e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Η Κεβή του Σάββα, η Πίλα και η Μπότσα

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ 




Ναι, η θεία μου η Κεβή ήταν πανέξυπνη και ανεπανάληπτη. Τα πρώτα λόγια που μου είπε η ανιψιά της η Μαρία, για την Κεβή. Μικροκαμωμένη, κοκκινομάλλα, αεικίνητη με ανοιχτοπράσινα μάτια και πολύ δυναμική! Έκανε μια μεγάλη πλεξίδα στη βάση του κεφαλιού της. Μέσα σε όλα. Θαρραλέα και παλικαρίσια, δεν έκανε πίσω εύκολα! Δεν «κώλωνε» μπροστά σε τίποτα. Προφανώς, πολύ προχωρημένη για την εποχή της!

Αλλά, τολμώ να πω πως και η οικογένεια όλη προχωρημένη, αφού παντρεύτηκαν πρώτα τα αρσενικά και μετά τα θηλυκά και μία μάλιστα από τις κοπέλες, έμεινε ανύπαντρη! Ανήκουστο για κείνα τα χρόνια που και μία αδελφή να ήταν ανύπαντρη, δεν παντρεύονταν τουλάχιστον, ένας αδελφός αν ήταν πολλοί. Κι αν ήταν ένας, ποτέ πριν την τελευταία αδελφή! Θεωρείτο προσβολή για όλη την οικογένεια αλλά και για τον ίδιο τον αδελφό να παντρευτεί και ν' αφήσει πίσω ελεύθερη αδελφή!
Η Κεβή, μολονότι τότε τα κορίτσια παντρεύονταν, κατά μέσον όρο, από 16 μέχρι το πολύ 23 χρονών, (όποια υπερέβαινε τα 23 περίπου, θεωρείτο γεροντοκόρη!), η ίδια παντρεύτηκε στα 39 της χρόνια! Κι όχι γιατί ήταν πάμφτωχη και τότε όλοι οι γαμπροί ζητούσαν προίκα, ήταν αρκετά ευκατάστατη. Αλλά ο ανεξάρτητος χαρακτήρας της δεν δεχόταν να συμβιβαστεί με τον τότε ρόλο της Γυναίκας και να συμμορφωθεί με το «… η δε γυνή να φοβείται τον Άνδρα».
Συνέβαλε και το γεγονός ότι ήταν η πρωτότοκη από τα έξι παιδιά της φαμελιάς, τρία κορίτσια τρία αγόρια. Έτσι, είχε την ευθύνη των αδελφιών καθώς και την επίβλεψη του νοικοκυριού γιατί η Μάνα της βοηθούσε τον Πατέρα της στις αγροτικές εργασίες.
Κόρη του Χαϊκάλη ή Σάββα. Όταν αναφέρονταν σε αυτήν, δεν έλεγαν η Κεβή του Καλόφωνου ή η Κεβή του Κωνσταντέλου, μετά το γάμο της, όπως ήταν η συνήθεια τότε, η παντρεμένη γυναίκα να καταργεί τελείως το πατρικό της, αλλά «Η Κεβή του Σάββα».
Γεννήθηκε στη Λιθακιά, στις 14 Ιουλίου του 1912,  ανήμερα της άλωσης της Βαστίλης! Ίσως, την επέλεξε η Ιστορία να γεννηθεί εκείνη την ημέρα,  για να εμβαπτιστεί με τον επαναστατικό της χαρακτήρα!
Νοικοκυρεμένη όσο λίγες γυναίκες της εποχής της. Άνθρωπος άκακος και φιλεύσπλαχνος, που φρόντιζε πάντα όλους τους άλλους με ανιδιοτέλεια και αγάπη! Τα αδέλφια της, την υπεραγαπούσαν, το ίδιο και οι γονείς της. Δεν την ζόρισαν ποτέ για παντρειά, όπως γινόταν τότε.
Κόντευε τα 39 όταν μια Κυριακή, δυο προξενιά ταυτόχρονα στον πατέρα της για την Κεβή του Σάββα! Κι εκείνος, την ενημέρωσε όπως πάντα για τα προξενιά, αλλά ήταν δύο τώρα, έτσι η ενημέρωση έγινε με τον εξής τρόπο: «Έχεις δύο προξενιά και καλά θα ήταν να αποφασίσεις πια!  Με τον έναν, θα βάζεις λάδι από την Πίλα* και με τον άλλον από την Μπότσα*. Ποιον θέλεις»; Και η Κευή, ίσως γιατί είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου κι αποφάσισε πως, αν ήθελε να κάνει οικογένεια, δεν είχε πια πολλά περιθώρια, χωρίς καν να διστάσει ή να κάνει ερωτήσεις για τους υποψήφιους, π.χ. ηλικία, εμφάνιση, καταγωγή, τόπο, απάντησε αμέσως: Αυτόν με την Πίλα! Έτσι, παντρεύτηκε τον αδελφό της Μητέρας της Μαρίας, τον Ανδρέα Καλόφωνο ή Κωνσταντέλο και πήγε στον Παντοκράτορα! Όμως, μέχρι τέλους παρέμεινε η Κεβή του Σάββα.
Μια μικρή διευκρίνηση εδώ: Ο υποψήφιος γαμπρός όπου θα έβαζε λάδι από την Πίλα, ήταν προφανώς από χωριό, ευκατάστατος αγρότης! Ενώ αυτός με την… Μπότσα, χωραΐτης, και σίγουρα φτωχός αφού αγόραζε το λάδι με την… Μπότσα!
[* Πίλα: Δοχείο κυλινδρικό από λευκοσίδερο, διαφόρων μεγεθών, αλλά συνήθως πολύ μεγάλο, που άνοιγε από επάνω το μισό σχεδόν, όπου οι καλοστεκούμενοι αγρότες που είχαν μεγάλη παραγωγή, έβαζαν το λάδι της χρονιάς για την φαμελιά τους. Υπήρχε κι ένα κανατάκι μέσα, δεμένο με χοντρό σπάγκο. Ο σπάγκος, έβγαινε έξω από την Πύλα και στην άλλη άκρη είχε ένα βαρίδι. Με αυτό, έβγαζαν λάδι και γέμιζαν το Ροΐ .
*Μπότσα: το μπουκάλι]
Δυναμική, άξια, αποφασιστική, η Κεβή του Σάββα, έτρεχε παντού όπου χρειαζόταν βοήθεια! Όταν πέθανε ο σύγαμπρός της, ο πατέρας της Μαρίας, στάθηκε στη χήρα και στα ορφανά,  σαν αδελφή. Είχαν κατοικιά στο Λαγανά με τον άνδρα της για το Καλοκαίρι, όπου φύτευε όλων των ειδών τα κηπευτικά από τα οποία έτρωγε όλη η γειτονιά! Φημισμένη για τη Ρίγανη! Η «ριγανάδα» που έφτιαχνε το Καλοκαίρι, με φρύσες,  στειμμένη ντομάτα, ξιδάκι και φρεσκοκομένη μοσχοβολιστή ρίγανη, ήταν από τις γεύσεις που δεν ξεχνιούνται εύκολα, όπως λέει η Μαρία! Όλοι απορούσαν πόση ρίγανη καλλιεργούσε όπου έφτανε να τροφοδοτεί όλο το χωριό! Κι από δέντρα, άλλο τίποτα!
Έκοβε κουκουνάρια από την κουκουναριά και μου τα έσπαζε. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τις Καλοκαιρινές γεύσεις. Οι Κοντούλες με τ’ αχλάδια, τα καρπούζια, τα πεπόνια, απ’ όλα είχαν τα περιβόλια της θείας Κεβής! Κι εμένα, μου είχε αδυναμία, τόσο, που με αποκαλούσαν…το εγγόνι της Κεβής κι όχι ανιψιά, όπως ήμουν, μου είχε πει ο εγγονός της!
Ο Ανδρέας, ο άνδρας της, ήσυχος και πράος άνθρωπος, μόνο τη δουλειά του ήξερε και της είχε δώσει το ελεύθερο να κάνει εκείνη κουμάντο σε όλα, δεν την έλεγχε ποτέ για τίποτα! Αφεντικό σε όλα η Κεβή! Όμως, μετά τον πόλεμο, πήγε με τον αδελφό του με το κάρο να φέρουν άμμο από τους Αμμοκούλουμους στο Λαγανά και πάτησαν νάρκη. Τραυματίστηκε πολύ σοβαρά και τα θραύσματα της νάρκης έμειναν στο σώμα του μέχρι που πέθανε σε βαθιά γεράματα.
Πανέξυπνη και ετοιμόλογη! Όταν μιλούσε και την διέκοπτε κάποιος, είτε άνδρας είτε γυναίκα, δεν δίσταζε να πει: Μην μου καβαλικεύεις την κουβέντα μου!
Υπεραγαπούσε τα αδέλφια της. Τις Κυριακές, έπαιρνε τα δύο της αγόρια, τον Νικόλα και τον Γιώργο, και πήγαινε στο πατρικό της να τους επισκεφτεί, με το άλογο.
Νιόπαντρη στα Κωνσταντελέικα, είχε πάει μόνη της(!) στο μπακάλικο του χωριού. Τον Ανδρέα δεν τον ήθελε ποτέ κοντά της, επειδή ήταν φασαριόζος. Μπήκε, λοιπόν, στο μπακάλικο. Ένας χωριανός που ήθελε να πουλήσει πνεύμα και να την θίξει, όπου νιόπαντρη γυναίκα πήγε μόνη στο μπακάλικο, όταν την είδε αποκάλεσε τις γυναίκες υποτιμητικά «γύναια».
Η Κεβή, δεν δίστασε να του απαντήσει άμεσα: Γι’ αυτό δεν εδιβόλισες; Αυτός είχε παντρευτεί δύο φορές! «Διβόλισμα» ήταν το όργωμα του χωραφιού με δίβολο, δηλαδή, άροτρο με δύο άκρες! Κόκκαλο ο… εξυπνάκιας!
«Την εποχή της βεντέμας στο μάζεμα των ελιών, η Κεβή σηκωνόταν αμπονόρα πριν από τους εργάτες ακόμα, πρώτη εκείνη. Έστρωνε τα λιόπανα, βάραγε τις τσίμες, υπολόγιζε με το μάτι πόσα σακιά βγάνει το κάθε λιόφυτο και ποτέ δεν έπεφτε έξω, η μπαγάσα! Όσα σακιά έλεγε, μωρέ τόσα έβγανε. Έπειτα, καβάλα στο γαϊδουράκι της ετράβαγε για τη Λιθακιά, έλεγε και την παρόλα της στους Πισινιάτες που εκείνη την ώρα εστρώνανε τα πανιά για τις ελιές. Εμάζωνε και στη Λιθακιά τσι ελιές, στου Γιαννόπουλου, στην Κούκλα, στη Βουκισία, στα Καμίνια και φυσικά στου Λερίτη στο πατρικό της. Αφού εσάκιαζε, μετά επέστρεφε σπίτι στον άνδρα της, ετάιζε τα ζωντανά της, έκαιγε το φούρνο της κι έβανε χερικό να ζυμώσει. Αμί τι ενόμιζες; Επερίμενε να ψηθεί το ψωμί και μπορεί και να κοιμότανε για 3-4 ώρες, εξύπναγε από την έγνοια μην το κάψει. Ξεφούρνιζε και ζεστό όπως ήτουνα το έβρεχε με κομμάτι κρασί και το φύλαγε να το φάνε τα παιδία.
