όνομα μεγάλωσε. Και η ζωή τράβηξε το δρόμο της, έτσι συμβαίνει πάντα. Όταν γύρισε από φαντάρος, εργατικό και όμορφο παιδί όπως ήταν, παντρεύτηκε με μια καλή κοπέλα που αγνόησε το ότι ήταν… μούλος, νόθος, άγνωστης φύρας… Ναι, υπήρχαν κι αυτά τα ωραία εκείνα τα χρόνια… Το εξώγαμο παιδί, το αποκαλούσαν μούλικο, κάπρο, νόθο και πολλά άλλα. 

Άκου νόθο! Όταν γεννήθηκε με τον ορθόδοξο τρόπο που ορίζει η φύση! Από την ένωση ενός άνδρα και μιας γυναίκας! Σήμερα, ούτε τα παιδιά του σωλήνα ή της δανεικής μήτρας δεν αποκαλούν νόθα, μολονότι δεν γεννιούνται με τον ορθόδοξο, παραδοσιακό τρόπο!Ευτυχώς δηλαδή! Γιατί ένα παιδί, είναι θείο δώρο, ανεξάρτητα τρόπου σύλληψης και κοινωνικο-θρησκευτικών κανόνων! Κι ο Κέκος, που ουδείς πλέον  γνώριζε ή θυμόταν το όνομα του, γνωστός σε όλους ως ο Παίδαρος, απόκτησε παιδιά κι εγγόνια!

Όμως, η μοίρα του γέρο γονιού, σκληρή και δύσκολη τις περισσότερες φορές. Έτσι και του Παίδαρου η μοίρα. Τέσσερα παιδιά δύο σερνικά δύο θηλυκά αναστήσανε με την Μαρία του, τα αποκαταστήσαν όσο καλύτερα μπορούσαν, με τέχνες τα σερνικά, μαραγκός ο ένας, πεταλωτής ο άλλος, προίκισαν τις κοπέλες με ό,τι είχαν τη δύναμη κι όλα πήγαιναν καλά. Πέρασαν τα χρόνια, ναι, το έχουν αυτό το ελάττωμα. Γέρασαν η Μαρία και ο Παίδαρος. Πρώτη έφυγε η Μαρία του, από καρδιά! Γρήγορα κι εύκολα χωρίς να κουράσει ή ενοχλήσει κανέναν. Κι έμεινε μόνος ο Παίδαρος που είχε προβλήματα κινητικότητας, ακράτειας και πολλά άλλα. Η Μαρία του τον είχε καλομάθει και δεν ήταν άξιος ούτε νερό να πιει μόνος.

Αφού ταλαιπωρήθηκε κάμποσους μήνες ολομόναχος, τα παιδιά του τον έβαλαν στο Γηροκομείο. Βαρύ πολύ του ήρθε του Παίδαρου, μετά από τέσσερα παιδιά να καταλήξει εκεί. Περισσότερο τον ενοχλούσε πως εκείνος καθόταν μες στο κέντρο της χώρας και σμίγανε με τους φίλους του, πίνανε κάνα ποτηράκι ή καφέ, τα λέγανε και σκοτώνανε τον καιρό. Επί πλέον, μπορούσε να συνοδεύσει στην στερνή του κατοικία σχεδόν κάθε γνωστό και φίλο άνδρα ή γυναίκα που έφευγε, προσδοκώντας, αναπόφευκτα, και το δικό του φευγιό.

Καλά, μωρέ παιδί μου, και στο Γηροκομείο, δεν είχε πολλά παράπονα, μα και να είχε πού να τα πει; Αλλά μακριά από τη χώρα, καημό και μαράζι το είχε να πάει. Κάθε πρωί, μετά το πενιχρό πρωινό που τους έδιναν, ετοιμαζόταν αποφασισμένος «σήμερα» να πάει οπωσδήποτε στη χώρα! Έπαιρνε την μαγκούρα του και ξεκινούσε. Μα, κούτσα-κούτσα, όπως πήγαινε, κόντευε μεσημέρι κι εκείνος μόλις και πλησίαζε στο ποτάμι τ' Άι Χαραλάμπη. Κοίταζε την ώρα στο μεγάλο ρολόι, και τον έπιανε πανικός! Ωχ, τι έπαθε… Σε λίγο θα σερβίρουν μεσημεριανό στο Γηροκομείο κι αν δεν είναι εκεί, θα του φάνε το φαΐ οι άλλοι και θα μείνει νηστικός! Έκανε μεταβολή κι όσο γρήγορα του επέτρεπαν τα γέρικα πόδια του έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής να προλάβει!

Κάθε μέρα τα ίδια, χρόνια ολόκληρα, κάθε μέρα τον χλεύαζαν και τον κούρδιζαν οι άλλοι τρόφιμοι! Μα ο Παίδαρος δεν το 'βαζε κάτω, δεν έχανε την ελπίδα πως μία μέρα, θα κατάφερνε να φτάσει στη χώρα!

Κι έφτασε… Μα, όχι μόνος, όχι περπατώντας! Σεβόμενοι όλοι την σφοδρή του επιθυμία, όταν άφησε πια τα εγκόσμια, τον πέρασαν μ' ένα χερόκαρο και διέσχισε ολόκληρη τη χώρα, μέχρι να φτάσουν στο Κρυονέρι, στο Νεκροταφείο, εκεί που θα κοιμόταν τον αιώνιο ύπνο, δίπλα στην Μαρία του!

δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: