e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μ. Ζ. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Ολόκληρη η Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου 2003 με τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο

 Μητροπολιτικός Ναός Αθηνών  (διάρκεια 2:21:35) 



Θρησκευτικότητα και ηθογραφία. Ενδεικτικές αναφορές στον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη

Διάλεξη της φιλολόγου ΜΙΜΙΚΑΣ ΣΤΑΜΙΡΗ,
κατά την 8η σύναξη του γ΄ κύκλου δράσεων του Κέντρου Λόγου Μπανάτου «Αληθώς»
[Ναός Παναγούλας Μπανάτου, 30 Μαρτίου 2014]

Η λογοτεχνία, ως έκφραση και μορφή τέχνης, αναπαριστά την πραγματικότητα. Αντλεί το πρωτογενές υλικό της από τα συμβαίνοντα, υπαρκτά και νοητά, μιας εποχής, ενός χρονικού ορίου μέσα στο οποίο σταθεροποιούνται και μορφοποιούνται δυναμικές και καταστάσεις, ως αποτέλεσμα μιας εξελικτικής πορείας από το παρελθόν προς το παρόν. Από το χθες στο σήμερα. Οι συγκρούσεις σε επίπεδο κοινωνίας, οι διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες οδηγούν στη  διαμόρφωση ενός κώδικα αξιών και αρχών που χαρακτηρίζει την κάθε εποχή και αναδεικνύει το προφίλ της. Αυτό από το οποίο εμπνέεται η λογοτεχνία και καταγράφει η ιστορία.
                Έτσι κάθε λογοτεχνική γενιά πορεύεται με βάση τα  ιδεολογικά, κοινωνικά, πολιτικά ή ιστορικά στοιχεία του τόπου όπου δραστηριοποιείται. Και, βέβαια, ονομάζουμε «γενιά» όλους αυτούς τους συνηλικιώτες λογοτέχνες που μετουσιώνουν με την έμπνευσή τους τα χαρακτηριστικά του έθνους και της κοινωνίας τους -χωρίς, ωστόσο, να αδιαφορούν για τα συμβαίνοντα και σε υπερεθνικό επίπεδο- που απαντούν σε κοινά ερωτήματα ή αναδεικνύουν άλλα. Μέτοχοι και κοινωνοί μιας πραγματικότητας αφουγκράζονται τους εσωτερικούς και εσώψυχους καημούς της, τους κλυδωνισμούς και τις ανησυχίες της και αφήνονται να τους παρασύρει η ροή του ποταμού της δημιουργίας.
Ειδικότερα η γενιά του 1880  κλήθηκε να προσαρμόσει τους στόχους και την έκφρασή της σύμφωνα με τα νέα δεδομένα της εποχής. Μιας εποχής που υπήρξε για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος μία περίοδος αλλαγών σε όλα τα επίπεδα. Είχε βγει λαβωμένο αλλά και όρθιο από την οδυνηρή εμπειρία της Επανάστασης και έπρεπε τώρα να διαμορφώσει το παρόν και το μέλλον του ανταποκρινόμενο στις απαιτήσεις των νέων προκλήσεων. «Εποχή του φιλελευθερισμού» ονομάζει ο B. Crose αυτή την περίοδο. Πράγματι, το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Τρικούπη συνέβαλε στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ανασυγκρότηση και στον εκδημοκρατισμό της χώρας. Αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο εξασφαλίζεται η ισορροπία, η σταθερότητα και επικρατεί άνεμος ανανέωσης. Εμφανίζεται κυρίαρχος ο θετικισμός, ο επιστημονισμός, γενικότερα το ορθολογικό πνεύμα.
Μέχρι, όμως, εκείνη τη στιγμή τα ευρωπαϊκά ρεύματα επηρέαζαν το ελληνικό λογοτεχνικό κλίμα. Αρχικά  με το κίνημα του Διαφωτισμού η ευρωπαϊκή σκέψη, με τον ορθολογισμό και την πνευματικότητά της, πότισε την ψυχή των υπόδουλων και έδωσε νόημα και περιεχόμενο στον αγώνα τους. Ύστερα ο ρομαντισμός με τις θεματικές κι εκφραστικές εξάρσεις και τις υπερβολές του. Με την κυριαρχία του συναισθήματος, της φαντασίας και του ενθουσιασμού. Με κυριότερα μοτίβα την πατρίδα, τη φύση, τον έρωτα και την ιστορία. Η τελευταία, ως θεματικό υπόβαθρο έδωσε και το ιστορικό μυθιστόρημα με τις διογκωμένες ιπποτικές ανδραγαθίες μέσα σε ένα ερωτικό περίβλημα. Όλα αυτά τα κινήματα πέρασαν στην εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή, αλλού βρήκαν γόνιμο έδαφος, αλλού πάλεψαν, αντιστάθηκαν. Μέχρι που οι Έλληνες δημιουργοί βρήκαν τα δικά τους πατήματα προσαρμοσμένα στην ελληνική πραγματικότητα, στους νέους καιρούς και στις νέες ανάγκες.
Το νεοσύστατο κράτος, όπως είπαμε, ή καλύτερα το έθνος, έπρεπε να βρει το βηματισμό του. Να ορίσει καθοριστικά την πορεία του προς εθνική ταυτοποίηση και το μέλλον του. Να μην εξαρτάται από τους άλλους. Να στηριχτεί στις δικές του δυνάμεις και ιδιαιτερότητες, να αναδείξει όλα εκείνα τα στοιχεία που κεντήθηκαν πάνω στον καμβά της δικής του ιστορίας και που το χαρακτηρίζουν αμετάκλητα.
Κι η αρχή έγινε από τη γλώσσα. Γιατί η μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία και ο ανακαινιστικός ρυθμός έπρεπε να προσαρμοστούν με τη λαϊκή βάση. Ασαφής και ρευστή η ελληνική αστική πραγματικότητα, συνεχίζει να ταλαντεύεται σε ξενόφερτες, δυτικές επιρροές, βρίσκεται ακόμα στα πρώτα στάδια της διαμόρφωσής της και δεν παρέχει τις απαιτούμενες εγγυήσεις, παρά το ότι το μέλλον της διαγράφεται ευοίωνο, έτσι που αργότερα θα δώσει ερεθίσματα έμπνευσης για λογοτεχνική παραγωγή. Με τη δυναμική, ριζοσπαστική και ρηξικέλευθη  παρουσία του Ψυχάρη με «Το ταξίδι μου», καθώς και του Ν. Πολίτη με τις σημαντικότατες λαογραφικές εργασίες του εδραιώνεται η δημοτική. Βέβαια , όχι τόσο εύκολα. Δειλά στην αρχή,  αφού αντιπάλεψε επικρίσεις και αφορισμούς, αντιστάθηκε και δικαιώθηκε. Και, βέβαια, αυτή η γλωσσική μεταρρύθμιση έρχεται στην κατάλληλη στιγμή και «συνδυάζεται με τη μελέτη του πραγματικού και τη στροφή προς την ύπαιθρο».
«Δημοτιστική παράδοση και δημοτική λαλιά, ηθογραφία, λαογραφία και λαϊκισμός συνθετική αξιοποίηση του παρελθόντος, ξεπέρασμα της ρομαντικής θρηνολογίας και αμετροέπειας, στροφή προς το πραγματικό, προς το επίκαιρο και το καθημερινό, αντικατάσταση της φαντασίας με την εμπειρία και την παρατήρηση, αναπροσαρμογή προς τα νέα ευρωπαϊκά ρεύματα: να μερικοί από τους πρώτους στόχους της στροφής του 1880. Από μια άποψη, η καινούργια λογοτεχνία ανατοποθετεί τις έννοιες του χρόνου και του χώρου. Πραγματικά, βρισκόμαστε πολύ μακριά από τις μεγάλες διάρκειες των ιστορικών αφηγήσεων, πολύ μακριά επίσης από τις φυγές σε μυθικούς ή άγνωστους τόπους. Αδιάκοπα μεταβαλλόμενο, το ρομαντικό σκηνικό της φαντασίας δεν έχει πια παρά να ακινητοποιηθεί, σύμφωνα με τις στατικές, φωτογραφικές απαιτήσεις του νατουραλισμού. Στη θέση του  αλλού και του άλλοτε εμφανίζεται το εδώ και το τώρα», επισημαίνει ο Π. Μουλλάς. Είδαμε, λοιπόν, ότι το ξεπέρασμα του ρομαντισμού, η εμφάνιση του νατουραλισμού από τη Δύση «που αξίωνε το άμεσο αντίκρισμα της πραγματικότητας», η καθοριστική ενίσχυση της λαογραφίας και η στροφή προς τη λαϊκή γλώσσα και αλήθεια θα διαμορφώσουν μια νέα ιδεολογία. Θα στρέψουν τα βλέμματα και το ενδιαφέρον προς την ύπαιθρο, τους απλούς ανθρώπους που στη ζωή τους καθρεφτίζεται όλη η βιωμένη παράδοση και η ελληνική βιοθεωρία. Σε μια περίοδο που έχει παγιωθεί στη χώρα η ειρήνη και η ασφάλεια  είναι ο κατάλληλος καιρός να εκφραστεί η εθνική  ζωή. Και, βεβαίως, οι απλοί άνθρωποι της υπαίθρου είναι οι γνήσιοι εκφραστές της. «Η αγάπη της λαϊκής ζωής προηγήθηκε από την αγάπη της λαϊκής γλώσσας», λέει ο Ξενόπουλος. Και η Γεωργία Σάνδη γράφει: «Ο λαός είναι η μεγάλη πηγή ευφυΐας και εμπνεύσεως».
Έτσι, για τον πεζογράφο της γενιάς του 1880 διαμορφώνεται μια νέα προοπτική, αλλά και πραγματικότητα που ορίζεται «τόσο από τον αγροτικό χαρακτήρα της κοινωνίας μας, όσο και από τις ιδεολογικές προτεραιότητες της εποχής». Σχετικά, ο Π. Μουλλάς, επίσης, τονίζει:   «Απομνημονευματογράφος και όχι ιστορικός, δε γράφει παρά ό,τι θυμάται, ακούει ή βλέπει. Οι γραπτές πηγές του είναι εξίσου άχρηστες με τη φαντασία του. Για την προσέγγιση του παρόντος και του παρελθόντος υπάρχουν νέα μέσα: η προσωπική παρατήρηση, η ατομική μνήμη και μαρτυρία, η προφορική παράδοση. Ο χρόνος εξατομικεύεται ή μεταβάλλεται σε μια συλλογική διάρκεια χωρίς όρια και ποιοτικές αλλοιώσεις, διάρκεια που ταυτίζεται με την επανάληψη μέσα σε έναν αγροτικό χώρο όπου αναπαράγονται σταθερά τα ίδια ήθη και έθιμα… Βρισκόμαστε στο στάδιο του ρεπορτάζ, της αυτοβιογραφικής μαρτυρίας και της λαογραφικής καταγραφής».