Μια φορά, λοιπόν, που επέστρεφε βράδυ από τη Λιθακιά στον Πισινόντα, κοντά να βγει στο σταυρό του Αχτύπη, από έναν όχτο της όρμησε ένα σκυλί, ήτανε άγριο κι είχε χαλάσει κάμποσους. Όπως λοιπόν επήδηξε από τον όχτο απάνου της ευτούνη όχι μόνο δεν εσκιάχτηκε αλλά το τσάκωσε από το λαιμό και παραλίγο να το χαλάσει. Έτρεξε ο ιδιοκτήτης του να το πάρει από φόβο μη φάει κι άλλον άνθρωπο και βλέπει να τό ‘χει τσακώσει η Κεβή του Σάββα στον αέρα! Από τότε, όπου την έβλεπε, έσκυβε από σεβασμό και της έβγαζε το καπέλο»!
Τάδε έφη η Τασία του Γαρδέλλη από τη Λιθακιά στον Γιώργο, τον εγγονό της Κεβής! Όμως, η δυναμική Γυναίκα που δεν δίστασε ούτε με τους Γερμανούς και τον ρουφιάνο χωριανό να τα βάλει, λύγισε όταν πέθανε η γυναίκα του γιου της πριν από αυτήν. Μαράζωσε και λίγες οι χαρές της από τότε! Έλεγε συνέχεια: Γιατί η Σούλα κι όχι εγώ…
Το 1944 η Γερμανική Κατοχή, βρίσκει την Κεβή 32 χρονών και προστάτιδα για όλη την οικογένεια, αδέλφια και ηλικιωμένους γονείς. Ο αδελφός της ο Γιάννης, αντιστασιακός, ήταν μέλος του ΕΑΜ. Μια νύχτα άκουσαν να αλυχτάει άγρια το σκυλί, πετάχτηκαν όλοι τρομαγμένοι από τον δυνατό χτύπο στην πόρτα. Ήταν ο «ρουφιάνος» με την κουκούλα, και την Κομαντατούρ. Όταν μπήκαν μέσα, μίλησε ο ρουφιάνος που έκανε τον διερμηνέα του Γερμανού Αξιωματικού που κρατούσε το μαστίγιο. Είχαν πάει για να συλλάβουν το Γιάννη και να τον εκτελέσουν, γιατί είχε σκοτώσει έναν δικό τους.
Είχαν μαζί τους και τέσσερις γυναίκες. Μία γιαγιά, μία μάνα και δυο κόρες, καθημαγμένες από το μαστίγωμα. Τις έφεραν για εκφοβισμό.
Η Κεβή τον αναγνώρισε, αλλά μέχρι που πέθανε, δεν μαρτύρησε το όνομα του. Θα χτυπούσαν, είπε, και τις τέσσερις γυναίκες και τους τέσσερις άνδρες. Ο Γιάννης έλειπε, ήταν στο Κρησφύγετο του ΕΑΜ. Τελευταίος φάνηκε στη σάλα ο ηλικιωμένος πατέρας της Κεβής. Αφού κατέβηκε τη σκάλα, μίλησε ο αξιωματικός και διερμήνευσε ο ρουφιάνος. Ετοιμάσου να χορέψεις, γέρο.
Και σήκωσε το μαστίγιο πισωπλατίζοντας τα άλλα μέλη της οικογένειας. Η Κεβή, χωρίς να χάσει καιρό με μια σβέλτη κίνηση όπως ήταν το μαστίγιο στον αέρα, το άρπαξε και του το πήρε.
Θα πεθάνεις γύναιο, θα σε σκοτώσει, είπε ο δωσίλογος.
Και η Κεβή:
Ο δάσκαλος είναι για να διδάσκει τα σχολιαρούδια κι ο παπάς για να κοινωνάει τους πιστούς. Ο Γερμανός, αν θέλει ας χτυπήσει εμένα, τον γέρο θα τον αντιμετωπίσει μόνο ο Θεός.
Θα έρθουμε άλλη φορά, της είπαν.
