Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, κατόπιν συνεννοήσεως και πάντως με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Γλέντι τρικούβερτο!

Γράφει από τη Μελβούρνη η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ-ΤΣΟΥΚΑΛΑ
Pablo Picasso, Μαντολίνο και Κιθάρα, 1924.
Αύγουστος ήταν και τότε, σαν τώρα. Ήταν το 1980, 32 χρόνια πριν... Αλήθεια, πότε πέρασαν; Είχαν περάσει 13 χρόνια από την ημέρα που, παραμονή Χριστουγέννων απόγευμα, σαλπάρισε το υπερωκεάνιο «Πατρίς» από το λιμάνι του Πειραιά για Αυστραλία, φορτωμένο μέχρι τα μπούνια με ανθρώπινο εμπόρευμα! Εμπόρευμα, που προφανώς περίσσευε στην πατρίδα κι έπρεπε να απαλλαγεί από αυτό. Τι πιο εύκολο, παρά να κάνει εξαγωγή!... Κάτι που, δυστυχώς, επαναλαμβάνεται σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα αφότου σταμάτησε η ομαδική εξαγωγή!
Μόνο όποιος έχει αποχωριστεί λόγω συνθηκών ό,τι αγαπημένο και ιερό και ζει σε ξένο τόπο μπορεί να νιώσει τα συναισθήματα της επιστροφής, ιδιαίτερα μετά  από τόσα χρόνια!
Κοιτάζεις γύρω και όλα σού φαίνονται άγνωστα... μα τόσο γνώριμα, τόσο δικά σου. Προσπαθείς να προσανατολιστείς και δεν το πιστεύεις πως βρίσκεσαι στον τόπο σου. Ξαφνικά νιώθεις ανάλαφρος σαν πεταλούδα... Δεν υπάρχει εκείνο το βάρος πια στην ψυχή κι ας το κουβαλάς από την ημέρα που έφυγες και νιώθεις να πνίγεσαι, πως δεν  μπορείς να ανασάνεις. Βάρος ασήκωτο, μολονότι δε σου λείπει τίποτα στη... γη της επαγγελίας όπου ζεις, και μένεις ν’ αναρωτιέσαι, αν όντως υπήρξε ποτέ αυτό το βάρος ή αν ήταν γέννημα της νοσταλγίας σου!
Βλέπεις αγαπημένα άτομα, αρχής γενομένης από τη Μάνα τη πολυαγαπημένη, τον Πατέρα, τ’ αδέλφια, περιτριγυρίζεσαι από συγγενείς, φίλους, γνωστούς, χωριανούς και τα μάτια  αστέγνωτα... Αστέγνωτα από πικρία που τους στερήθηκες, που τους στέρησες τη δική σου παρουσία, αστέγνωτα γιατί γνωρίζεις πως σε λίγο πρέπει πάλι να πάρεις το δρόμο του φευγιού, χωρίς να γνωρίζεις αν φεύγοντας λες, εις το επανιδείν ή αντίο... Αστέγνωτα για τις τόσες αλλαγές, για τις ρυτίδες που χάραξαν το πρόσωπο της Μάνας και του Πατέρα... Αστέγνωτα για όλ’ αυτά που μεσολάβησαν, παιδιά που μεγάλωσαν, καινούρια μέλη που μπήκαν στην οικογένεια και τους συναντάς για πρώτη φορά, γι’ αυτούς που λείπουν κι εσύ δεν ήσουν εκεί να τα ζήσεις, να τα μοιραστείς, να χαρείς με τις χαρές των αγαπημένων, να συμπαρασταθείς στις δύσκολες στιγμές, να κλάψεις για την απώλεια ανθρώπων της καρδιάς σου...
Όλα έγιναν εν απουσία σου, όπως εν απουσία τους μεσολάβησαν τόσα στη δική σου ζωή, χαρές και λύπες που τα βίωσες μόνος, χωρίς το στοργικό χέρι και το γλυκό λόγο της μάνας, όταν περίσσευε η πίκρα και η αγωνία, χωρίς την ορμήνια και προστασία του πατέρα όταν και το πιο σοβαρό πρόβλημα έπρεπε μόνος να το αντιμετωπίσεις, χωρίς στήριγμα... Και τις χαρές σου με ξένους τις μοιράστηκες, με ξένους που έγιναν δικοί, όπως δικός έγινες κι εσύ για κείνους, για να έχεις την ψευδαίσθηση πως έχεις οικογένεια και τελικά, οικογένεια έγιναν για σένα, οικογένεια έγινες γι  αυτούς!
Μα, τώρα χαράς ευαγγέλια! Τώρα, έστω και για λίγο, ξαναγίνεσαι παιδί κι αφήνεις τις έγνοιες για τον πατέρα και τη μάνα! Ας γνοιαστούν αυτοί για όλα, όπως και γνοιάστηκαν!
 Ήταν λίγες μέρες μετά την άφιξη κι εμείς όλοι είμαστε στο Μπανάτο - στο Μπανάτο πριν γίνει κοσμοπολίτικο και τουριστικό, πριν χτιστούν τα σπίτια τα ψηλά με τα πολλά μπαλκόνια! Τότε τα σπίτια χαμηλά με τις πόρτες ορθάνοιχτες, όλη η γειτονιά μια παρέα...
Μια τέτοια μεγάλη παρέα μαζευτήκαμε στου θείου του Τιμόθεου το φιλόξενο σπίτι. Από νωρίς μαγείρευε η αγαπημένη, η μοναδική  θεία Μαρούλα,  γιατί μολονότι αγαπώ πολύ όλες μου τις θείες, εκείνη κάπου την ξεχωρίζω. Και τι δεν έφτιαξε! Τα τραπέζια που στρώθηκαν το σούρουπο έπιαναν τη βεράντα απ’ άκρη σ’ άκρη στρωμένα με λευκά ρέσινα τραπεζομάντιλα  και φορτωμένα με όλα τα αγαθά! Η ιδιαίτερη σχέση μου με τη θεία, την έκανε να μην κρατήσει το μυστικό και να μου ψιθυρίσει κάποια στιγμή πως με περιμένει μεγάλη έκπληξη, χωρίς όμως να ομολογήσει τι!
Ένιωθα τόση ευτυχία που, ναι μεν μ’ έτρωγε η περιέργεια, αλλά ταυτόχρονα ήμουν τόσο απασχολημένη να μιλάω με όλους  που κάπου ξεχάστηκα, μέχρι που είδα να καταφθάνει φορτωμένος με τα... σύνεργα της δουλειάς του, ο ένας, ο μοναδικός, ο αγαπητός,  ο πολυτάλαντος  Δημητρός! Τρελάθηκα από τη χαρά μου και κόντεψα να τον ρίξω κάτω  όλο με τα κλαμπατσίμπανα, όπως έτρεξα και τον αγκάλιασα! Οι λίγο ώριμοι τον θυμάστε οπωσδήποτε, για τους πολύ νέους δε γνωρίζω, μάλλον όχι.
Κάποια άλλη στιγμή θα σας μιλήσω αποκλειστικά για το Δημητρό! Τώρα, όμως, θα περιοριστώ στο μεγάλο γλέντι που έγινε εκείνο το βράδυ τέλη Αυγούστου του 1980 στο Μπανάτο!!! Οι φωνές, τα γέλια, τα τραγούδια μας, ξεσήκωσαν όχι μόνο τη γειτονιά αλλά και πέρα ακόμα!
Μαζεύτηκαν πολλοί χωριανοί, φίλοι, γειτόνοι κι όλο μεγάλωνε η παρέα! Τα καλωσορίσματα, τα τραταρίσματα έδιναν κι έπαιρναν, η χαρά και η συγκίνηση ξεπερνούν κάθε περιγραφή. Κανένας δεν έφυγε κι όλο μεγάλωνε η παρέα, όπως τότε τον παλιό καιρό, που δε χρειαζόταν πρόσκληση για να πας στου γείτονα στου χωριανού το σπίτι, αν άκουγες χαρές και γέλια ή ακόμα κι αν συνέβαινε κάτι θλιβερό. Όλοι ακάλεστοι κι όλοι παρόντες να χαρούν με τη χαρά να συμπαρασταθούν στη θλίψη!
Αναπόφευκτα κάποια στιγμή, επειδή ήταν γνωστό το χιούμορ του παπάκη, του ζητούσαν να μας πει ανέκδοτα, κι εκείνος που δεν έλεγε ποτέ όχι, μας ικανοποίησε με το πάρα πάνω!!! Τόσο, που τα μάτια έτρεχαν ασταμάτητα αλλά από τα γέλια αυτή τη φορά! Τόσο ήταν  το κέφι κι η χαρά του παπάκη μου, που αφού εξάντλησε το... ρεπερτόριο των ανεκδότων μπήκε κι  εκείνος στο τραγούδι... Τραγουδήσαμε οι δυο μας, όπως τότε, εκείνος κι εγώ, πιάσαμε παμπάλαια τραγούδια της δικής του νιότης...όπως: Η πρώτη αγάπη δε λησμονιέται,  Γιατί τρελά να σ΄ αγαπήσω, κι άλλα...
Το κέφι αστείρευτο...ο Δημητρός  κούρδιζε και ξεκούρδιζε τα όργανα!!! Όμως, οποία η απογοήτευσή μου, όταν αντί για το Μαντολίνο, στο οποίο ήταν μοναδικός, είδα ηλεκτρονικά όργανα... Μετά σκέφτηκα πως έπρεπε να εκσυγχρονισθεί και να συμβαδίζει με τους καιρούς, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, αν ήθελε να επιβιώσει. Πάνε οι καιροί που το μαντολίνο κι η κιθάρα, αλλά και το ακορντεόν έφταναν και περίσσευαν για οποιαδήποτε εκδήλωση και κάλυπταν όλα τα γούστα. Μ’ αυτά χορεύαμε νύχτες ολόκληρες σε γάμους, αποκριάτικους χορούς, γιορτές, πανηγύρια κι αλλού. Με ωραία μελωδική μουσική που δεν σε ξεκούφαινε, που μπορούσες να την απολαμβάνεις είτε χόρευες είτε όχι αλλά ταυτόχρονα άκουγες και τον διπλανό σου με τον οποίο μιλούσες, αλλά,
Ο κόσμος άλλαξε / αλλάξαν οι καιροί...
Είχαν περάσει μεσάνυχτα και το γλέντι συνεχιζόταν με χορούς και τραγούδια, μέχρι γιαργυτό χορέψαμε κάτω στην αυλή, πού να χωρέσει η βεράντα. Μιλούσαμε, μιλούσαμε και τι δεν είπαμε, τι και ποιους και πόσα δε θυμηθήκαμε... Θα πρέπει να κόντευε να ξημερώσει όταν πια κουρασμένοι, αλλά ευτυχείς όλοι αποφασίσαμε να το διαλύσουμε και να πάμε για ύπνο, αφού συμφωνήσαμε πως το πρωί θα πηγαίναμε να βοηθήσουμε τη θεία τη Μαρούλα να μαζέψει και να συγυρίσει, ώστε να πάει κι αυτή να ξεκουραστεί τώρα. Τ’ ολόγιομο αυγουστιάτικο φεγγάρι μάς συντρόφεψε μέχρι να φτάσουμε στο καντούνι τση Γουρούνας, που τότε ήταν το πατρικό  σπίτι.
Αξέχαστη βραδιά, αξέχαστες θύμησες που έγιναν πολυτιμότερες, αφού έμελλε να είναι και το στερνό γλέντι με τον παπάκη, η στερνή φορά που βρεθήκαμε τόσοι αγαπημένοι μαζί και περάσαμε έτσι απλά μιαν υπέροχη βραδιά! Τότε, όμως, δεν το γνωρίζαμε, δε γνωρίζαμε πως ο παπάκης δεν ήταν πια του κόσμου τούτου... Ήταν γεμάτος τόση ζωντάνια, ήταν τόσο δραστήριος... Ποιος να φανταστεί πως λίγο μετά θα μας έφευγε έτσι ξαφνικά κι απότομα... Εκείνη η αλησμόνητη βραδιά, όμως, εκείνο το γλέντι το τρικούβερτο, έμεινε και θα μείνει σαν μια από τις πιο όμορφες αναμνήσεις και νοσταλγίες!
Με την αγάπη μου πάντα σε όλους,
δ.μ.τ.