Κάτω από αυτές τις συνθήκες γεννιέται το λεγόμενο ηθογραφικό μυθιστόρημα ή καλύτερα το ηθογραφικό διήγημα. Και σύμφωνα με τον Απόστολο Σαχίνη, «ηθογραφία είναι η απλή και πιστή αντιγραφή των ηθών, των εθίμων, των συνηθειών και όλων εκείνων των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του τρόπου της χωριάτικης και γενικά της επαρχιακής ζωής». Εδώ η φαντασία υποχωρεί στη ζωντανή και άμεση παρατήρηση, στην προσωπική μαρτυρία και τη βίωση της ατομικής εμπειρίας  σ’ ένα κοινό, όμοιο περιβάλλον. Χωρίς φτιασίδια η απλή ζωή σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα αποτελεί, κάθε φορά, τη βάση του μύθου. Τα υποκείμενα, οι πρωταγωνιστές ξεδιπλώνουν την εσωτερικότητά τους πάνω στα κοινά στοιχεία που τη διαμόρφωσαν. Κι αυτά είναι η προσήλωση στην εθνική καταγωγή, στη γλώσσα, στην οικογένεια, στον αγώνα της καθημερινότητας, στις αξίες και τα ιδανικά της φυλής και βεβαίως και στη θρησκεία. Κι αποδίδονται με ενάργεια, ζωντάνια και παραστατικότητα μέσα από την εξωτερική και εσωτερική δράση των προσώπων σε κάθε λογοτεχνικό έργο αυτού του είδους. Σε όλη της την έκταση αποκρυπτογραφείται η ζωή των απλών ανθρώπων με το ουσιαστικό της περίβλημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχει, λοιπόν, και η καθολική αποτύπωση της γενικότερης θρησκευτικής αντίληψης και ιδεολογίας των επαρχιωτών. Που αναδύεται ως εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει στην ανώτερη θεϊκή δύναμη και να εξαρτήσει την ευτυχία  του  και να κρατηθεί από αυτήν. Ετούτη η ανάγκη δεν εξαντλείται σε επίπεδο  επιφανειακών συμβολισμών. Είναι κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Έχει διαποτίσει με το πέρασμα των χρόνων τη λαϊκή ψυχή και έχει γίνει ένα με τον εαυτό της. Δε νοείται και δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση από αυτό που είναι κοινά αποδεκτό, οριοθετημένο και παγιωμένο ως θρησκευτική πεποίθηση. Σε κάθε είδους εκδήλωση της καθημερινότητας αυτό είναι ξεκάθαρο. Στην προσευχή, στην καταφυγή στο Θεό και στους Αγίους και στη λατρεία τους. Στην πίστη στη συνδρομητική δύναμή τους και στην υποχρέωση του ανθρώπου να την αναγνωρίσει. Κι αυτή η υποχρέωση δε σημαίνει εξαναγκασμό. Απορρέει αβίαστα από την ανάγκη να καλυφθούν οι ανθρώπινες αδυναμίες και να υποστηριχτούν στην αντιμετώπιση των δυσκολιών και στην αδυναμία γνώσης των μελλοντικών συμβάντων. Στο βαθμό, λοιπόν, που η τέχνη -κι εδώ η λογοτεχνία- αποτυπώνει την πραγματικότητα στο βάθος της, η θρησκευτικότητα συμβαδίζει, ενυπάρχει, εμπεριέχεται στην ηθογραφία. Αφού ηθογραφία σημαίνει απεικόνιση της λαϊκής ζωής με όλα τα σημαινόμενα και τα χαρακτηριστικά της.   
Οι πεζογράφοι αυτής της γενιάς που αφοσιώθηκαν στο ηθογραφικό διήγημα στηρίχτηκαν, όπως είπαμε, στη ζωντανή και άμεση παρατήρηση, στην προσωπική μαρτυρία και στη βίωση της ατομικής εμπειρίας. Τα όσα γράφουν κινούνται στο επίπεδο της αυτοβιογραφίας, χρησιμοποιούν  αρκετά την πρωτοπρόσωπη αφήγηση – αν και κάποιοι προσπαθούν να καλυφθούν πίσω από ψευδεπίγραφες προσποιήσεις ότι δήθεν ομιλούν εξ ονόματος άλλων. Ο μύθος περιγράφει την προσωπική τους ιστορία σ’ ένα περίτεχνα δομημένο λογοτεχνικό πλαίσιο. Κι επειδή ανήκουν στις κοινωνίες των οποίων τα συμβαίνοντα εξιστορούν και τα προσωπικά τους βιώματα μέσα στους συγκεκριμένους κοινωνικούς σχηματισμούς αποτελούν την έμπνευσή τους, είναι φυσικό να μεταφέρουν πιστά στα έργα τους, εκτός των άλλων, αυτούσιες  και τις περί θρησκείας αντιλήψεις των λαϊκών ανθρώπων με τους οποίους είναι συνοδοιπόροι και ιδεολογικά.
Αυτή η εκφρασμένη θρησκευτικότητα αποτυπώνεται σε όλες τις εκφάνσεις της. Περιγράφεται ζωντανά ως σταθερό μοτίβο στις εξωτερικές δράσεις ή στις εσωτερικές αναζητήσεις των υποκειμένων, όπου, βέβαια, οι απαιτήσεις του μύθου και της εξέλιξής του το επιβάλλουν ή το απαιτούν.