Η Κεβή, καληνύχτισε τον ρουφιάνο με το όνομα του και… μήνυσε χαιρετισμούς στην κυρά του! Την επόμενη οι Γερμανοί πήγαν στο Σαββέικο και τους πήραν ό,τι είχαν και δεν είχαν, ζωντανά, τρόφιμα, ρούχα. Όταν τέλειωσε ο πόλεμος, την ρώτησαν αν φοβήθηκε τότε κι απάντησε ότι μετάνιωσε μόνο που δεν τους μαστίγωσε.
Και συμπληρώνει ο εγγονός τη, ο Γιώργος:
Η Νόννα μου, μου έλεγε για σένα Μαρία, ότι κάθε φορά που σε πείραζαν ο πατέρας μου κι ο μπάρμπας μου και νευρίαζες, έλεγες ότι θα πάρεις μια γαϊδούρα και θα πας στον αδελφό σου το Νίκο στην Αυστραλία. Γέλαγε η Κεβή του Σάββα και σου έλεγε να πάρεις την δική της, αλλά να μην αργήσεις γιατί το απόγευμα την χρειάζεται!
Και μια ιστορία που έλεγε για τον συμπέθερο της τον γιατρό τον Μαλούχο:
Κάποτε ένας συγχωριανός του ήταν στα τελευταία του και θα πήγαινε ο γιατρός να τον επισκεφτεί. Ο ετοιμοθάνατος ζήτησε από τα παιδιά του να του ανεβάσουν στο Ανώι τον γάιδαρό του να τον δει για τελευταία φορά. Το ένα του παιδί τραβούσε τον γάιδαρο και το άλλο τον έσπρωχνε να τον ανεβάσουν από την εξωτερική σκάλα στο δωμάτιο του πατέρα τους. Εκείνη τη στιγμή, φτάνει ο γιατρός ο Μαλούχος, βλέπει τον γάιδαρο στη σκάλα και τους λέει:
Καλά κάματε παιδιά μου και πήρατε και δεύτερη γνώμη!
Ανεξάντλητη και στις ιστορίες που μας έλεγε!
Η Κεβή, ήταν πρωτότοκη από τα έξι αδέλφια. Ακολουθούσαν, ο Γιάννης, η Ελένη, ο Νικόλας, ο Νιόνιος κι η Μαργαρίτα. Ένας από τους λόγους που δεν πήγε Σχολείο ήταν ότι φρόντιζε τα αδέλφια και το σπίτι. Ο άλλος, ότι το 1918 η Ελλάδα μπήκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κι έκλεισαν τα Σχολεία. Έτσι, παρά την σφοδρή της επιθυμία, δεν κατάφερε να μάθει γράμματα!
Όλα της τα αδέλφια, όπως και οι γονείς της, πέθαναν Φεβρουάριο Μήνα, από φυσιολογικά αίτια. Μόνο ο Νικόλας έφυγε Σεπτέμβρη από αναθυμιάσεις καπνού.
Αυτή ήταν η θεία μου η Κεβή του Σάββα, που έφυγε 89 χρονών κι είχε δύσκολα γεράματα!
Δυναμική, ανατρεπτική και με πολύ χιούμορ! Ναι, η θεία μου η Κεβή, ήταν πανέξυπνη και ανεπανάληπτη! 
*     *     *
Δεν θα ήταν εφικτό ούτε δυνατόν να γράψω την ιστορία αυτής της πραγματικά ξεχωριστής, για την εποχή της Γυναίκας, χωρίς την πολύτιμη συνεργασία και τις ανεκτίμητες πληροφορίες, από την ανιψιά της Μαρία Κοντονή-Σιδηροκαστρίτη, αλλά και τον εγγονό της Γιώργο, στους οποίους απευθύνω τις θερμές ευχαριστίες μου! Επιθυμία του Γιώργου του εγγονού της, αλλά και της Μαρίας, να αναφερθώ επώνυμα στην «Κεβή του Σάββα».

Δεν υπάρχουν σχόλια: