Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Νυχθημερόν παρόντες στο "Νυχθημερόν"!

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Βραδινή Προσευχή

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά


Εντάξει, δεν είναι σοβαρή αρρώστια, μα είναι, ίσως, από τις πιο ενοχλητικές, όπου σε ρίχνει κάτω για κάμποσες ημέρες και δεν ρωτάει αν είσαι σε θέση το συγκεκριμένο διάστημα να βγεις εκτός μάχης.

Για τη γρίπη πρόκειται, όχι βέβαια αυτή των χοίρων, των πτηνών ή των... ιχθύων, αλλά την απλή, κοινή γρίπη. Αρχίζει με καταρροή, ελαφρές κρυάδες που γίνονται ρίγη και τρέμεις σύγκορμος ενώ όλοι γύρω σου ζεσταίνονται, τα ρίγη εναλλάσσονται με ξαφνικές εξάψεις γιατί ξαφνικά ο υδράργυρος παίρνει τα όρη και τα βουνά κι άντε φτου κι απ' την αρχή. Πονάνε τα αυτιά, πονάει ο λαιμός, πονάει όλο το σώμα λες και σου έκαναν φάλαγγα και το κεφάλι νιώθει σαν να σου έχουν φορέσει ακάνθινον στέφανον, όπου κάποιος σαδιστής έτσι απροειδοποίητα κάθε τόσο το πατάει με δύναμη ώστε τα αγκάθια να χώνονται βαθιά προκαλώντας τρομερό πόνο, τις λεγόμενες... σουβλιές! Κι εκεί που ήσουν μια χαρά, έτρεχες, έτρωγες, έπινες, ξαφνικά δεν έχεις κουράγιο ούτε τα πόδια σου να πάρεις και το νερό κι εκείνο με το ζόρι πάει κάτω.

Τρίτη μέρα σήμερα, λέω πού θα πάει, άντε μια δυο μέρες ακόμα και θα περάσει. Έλα όμως που η όρεξη για φαγητό στο ναδίρ, όπου από τη μια τα φάρμακα που παίρνω από την άλλη ο διαβήτης σού επιβάλλουν να τρως έστω και λίγο. Έτσι, με βαριά καρδιά κι επειδή τίποτα δεν πήγαινε κάτω, αποφάσισα να θυμηθώ τα παιδικά μου χρόνια...

Τα χρόνια εκείνα όπου δεν έκανα εγώ κουμάντο τι θα έτρωγα αλλά η παπαδιά. Ο παπάς πονεμένος από την κατοχή και τη μικρούλα αδελφή μου που πέθανε από πείνα, δεν με πίεζε ποτέ, τζιλίβα με ανεβοκατέβαζε η νόνα μου η Μπανατιώτισσα η Αντριάνα, σκ....μαθημένη η νόνα η... Κουκουναρία η Διαμαντίνα, κι ο παπάς να λέει: «Μου έλεγε πεινάω η Σούλα μου και μου ράγιζε την καρδιά γιατί δεν είχα τι να της δώσω, τώρα που δόξα τω Θεώ έχω τη δύναμη, ό,τι θέλει θα τρώει». Φώναζε η παπαδιά πως με κακομαθαίνει και ποιος ξέρει τι μου φυλάει η ζωή, αλλά ο παπάς ανένδοτος!

Εκεί που περνούσε της παπαδιάς, ήταν στη βραδινή σούπα τα καλοκαιρινά βράδια, όπου αφθονούσαν οι ζουμερές μυρωδάτες ντομάτες και το φρεσκοκομμένο σέλινο, το βραδινό δείπνο ήταν πάντα λιτό, τι καλύτερο από μια λαδόσουπα με μπόλικο σέλινο, αγνό λάδι και φρέσκες ντομάτες όπου αφού έβραζαν καλά για να ξεμυρίσει η ντομάτα, η παπαδιά έριχνε μέσα κριθαράκι, του κοκόρου το μάτι ή μαλλιά του αγγέλου! Κάποτε, επήλθε συμβιβασμός, πως αν τρώω τη μανέστρα το ένα βράδυ, το επόμενο θα μου φτιάχνει πατάτες τηγανητές, την αδυναμία μου! Εφιάλτης μου είχε γίνει η σούπα... α πα πα πα πα... δεν πήγαινε κάτω ούτε με σφαίρες...

Στη βραδινή προσευχή, προ του φαγητού, ακολουθούσα κατά γράμμα κι επαναλάμβανα τη προσευχή που έλεγε ο παπάκης μου, Ευλόγησον την βρώσιν και την πόσιν... Πριν πάω για ύπνο, όμως, εκεί που ήταν... ατομική η προσευχή, δεν ζητούσα τίποτα άλλο, δεν παρακαλούσα για τίποτα άλλο μόνο: Θεούλη μου, βοήθησε με να μεγαλώσω γρήγορα, ώστε να μην είμαι υποχρεωμένη να τρώω τη μανέστρα κάθε βράδυ. Μάλλον θα εισακούστηκαν οι προσευχές μου, γιατί, πριν καλά το καταλάβω, βρέθηκα στη θέση της παπαδιάς να προσπαθώ να κάνω το ίδιο με τα παιδιά μου πια... και μετέπειτα με τα εγγόνια μου, με φαγητά που δεν τους άρεσαν. Ομολογώ ότι ίσως αυτές οι καλοκαιριάτικες σούπες να έγιναν αφορμή, ώστε -όταν μεγάλωσα και μέχρι σήμερα σχεδόν- σπάνια να τρώω σούπα.

Σήμερα, όμως, λες κι ο οργανισμός ζητούσε μια ωραία, ζεστή σουπίτσα, μήπως και μαλακώσει λίγο ο λαιμός και καταπολεμηθούν τα ρίγη, έψαξα στο ψυγείο κι ό,τι χορταρικά υπήρχαν, συν σέλινο από τον κήπο, αφού τα ψιλόκοψα τα έβρασα μέσα στο ζουμί κότας που είχα βράσει πριν κι έφτιαξα μια πεντανόστιμη σούπα, αχνιστή-αχνιστή και κατακόκκινη, όχι φυσικά από φρέσκες ντομάτες, μεσοχείμωνο γαρ εδώ, αλλά ντοματάκια του κουτιού. Τι τα θέλεις όμως, προφανώς δεν ξεπέρασα ποτέ τον παλιό εφιάλτη με το ζόρι έφαγα δυο κουταλιές.

Εσείς εκεί, έχετε καλοκαιράκι τώρα, καλά και όμορφα να περνάτε, όσο το επιτρέπουν οι δύσκολες συνθήκες και... τρώτε και καμιά μανέστρα τα βράδια, ελαφριά κι ευκολοχώνευτη είναι!

Με την αγάπη μου πάντα,
δ.μ.τ.