          Πρωτοπόρος και εκφραστής των μηνυμάτων  του καιρού του με σαφή θρησκευτική συνείδηση, κυρίως με το πεζογραφικό του έργο -γιατί ξεκίνησε τη λογοτεχνική του πορεία ως ποιητής, και μάλιστα βραβευμένος-, είναι ο Γεώργιος Βιζυηνός. Που από τη γενέτειρα γη, το μικρό χωριό της τουρκοκρατούμενης Θράκης, τη Βιζύη, έγινε πολίτης της Κωνσταντινούπολης, της Κύπρου, του Παρισιού, του Λονδίνου, εκεί όπου διεύρυνε τον πνευματικό του ορίζοντα με σπουδές στη φιλοσοφία, τα παιδαγωγικά και την ψυχολογία, αλλά και της Αθήνας όπου έφτασε ως τη θέση του υφηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής. Η πολυκύμαντη ζωή του, που διέγραψε την πορεία της ανάμεσα στην οικονομική ανέχεια και την αναζήτηση του πλουτισμού με τις ανώφελες, ανεπιτυχείς εμπορικές δραστηριότητες, τα μεγάλα πάθη και τη θλιβερή ασθένεια του μυαλού, σημαδεύτηκε και από την επαφή του με εκκλησιαστικούς κύκλους. Στην Κύπρο, όπου τελείωσε το Σχολαρχείο, ήταν παράλληλα ασκούμενος καλόγερος και ψάλτης, ιδιαίτερα αφοσιωμένος στην εκκλησία και προστατευόμενος του αρχιεπισκόπου Σωφρόνιου Α΄, είχε  σκοπό να γίνει κληρικός. Ύστερα, ως σπουδαστής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης βρήκε στήριξη από σημαντικά πρόσωπα, εκτός των άλλων, και  στις πνευματικές του αναζητήσεις. Έτσι διαμόρφωσε μια ήδη υπάρχουσα εκ καταγωγής και οικογενειακής παράδοσης θρησκευτική συνείδηση που διαπερνάει με περισσή σαφήνεια και ενάργεια το έργο του.
Το πρώτο του εκτενές  ηθογραφικό πεζογράφημα, διήγημα με σαφή στοιχεία μυθιστορήματος, είναι «Το αμάρτημα της μητρός μου». Μια προσωπική, εκ βαθέων εξομολόγηση του συγγραφέα με ψυχογραφικές διεισδύσεις σε προσφιλή πρόσωπα  και γεγονότα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος. Ο αινιγματικός, κατ’ αρχήν, τίτλος του έργου αναφέρεται στη διακαή προσπάθεια της μητέρας, της Δεσποινιώς της Μιχαλήεσσας, ν’ απαλλαγεί από το βαρύ φορτίο μιας ενοχής. Η ιστορία ξετυλίγεται με την ασθένεια της Αννιώς, της πολυαγαπημένης κόρης. Επισταμένες και άκαρπες οι προσπάθειες της μητέρας να την κρατήσει στη ζωή. Αδιαφορεί για τα άλλα τα παιδιά της, τόσο που λαβώνει την ψυχή τους, επειδή νομίζουν ότι τους στερεί την αγάπη και τη φροντίδα της και αφοσιώνεται στην  «καχεκτική και φιλάσθενο» κόρη. Όταν αυτή πεθαίνει, προβαίνει σε απανωτές υιοθεσίες άλλων κοριτσιών, παρά τις αντιρρήσεις των γιων της. Άκαμπτη η αντίδραση των μεγαλύτερων αδελφών. Μόνο ο Γιωργής, ο διττός χαρακτήρας συγγραφέα – πρωταγωνιστή, όταν κάποια μέρα η μητέρα του τον έσωσε από βέβαιο πνιγμό στο ποτάμι, έδωσε  δεσμευτική υπόσχεση στήριξής της. Έτσι, μετά από χρόνια σ’ αυτόν εξομολογείται η μητέρα το  αμάρτημά της  που βαραίνει την ψυχή της, που καθορίζει τις πράξεις και τη συμπεριφορά της στην ανελέητη προσπάθειά της να βρει την ηθική κάθαρση. Άθελά της είχε πλακώσει στον ύπνο της το πρώτο της κορίτσι, όταν χρόνια πριν, τότε που ήταν νέα, είχε αποκοιμηθεί κατάκοπη μετά από ένα γαμήλιο γλέντι.
Συνολικά ιδωμένη αυτή η  βασανιστική πεποίθηση ενοχής έχει φωλιάσει στο εσωτερικό  «είναι» της μητέρας ως απόηχος μιας βαθειάς αντίληψης για την αμαρτία. «Αλλά, τι τα θέλεις! Η αμαρτία είναι αμαρτία», λέει η ίδια. Κι αυτή η στάση της παραπέμπει στη βαθύτερη βίωση της θρησκευτικότητας. Που καθορίζει τους όρους και τα όρια συμπεριφορών, που δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις στο πλαίσιο του ηθικού κώδικα. Ο Θεός τιμωρεί τους αμαρτωλούς, πιστεύει η Δεσποινιώ. Γι ‘ αυτό κι εκείνη πρέπει να βρει τρόπο να απαλλαγεί από την αμαρτία της , έστω και ακούσια,  πρέπει να εξιλεωθεί. Γι’ αυτό προβαίνει σε υιοθεσίες. Για να δώσει ζωή σε αντιστάθμισμα γι’ αυτή που αφαίρεσε. Μιλάει με το Θεό:  
«Ενθυμήθηκες την αμαρτία μου και εβάλθηκες να μου πάρης το παιδί για να με τιμωρήσεις. Ευχαριστώ σε, Κύριε». Κι ακόμα, φέρνει στην εκκλησία «το μαραμένον κοράσιον» και το εναποθέτει «προ της εικόνος της Παναγίας». Κι αυτό «Έπρεπε λοιπόν να μείνη σαράντα ημερονύκτια εντός της εκκλησίας, προ του αγίου βήματος, ενώπιον της Μητρός του Σωτήρος, εμπεπιστευμένη εις μόνον το έλεος και τους οικτιρμούς αυτών, ίνα σωθή από το σατανικόν πάθος, το οποίον εμφωλεύσαν ήλεθε τόσον αμειλίκτως το τρυφερόν της ζωής αυτής δένδρον». Η ελπίδα για θαυματουργό θεραπεία, για αποτελεσματικότητα αυτής της καταφυγής στην εκκλησία την ανακουφίζει προσωρινά. Είναι η ελπίδα που γεννιέται στην ψυχή του πιστού και που έχει διαμορφωθεί από το είδος και την ποιότητα της σχέσης του με το Θεό ως οντότητα.
Η  Δεσποινιώ νιώθει ένα είδος ενοχής κι όταν καταφεύγει σε μαγγανείες για την ίαση της κόρης της. Αναγκάζεται. «Η μητρική στοργή ενίκησε το φόβο της αμαρτίας. Η θρησκεία έπρεπε να συμβιβασθή με την δεισιδαιμονίαν . Πλησίον εις τον σταυρόν, επί του στήθους της Αννιώς, εκρέμασεν εν χαμαγλί, με μυστηριώδεις αραβικάς λέξεις». Αντίδραση μιας απλής γυναίκας του λαού που σε καμιά περίπτωση δεν ακυρώνει τη θρησκευτική της πίστη, όσο κι αν δημιουργεί πρόσκαιρα  ηθικά διλήμματα.
Στο τέλος του διηγήματος, μετά από προτροπή του Γιωργή, καταφεύγει στον Πατριάρχη για να εξομολογηθεί και, ίσως, να απαλλαγεί από το βάρος της αμαρτίας. Αλλά ούτε κι έτσι βρήκε την ανακούφιση από το αφόρητο βάρος της ένοχης συνείδησής της. Η αδυναμία να λυτρωθεί είναι οριστική. Καμία έξωθεν δύναμη δεν μπορεί να διαμορφώσει, να διαφοροποιήσει την παγιωμένη πεποίθηση της ενοχής  μιας μητέρας, μιας απλής, ενάρετης και θεοσεβούμενης γυναίκας. Μιας γυναίκας εναρμονισμένης με τις χριστιανικές αρχές που εμφορείται από την ηθική σημειολογία της ορθόδοξης πίστης.
Γενικότερα, όμως, σε όλο το έργο υπάρχει έντονο το θρησκευτικό στοιχείο με αναφορές σε στοιχεία από την Π. Διαθήκη και τη θρησκευτική λαϊκή παράδοση, αλλά και με δεδομένα που διατηρούνται , μάλιστα, αναλλοίωτα ως τις μέρες μας: πλήθος θρησκευτικών εικόνων  λατρείας και τελετουργίας. Όπως η τραγική στιγμή όπου ξεψυχάει η «ασθενής κόρη» περιγράφεται με ένα άκρως δραματικό τελετουργικό με έμφαση στην πίστη για τις ιαματικές και λυτρωτικές ιδιότητες του αγιάσματος.
Ενδεικτικά  αναφέρουμε, ακόμα, τη μαγική – συμβολική δύναμη του αριθμού σαράντα, την πίστη για την ύπαρξη δαιμόνιων δυνάμεων, δυνάμεων του Κακού, μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο που συντρίβονται από τη θεία χάρη με συγκεκριμένο τελετουργικό, όπως του εξορκισμού. Επίσης, η μεταφορά των ασθενών στην εκκλησία και η πίστη στη θαυματουργό θεραπεία από το Θεό, που μάλιστα στο κείμενο παρουσιάζεται με έντονη δραματικότητα για την περίπτωση της Αννιώς. Ακόμα, η πίστη των ανθρώπων  στο Θεό δηλώνεται με το μοτίβο της προσευχής τόσο για τους ξενιτεμένους, όσο και για το ξεπέρασμα των δυσκολιών της καθημερινότητας, αφού θεωρούνται ως δοκιμασίες της ηθικής αντοχής τους. Οι άνθρωποι καταφεύγουν στους Αγίους Τόπους, όπως έκανε η γιαγιά του Γιωργή. Πιστεύουν στο μυστήριο της εξομολόγησης και εμπιστεύονται τους ιερείς ως εκπροσώπους του Θεού στη γη. Επίσης, οι ιερείς είναι παρόντες σε κάθε δικαιοπραξία, όπως αυτή της υιοθεσίας.
Συνολικά, ο Βιζυηνός ενδυναμώνει τις αναλλοίωτες ηθικές αξίες, τις ελληνοχριστιανικές αξίες με τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του έργου του. Η κοινωνία που περιγράφει, καθαρή κι απαλλαγμένη από κάθε είδους ξενισμό ή νεωτερισμό, γνήσια και ειλικρινής πορεύεται με οδηγό τα ιδεώδη που διαμόρφωσε η ελληνοχριστιανική παράδοση. Αυτή που αναγνωρίζει την αξία του ανθρώπου, του αγώνα του  και των ενδόμυχων ή εξωγενών κλυδωνισμών του. Χαρακτηριστικά, ο Πέτρος Χάρης τονίζει: «Ο Βιζυηνός προσέχει τα εξωτερικά στοιχεία του αφηγηματικού λόγου, για να περάσει με ασφάλεια στη βαθύτερη υπόσταση του ανθρώπου κ’ εκεί να επιμείνει, να επιμείνει πολύ, και να πολιορκήσει τη συνείδησή του και να τη δει στην όποια αναταραχή της, στην όποια κρίση που τη βασανίζει και τη δυναμώνει». 

Ενδεικτική, αλλά, διαφορετική είναι η περίπτωση του Παπαδιαμάντη. «Μικρός εζωγράφιζα Αγίους», λέει ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα. Αυτό επιβεβαιώνει ότι στην πραγματικότητα τη χριστιανική συνείδηση και ιδεολογία του διαμόρφωσε ήδη από τα παιδικά του χρόνια μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον αυστηρά προσηλωμένο στα χριστιανικά ιδεώδη. Πιστός ακόλουθος του ιερέα πατέρα του και συμμέτοχος σε κάθε άσκηση του λειτουργήματός του έψελνε μαζί του. Ζωντανά τα βιώματα εκείνης της εποχής τον ακολουθούσαν σε όλη τη ζωή του σε συνδυασμό με τη νοσταλγική ανάμνηση της γενέθλιας γης. Του μικρού νησιού, της Σκιάθου με τους βαθιά θρησκευόμενους κατοίκους και την απόλυτη προσήλωσή τους στη θρησκευτική παράδοση.
Σε νεαρή ηλικία, μόλις 21 ετών αποφασίζει να γίνει μοναχός. Για το σκοπό αυτό μεταβαίνει στο Άγιο Όρος. Εκεί μυήθηκε στη μοναστική ζωή και μελέτησε πλήθος εκκλησιαστικών και αρχαίων κειμένων, αλλά και βυζαντινή μουσική. Κι αυτό ποτέ δεν το σταμάτησε. «Τι κείμενα αρχαία και τι κείμενα ξένα, τι κείμενα βυζαντινά, εκκλησιαστικά συναξάρια, τροπάρια, ψαλμούς δεν ξέρει αυτός ο άνθρωπος ! Τι χωρία της Γραφής, της Παλαιάς και της Νέας», γράφει ο Τ. Άγρας. Όμως, αν και εγκατέλειψε σύντομα, μέσα σε λίγους μήνες, το Άγιο Όρος και το σχέδιό του να ακολουθήσει τη μοναστική ζωή, παρέμεινε για πάντα ένας «κοσμοκαλόγερος». Στο χαρακτηρισμό αυτό του απέδωσε ο Μ. Περάνθης φανερώνεται ανάγλυφα το είδος της ζωής που επέλεξε. Να παραμείνει ένας μοναχός ανάμεσα στους λαϊκούς, να μην εγκαταλείψει ούτε για μια στιγμή την αναζήτηση της ηθικής τελειότητας στο καθημερινό γίγνεσθαι, στο πλαίσιο της ορθόδοξης πίστης. Να την κάνει  βίου οδηγό και έτσι αυτά τα σταλάγματα να χρωματίσουν και το έργο του. Σ’ αυτό το έργο που είναι παρούσα η θρησκεία, όπως ακριβώς είναι συνεχώς παρούσα και στην προσωπική του ζωή. Και μάλλον αδικείται από την άποψη του Κ. Θ. Δημαρά ότι «από την αγιοσύνη του κρατούσε μόνο την αναχώρηση κι όχι το πάθος για τον άνθρωπο».
Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το πρώτο ποίημά του έχει τον τίτλο «Δέησις» κι αποτελεί «Εράνισμα από τους Ψαλμούς», μια προσευχή στον Πλάστη και Δημιουργό Θεό. Γενικά, σύμφωνα με τον Π. Μαστροδημήτρη: «Ο Παπαδιαμάντης εκφράζει -τόσο με τα πρώιμα μυθιστορήματά του όσο και με τα καλλιτεχνικώς αρτιότερα διηγήματά του- μια κορύφωση της ορθόδοξης ιστορικής εμπειρίας, όπως τη διαμόρφωσε η λαϊκή ευσέβεια και η εκκλησιαστική λατρεία. Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη είναι ένας κόσμος λατρευτικός. Η λατρεία του βλέμματός του αγκαλιάζει χωρίς πάθος και μίσος την ανθρώπινη συνείδηση σε κάθε εκδήλωση της καθημερινότητάς της. Με τον Παπαδιαμάντη η ελληνορθόδοξη παράδοση λαμβάνει στο λογοτεχνικό της επίπεδο την αρτιότερη μορφοποίησή της, ικανή να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές προκλήσεις προσφέροντας τη δική της απάντηση».
Ένα από τα πιο αξιόλογα διηγήματα του συγγραφέα θεωρείται  το «Όνειρο στο κύμα». Μέσα σε μια ατμόσφαιρα έντονου λυρισμού, με υπόβαθρο το ερωτικό στοιχείο αλλά και με σαφή φανερώματα στοχαστικότητας από όπου αναδύεται η θρησκευτικότητα και η φυσιολατρία του, ο Παπαδιαμάντης «αυτοβιογραφούμενος» -αν και το αποκρύπτει με εσκεμμένη συστολή- ανακαλεί μια εμπειρία από την προσωπική του ζωή, ένα νεανικό βίωμά του. Ο πρωταγωνιστής, σήμερα νομικός, υπάλληλος ενός μεγαλοδικηγόρου στην πρωτεύουσα, ασφυκτιά  εγκλωβισμένος στη μιζέρια και  τη μονοτονία του παρόντος της ώριμης ηλικίας του. Ανατρέχει στο ανέφελο παρελθόν της ανέμελης νιότης του, τότε που στο ειδυλλιακό και παραδεισένιο φυσικό περιβάλλον του νησιού του, ως βοσκός κι έχοντας την ευθύνη του κοπαδιού της Μονής του Ευαγγελισμού, γευόταν την απόλυτη ευτυχία. Στις εξορμήσεις του στη φύση γνωρίζεται με τη Μοσχούλα, την όμορφη ανιψιά του ιδιόρρυθμου άρχοντα της περιοχής για την οποία ο έφηβος ήρωας νιώθει τα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα. Κάποιο αυγουστιάτικο απόγευμα το κορίτσι κολυμπά ανέμελο και ο νεαρός βοσκός  κρυμμένος την παρακολουθεί. «Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα… Ήτον πνοή, ίνδαλμα, αφάνταστον όνειρον επιπλέον εις το κύμα. Ήτο νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων». Κάποια στιγμή, όμως τον αντιλαμβάνεται, τρομάζει . Τον τρόμο της επέτεινε και μια βάρκα που «εφάνη να προβάλλη αντικρύ». Τότε «εν ακαρεί» την είδε «να γίνεται άφαντη στο κύμα». Να βυθίζεται, να πνίγεται. Ο νεαρός βοσκός ξεπερνώντας τα ηθικά του διλήμματα και τους δισταγμούς πέφτει στη θάλασσα και τη σώζει. Η πράξη του, όμως, αυτή σηματοδοτεί την πτώση στην αμαρτία και στον πειρασμό, στιγματίζει την υπόλοιπη ζωή του. Γιατί μπορεί σήμερα στην ψυχή και το μυαλό του «ώριμου προλύτου» να υπάρχει ως μια ονειρική ανάμνηση, συνάμα, όμως, δημιουργεί έντονους  κλυδωνισμούς και συγκρούσεις από την υπέρβαση του δέοντος, του ηθικού κι επιτρεπτού.
Το «Όνειρο στο κύμα» είναι ένα διήγημα που επιδέχεται πολλές ερμηνευτικές αναγνώσεις. Σύμφωνα με το Δ. Τζιόβα: «Μια πρώτη ερμηνεία του διηγήματος, που θα ταίριαζε και στο πνεύμα ίσως της εποχής του αλλά και στην καθιερωμένη θεώρηση του Παπαδιαμάντη, είναι μια ερμηνεία από ηθικοθρησκευτική σκοπιά. Η ιστορία μπορεί να διαβαστεί ως αλληγορία της έκπτωσης του ανθρώπου από μια αρχική ιδανική κατάσταση ευδαιμονίας (που περιγράφεται με αναφορές στο Άσμα Ασμάτων) σε μια δυστυχισμένη ανώφελη ζωή». Κι αυτή , βεβαίως, ήταν η πρόθεση του συγγραφέα. Να προβάλει την  ευτυχία από την απλή, ελεύθερη και γεμάτη ζωή κοντά στη φύση που προσφέρει τη λύτρωση και τη σωτηρία. Γιατί η ταύτιση με τη φύση, το απόλυτο θεϊκό δημιούργημα, έτσι όπως τη βιώνει το νεαρό βοσκόπουλο, οδηγεί στον καθαρμό. Η φύση συνδέεται με την αθωότητα του ανθρώπου και διευκολύνει την επικοινωνία του με το Θεό. Ενώ, αντίθετα, στην αστική ζωή δεν υπάρχει κανενός είδους ηθικός λυτρωμός. Εξάλλου, το δίλημμα ανάμεσα στην αγνότητα και στην αμαρτία, το βάρος από την υποταγή στον πειρασμό επιτείνουν την αποπνιξία της κοσμικής ζωής. Η εναγώνια αναφώνηση, ως τελική, επιλογική φράση του διηγήματος «Ω! ας ήμην βοσκός εις τα όρη !...», συμπυκνώνει αυτό το περιεχόμενο.
Η εγκιβωτισμένη αφήγηση του πατέρα Σισώη που ήταν δάσκαλος του αφηγητή, μοναχός και διάκονος -κατάσταση αγνότητας- που εγκατέλειψε τη μοναχική ζωή για μια γυναίκα -βίωση αμαρτίας- και, τέλος, που επανήλθε στη μοναχική ζωή -κατάσταση μετάνοιας, ηθικής και πνευματικής λύτρωσης- αποτελεί έναν παραλληλισμό, μια αναλογία με τη ζωή του πρωταγωνιστή. Μόνο που ο τελευταίος με την εμμονή στην ανάμνηση του πειρασμού απομακρύνθηκε από τη λύτρωση και την ψυχική σωτηρία, εγκλωβισμένος μετά και στη δυστυχία της κοσμικής ζωής. Αντιλήψεις, στάσεις σαφώς εναρμονισμένες με τη χριστιανική βιοθεωρία του Παπαδιαμάντη, του «αγίου των γραμμάτων».
Η θρησκευτικότητα και η χριστιανική ευλάβεια  του Παπαδιαμάντη είναι διάχυτες και σε πολλά άλλα σημεία του διηγήματος, επίσης. Εντοπίζονται στις συχνές αναφορές του αφηγητή στη σχέση του με τους μοναχούς, τις αντιλήψεις, τις συνήθειες και στον τρόπο ζωής τους. Η χρήση ευαγγελικών περικοπών και ρήσεων από το Δευτερονόμιο, το πέμπτο, δηλαδή, βιβλίο της Πεντάτευχου που θεωρείται ότι γράφτηκε από το Μωυσή, η εκτενής χρήση εκκλησιαστικών όρων (εγκαταβίωσεν, κωλυόμενος να ιερατεύση, φραγγέλιον), καθώς και τα διακείμενα από χωρία της Αγίας Γραφής ή της Παλαιάς Διαθήκης και οι αναφορές σε άλλα εκκλησιαστικά κείμενα, όπως το Άσμα Ασμάτων δηλώνουν την αταλάντευτη προσήλωση και γνώση των θεμάτων της εκκλησίας. Τέλος, η γλώσσα του είναι σαφώς επηρεασμένη από τη βυζαντινή υμνογραφία, ενώ όλο το έργο αποπνέει τη βαθιά και αγνή ζωή των απλών ανθρώπων.

Ακριβώς αυτή τη ζωή των απλών ανθρώπων υφαίνει, καθώς είδαμε η ηθογραφία. Και η θρησκευτικότητα συμβαδίζει, ενυπάρχει , εμπεριέχεται στην ηθογραφία.
Τέλος, αντί επιλόγου και προς επίρρωση των λεγομένων, παραθέτουμε σπαράγματα κι από τον ποιητικό λόγο των συγγραφέων:
      
      
Γ. Βιζυηνού: ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ 

Θεός τον ήλιον οδηγεί                                  Και το μικρό μικρό πουλί
Που πρέπει ν’ ανατείλη,                               που ψάλλει στο κλωνάρι,
Πώς να περάσ’ από τη γη                            Θεός του είπε να λαλή
Το φως του να μας στείλη                            τους ήχους του με χάρη.

Θεός ορίζει στα αψηλά,                               Ο Θεός χαρίζει στα παιδιά
ο ήλιος όταν σβύνη,                                     το λογικό, τη γλώσσα,
να φέγγουν τ’ αστρα τα πολλά                να λεν ό, τ’ έχουν στην καρδιά
κι η αργυρά σελήνη                                     και να μαθαίνουν τόσα.

Και τα λουλούδια που χυτά                        Για τούτο βράδυ και πουρνό        
Στη γη μοσχοβολούνε,                                κι εκείνα χρεωστούνε,
Ο Θεός τα δίδαξε κι αυτά                           να στρέφωνται στον ουρανό
Πότε και πού ν’ ανθούνε                            να τον ευχαριστούνε.


Α. Παπαδιαμάντη: ΔΕΗΣΙΣ ( Εράνισμα εκ των Ψαλμών )

Προς Σε τας χείρας μου, προς Σε τους οφθαλμούς μου αίρω,
Τα φλέγοντά μου δάκρυα θυσίαν σοι προσφέρω.
Ετάκη η καρδία μου, ωσεί κηρός εντός μου.
Ελέησόν με, ο Θεός, σπλαχνίσου ο Θεός μου
……………………………………...................
Οι ουρανοί την δόξαν σου σιγώντες διηγούνται.
Προς αίνον σου τα χείλη μου τα τρέμοντα κινούνται.
Πώς ραγισμένη βάρβιτος θα βάλη αρμονίαν;
Και πώς ψυχή βαρυαλγής θα είπη μελωδίαν;

Το πνεύμα σου ιλιγγιά, ώ Κτίστα των αιώνων
Δεν έχω άλλ’ ή δάκρυα να σοι προσφέρω μόνον.
Ως του ηλίου η ακτίς την δρόσον καταπίνει,
Το έλεός σου εκπεμφθέν τα δάκρυά μου σβήνει

Προς Σε τον Πλάστη έκραξα εν συνοχή καρδίας,
Σκώληξ της γης οικτρός εγώ και τέκνον ασθενείας.
Μη αποβάλης προσευχήν εκ βάθους πεμπομένην
Και μη απώσης, ο Θεός, ψυχήν συντετριμμένην.